Παρακολουθώ το Φεστιβάλ από μικρή. Έχω ζήσει σπουδαίες στιγμές και έχω πολλές αναμνήσεις, καλές, κακές. Στο φεστιβάλ είδα για πρώτη φορά αυτά που έφταναν με το σταγονόμετρο από το εξωτερικό, συνήθως μεγάλα ονόματα, μεγάλες ορχήστρες, μεγάλες παραστάσεις, αυτά μπορούσαν να γεμίσουν το Ηρώδειο και την Επίδαυρο.
Τα πράγματα άλλαζαν σιγά-σιγά και προς το καλύτερο, με το φεστιβάλ να γίνεται πιο ανοιχτό, δε χρειαζόταν να γίνεις εξήντα χρόνων για να δεις σκηνοθεσία σου. Όταν ήρθε ο Γιώργος Λούκος στην Ελλάδα, πριν από δέκα χρόνια, έδωσε στο φεστιβάλ την αποφασιστική ώθηση που χρειαζόταν. Το Φεστιβάλ έπρεπε πια να συμπεριλαμβάνει, σε μια πόλη που έβραζε, και πιο νέους δημιουργούς. Και έπρεπε να προσκαλεί και λιγότερο γνωστούς καλλιτέχνες από το εξωτερικό.
Ο Λούκος έφυγε, αλλά μέσα σε αυτή τη δεκαετία δεν κάναμε μια συζήτηση για το οικοδόμημα που χτίστηκε
Ο Λούκος έφυγε, αλλά μέσα σε αυτή τη δεκαετία δεν κάναμε μια συζήτηση για το οικοδόμημα που χτίστηκε. Ή μάλλον χτίζουμε, χτίζουμε, αλλά ποτέ δεν έχουμε πει, όπως οι καλοί μηχανικοί, αυτό είναι το «πέδιλο» και τόσο αντέχει να σηκώσουμε σε ύψος. Από τον Λούκο κληρονομήσαμε ένα χώρο και μια ατζέντα. Μια σειρά ξένων καλλιτεχνών που έφτασαν και μια και δυο φορές. Και μια σειρά Ελλήνων που μάθαμε μέσα από το φεστιβάλ και δε μας απογοήτευσαν.
Παρακολούθησα την πρώτη αυτή συζήτηση του Φεστιβάλ Αθηνών, με θέμα «Τι Φεστιβάλ Θέλουμε;». Το ερώτημα έρχεται στην πιο δύσκολη στιγμή της ελληνικής πραγματικότητας. Με πολλές από τις παθογένειες των παλιότερων διοργανώσεων να είναι πλέον αντικειμενικά προβλήματα. Αυτά αφορούν τη θωράκιση του θεσμού, την οικονομική του ανεξαρτησία, την καλλιτεχνική του ελευθερία που δεν εξαρτάται μόνο από ένα εύρωστο ταμείο.
Τι είναι αυτό που θα γεμίσει τις κερκίδες και θα είναι συγχρόνως δημοφιλές και καινοτόμο;
Περίπου έχουμε καταλήξει όλοι ότι θέλουμε ένα ενδιαφέρον φεστιβάλ, αλλά συνήθως η μπαγκέτα του καλλιτεχνικού διευθυντή είναι αυτή που δείχνει το «προς τα που στρέφεται το ενδιαφέρον». Έχουμε δυο τόπους, την Επίδαυρο και την Αθήνα. Η Επίδαυρος και η επιτυχία των παραστάσεων είναι στα μεγάλα συν και της διοργάνωσης και του ταμείου. Όμως πολλές φορές μοιάζει με ένα βαρίδι. Τι είναι αυτό που θα γεμίσει τις κερκίδες και θα είναι συγχρόνως δημοφιλές και καινοτόμο; Αν το Φεστιβάλ ήταν μόνο αθηναϊκό, θα είχε εντελώς άλλη μορφή. Θα έδινε την ευκαιρία στους δημιουργούς να δείξουν κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτά που παρουσιάζουν, για παράδειγμα, στις μεγάλες και μικρές σκηνές της πόλης και είναι χιλιάδες. Πολλές φορές οι παραστάσεις του Φεστιβάλ είναι μια συνέχεια της χειμερινής δραστηριότητας ομάδων και μονάδων. Μα το Φεστιβάλ δεν έπρεπε να δίνει την ευκαιρία σε ένα νέο δημιουργό, ξεκινώντας από το επίπεδο της παραγωγής, να κάνει κάτι που δεν έχει τη δυνατότητα να κάνει με την ομάδα του ή στην ελεύθερη αγορά; Το ίδιο ισχύει και για τα Κρατικά θέατρα, εξασφαλίζουν μια άρτια παραγωγή σε έναν καλλιτέχνη ώστε να κατασκευάσει τον κόσμο του. Το ίδιο ισχύει και στη μουσική και στο χορό. Δεν παραγγέλνεις έργο με τρία όργανα ή δυο χορευτές. Θα σημειώσω εδώ ότι, ναι μεν οι δημιουργοί είχαν την ευκαιρία να είναι στο φεστιβάλ, αλλά κυρίως οι νεώτεροι δούλευαν τα τελευταία χρόνια με κουτσουρεμένους προϋπολογισμούς, για ψίχουλα και με παραγωγές σχεδόν ανύπαρκτες. Και είχαν μεν την ευκαιρία να δείξουν τη δουλειά τους, αλλά όχι και να δείξουν ένα εύρος δημιουργίας και φαντασίας.
