Η προσαρμοστικότητα των κόμιξ είναι καταπληκτική. Ο τρόπος που παντρεύουν τα κινηματογραφικά/λογοτεχνικά είδη είναι μαγικός και ο κύριος λόγος που αυτές οι ιστορίες αντέχουν στον χρόνο. Εννοείται πως όταν μιλάμε για μια βιομηχανία το κομμάτι που φέρνει τα περισσότερα λεφτά πρέπει να είναι mainstream, πιο προσβάσιμο και να στοχεύει να ικανοποιήσει τα περισσότερα στομάχια δίχως να τα χορτάσει για να συνεχίζουν να επιστρέφουν μέχρι να βαρεθούν. Τότε η μόδα θα αλλάξει ελάχιστα και ταυτόχρονα θα συνεχίσει να παραμένει ίδια. Ανάμεσα σε αυτή την προσβασιμότητα και την άμεση ικανοποίηση είναι το πειραματικό και καλλιτεχνικό κομμάτι των κόμιξ. Αυτό που μας επιτρέπει να έχουμε ιστορίες όπως το The Batman ή το Dark Knight αν θέλουμε ένα ώριμο αστυνομικό θρίλερ, το Logan αν θέλουμε ένα γουέστερν, το Days of the Future Past αν θέλουμε μια δυστοπία και το Deadpool & Wolverine αν θέλουμε να βλάψουμε την υγεία μας.

Απ’ αυτή την ανάγκη για πειραματισμό και εξερεύνηση γεννήθηκαν οι εναλλακτικές πραγματικότητες των κόμιξ. Έτσι η Marvel μπορεί να έχει τον κανονικό Spider-Man που όλοι ξέρουμε και όλο λιγότεροι πλέον διαβάζουν και ταυτόχρονα μπορεί να πειραματιστεί ώστε να παίξει με διαφορετικά είδη. Ένα απ’ αυτά είναι και το Noir Universe της Marvel που ξεκίνησε με την κυκλοφορία του Spider-Man Noir το 2009. Εδώ είναι καλό να αναφέρουμε πως αν και ο Spider-Noir είναι ο πιο δημοφιλής ήρωας του συγκεκριμένου σύμπαντος – ή οποιουδήποτε σύμπαντος εδώ που τα λέμε – και άλλοι ήρωες έχουν τις δικές τους σειρές, όπως το Daredevil Noir, Punisher Noir, X-Men Noir, Wolverine Noir, Iron-Man Noir και Luke Cage Noir.

Το Noir Universe είναι ένα σύμπαν βασισμένο σε ταινίες νουάρ ή παλπ και παρουσιάζει τους ήρωές του στο πλαίσιο της δεκαετίας του ’30. Οι διαφορές με το κεντρικό universe της Marvel είναι τόσες ώστε να κρατάει το ενδιαφέρον του θεατή, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι τόσο αγνώριστο ώστε να μένει μπερδεμένος. Το Spider-Noir δεν είναι μια απευθείας μεταφορά των κόμιξ, ούτε είναι η συνέχεια του Spider-Noir που γνωρίσαμε στο Into the Spider-Verse, αλλά ένας άλλος χαρακτήρας που όμως τον υποδύεται ξανά ο Νίκολας Κέιτζ. Για παράδειγμα, όπως πάντα ο Spider-Man είναι ο Πίτερ Πάρκερ, αλλά αυτή τη φορά το όνομά του είναι Μπεν Ράιλι, ένα όνομα γνωστό σε όσους διαβάζουν κόμιξ, καθώς είναι το όνομα που είχε υιοθετήσει ένας κλώνος του Πίτερ Πάρκερ ώστε να διαφοροποιείται από εκείνον. Το Μπεν είναι δανεισμένο από τον θείο Μπεν και το Ράιλι είναι το επίθετο της θείας Μέι. Κατά τα άλλα, η καρδιά του Spider-Noir είναι η καρδιά που πρέπει να έχει ένας Spider-Man, δηλαδή να προσπαθεί να κάνει το καλό σε έναν κόσμο που συνεχώς τον ρίχνει κάτω.

Στη Νέα Υόρκη του 1933 ο Μπεν ήταν κάποτε ένας πολεμιστής του εγκλήματος με το όνομα The Spider, αλλά μετά τον θάνατο της αγαπημένης του, πέντε χρόνια πριν από τα γεγονότα της σειράς, αποσύρθηκε και τώρα ζει τη ζωή του ως ιδιωτικός ερευνητής. Όταν τον προσλαμβάνουν να ερευνήσει την υπόθεση μιας τραγουδίστριας ενός νυχτερινού κέντρου, της Κατ Χάρντι, για απιστία, αυτό θα τον φέρει αντιμέτωπο με τον αρχηγό του οργανωμένου εγκλήματος και με το δίλημμα αν θα ξαναφορέσει τη στολή για ακόμα μια φορά ή όχι.

Ο λόγος που το Spider-Noir είναι μια καταπληκτική σειρά δεν είναι επειδή ο Spider-Man είναι ο πρωταγωνιστής ή επειδή η δράση είναι τέλεια. Ειδικά για το δεύτερο, οι σκηνές δράσης είναι ικανοποιητικές, αλλά είναι σκηνές δράσης μιας τηλεοπτικής σειράς και αυτό φαίνεται στο τελικό αποτέλεσμα. Το μοντάζ βοηθάει πολύ να καλυφθούν τα κενά που δημιουργούνται λόγω οικονομικής στενότητας της παραγωγής. Με έκανε να νοσταλγήσω τις εποχές του Smallville και των πρώτων σεζόν του Arrow και του Flash όπου έκαναν ό,τι μπορούσαν με ό,τι είχαν, αλλά όλο το βάρος έπεφτε στους χαρακτήρες και το σενάριο. Αντίστοιχα το Spider-Noir δίνει το μεγαλύτερο βάρος στους χαρακτήρες του και στη σκηνοθεσία, ιδιαιτέρως στο τελευταίο καθώς από το πρώτο επεισόδιο αποδεικνύεται περίτρανα ότι είναι από τις πιο καλοσκηνοθετημένες σειρές του 2026. (Αυτό το τελευταίο το θεωρώ τρομερά αστεία ειρωνεία, καθώς στην ίδια συνδρομητική πλατφόρμα και στο ίδιο τηλεοπτικό είδος βρίσκεται το The Boys του οποίου το τελευταίο επεισόδιο κυκλοφόρησε πέντε μέρες πριν την κυκλοφορία του Spider-Noir και είναι εύκολα από τις πιο κακοσκηνοθετημένες σειρές που έχουν κυκλοφορήσει.)

Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει να βγαίνουν ασπρόμαυρες εκδοχές έγχρωμων ταινιών ως μια πιο καλλιτεχνική εναλλακτική. Ταινίες όπως το Fury Road, το Furiosa, το Parasite ή το Godzilla Minus One, έχουν ασπρόμαυρες κόπιες στις οποίες κάθε καρέ είναι δουλεμένο από την αρχή και δεν έχουν περάσει ένα ασπρόμαυρο φίλτρο από πάνω για να το ξαναπουλήσουν ως κάτι καινούργιο. Το τελικό αποτέλεσμα είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό και ένας καινούργιος τρόπος να βιώσεις την ταινία από την αρχή. Το Spider-Noir είναι η πρώτη σειρά που τα επεισόδιά της βγήκαν ταυτόχρονα σε έγχρωμη και ασπρόμαυρη εικόνα. Από τη μία έχει τρομερό ακαδημαϊκό ενδιαφέρον να δεις και τις δύο εκδοχές, καθώς το έγχρωμο, ή True-Hue Full Color όπως το αποκαλούν, είναι προσεγμένο και τα χρώματα είναι έντονα και ζωντανά – καμία σχέση με τη μουντή ψηφιακή φωτογραφία που είμαστε συνηθισμένοι τα τελευταία χρόνια –, από την άλλη αισθάνομαι πως όταν δίνεις δύο εκδοχές ταυτόχρονα είναι σαν να το κάνεις από φόβο μην κανείς δεν προτιμήσει την πρώτη. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι το πραγματικό όραμα για το Spider-Noir και ο σωστός τρόπος για να δεις τη σειρά και επιμένω σε αυτό. Δεν περίμενα να δω τόσο γρήγορα μετά το Ripley τέτοια πανέμορφα ασπρόμαυρα κάδρα σε σειρά, αλλά να που ήρθε το Spider-Noir για να μας θυμίσει γιατί η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι σκάλες ανώτερη από την έγχρωμη. Η αντίθεση των χρωμάτων είναι έντονη, οι σκιές είναι κοφτερές και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα σε μια υπερηρωική σειρά με χαμηλό μπάτζετ είναι ότι το ασπρόμαυρο κρύβει τέλεια το CGI και όλα τα ειδικά εφέ όπου στην έγχρωμη εκδοχή φαίνονται φτωχά από χιλιόμετρα.

Και φυσικά δεν γίνεται να τελειώσει αυτό το άρθρο δίχως να μιλήσουμε για τον Νίκολας Κέιτζ, πλέον και επίσημα ίσως τον πιο ξεχωριστό live-action Spider-Man. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο Πίτερ Πάρκερ έχει μείνει στάσιμος στη μεγάλη οθόνη. Ο Πίτερ του Τόμπι Μαγκουάιρ ίσα που πρόλαβε να φύγει από το κολέγιο και ακυρώθηκε η σειρά του και ο Πίτερ του Άντριου Γκάρφιλντ ίσα που πρόλαβε να φύγει από το Λύκειο πριν ακυρώσουν τη δική του. Ο Πίτερ του Τομ Χόλαντ με το επερχόμενο Brand New Day φαίνεται επιτέλους πιο ώριμος, αν και αυτό δεν είναι σίγουρο μέχρι να κυκλοφορήσει η ταινία, αλλά και πάλι το θέμα εδώ είναι ότι οι Πίτερ Πάρκερ που γνωρίζουμε δεν έχουν καταφέρει να πάνε ούτε είκοσι πέντε χρονών, ενώ στα κλασικά κόμιξ ζει την ενήλικη ζωή εδώ και δεκαετίες. Ο Κέιτζ στα εξήντα δύο είναι ο μεγαλύτερος ηθοποιός που ενσαρκώνει τον ρόλο και η ερμηνεία του, που είναι ένας συνδυασμός του Μπαγκς Μπάνι και του Φίλιπ Μάρλοου, είναι καθηλωτική. Είναι τόσο υπέροχα παράξενη (ή παράξενα υπέροχη) που η κινησιολογία του θυμίζει ένα έντομο το οποίο φοράει ένα ανθρώπινο κοστούμι και μέσα από κινηματογραφικές ταινίες μαθαίνει να συμπεριφέρεται σαν άνθρωπος. Όταν φοράει τη στολή του ειδικά, οι κινήσεις του είναι πιο απότομες και αφύσικες. Ακόμα και ο τρόπος που κουνάει το κεφάλι του είναι μυστήριος. Όμως, δεν είναι και στα νιάτα του οπότε είναι και πιο αργός και ατσούμπαλος απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε.

Τέλος, αν και οι χαρακτήρες είναι καλοδουλεμένοι είναι πάρα πολλοί για να τους στηρίξει η πλοκή οχτώ επεισοδίων. Παλεύουν όλοι να διεκδικήσουν την προσοχή μας ταυτόχρονα και θα μπορούσαν να αφήσουν μερικούς στο συρτάρι. Δεν είναι κάτι που δεν μπορεί να βελτιωθεί στη δεύτερη σεζόν. Το Spider-Noir είναι μια φρέσκια αναπνοή σε ένα είδος που αν δεν βρίσκει τρόπους να εξελιχθεί θα πεθάνει απότομα. Η έγχρωμη εικόνα είναι μια καλή επιλογή, αλλά αν ο θεατής δεν επιλέξει το ασπρόμαυρο πρώτα στερεί από τον εαυτό του την καλύτερη εμπειρία.