Κανένα φεστιβάλ στον κόσμο δεν μπορεί να ικανοποιεί τους πάντες
Από την άλλη, είναι μια υπερβολή να ζητάμε από το φεστιβάλ να καλύψει αυτό που πρέπει να κάνουν όλοι οι άλλοι. Να εξηγηθώ: Τι έχει αποφασίσει να παρουσιάζει κατά προτεραιότητα το Εθνικό; Το Κρατικό; Οι ορχήστρες; Ο αδικημένος χορός πώς και πού θα παρουσιάσει το προϊόν του; Αν ο καθένας από όλους τους προηγούμενους έχει χαράξει ένα δρόμο και έχει προσανατολισμό, το Φεστιβάλ είναι βέβαιο ότι έρχεται να συμπληρώσει με το πιο δυναμικό πρωτοποριακό και τολμηρό της εγχώριας παραγωγής. Και να υποστηρίξει το ρίσκο.
Με ανοιχτό μυαλό πρέπει να ομολογήσουμε ότι κανένα φεστιβάλ στον κόσμο δεν μπορεί να ικανοποιεί τους πάντες. Στην εξαιρετική εισήγησή του ο Σάββας Πατσαλίδης μας παρέδωσε ένα κείμενο που θα μπορούσε να γίνει η πλατφόρμα μιας μεγάλης και γόνιμης συζήτησης.
Σκιαγράφησε το φεστιβαλικό χώρο στην Ευρώπη, βάζοντας συγχρόνως και τα ερωτήματα που μας απασχολούν: Θέλουμε να έχουμε φεστιβάλ μικρό ή μεγάλο; πολυθεματικό ή θεματικό; Θέλουμε ένα φεστιβάλ κλασικών έργων; Τι θέλουμε να βλέπουμε στην Επίδαυρο; Κατά τον Σάββα Πατσαλίδη οδηγούμαστε σε μια διαρκή ανακύκλωση ονομάτων και ιδεών, σήμερα που οι τέχνες τρέχουν πίσω από κάθε σύστημα, σε μια αγορά θεάματος. Και ότι καλό θα ήταν να γίνει ένα ξεκαθάρισμα, να ξέρουμε σε ποια πόλη ζούμε και ποια δρομολόγια διαλέγουμε. Ζούμε σε μια παλιά Ευρώπη που θέλει να γίνει νέα, ζούμε σε μια Ευρώπη που θέλει να έχει ανοιχτή μια τράπεζα μνήμης. Όπως μίλησε και για το ρόλο του φεστιβάλ που πρέπει να χρησιμοποιεί μια νέα γλώσσα που δε θα πολιτικοποιεί χωρίς τίμημα το λεξιλόγιό της, για ένα φεστιβάλ πολιτικό που θα καταφέρνει να αναστέλλει το πολιτικό, που θα είναι εργοτάξιο ιδεών και θα έχει ως προτεραιότητα το κοινό που αναζητά νέες εμπειρίες. «Το Φεστιβάλ δε θα αλλάξει τον κόσμο, αλλά πρέπει να μπορεί να προκαλέσει την ρουτίνα του κόσμου», τόνισε.
Για την Αθήνα, την Επίδαυρο και το κύρος στο οποίο πρέπει να ανταποκρίνεται ένα φεστιβάλ, μίλησε η πρώην καλλιτεχνική Διευθύντρια του Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, Βίκυ Μαραγκοπούλου. Σημείωσε ότι ο χώρος της Πειραιώς 260, ο οποίος φιλοξένησε και τη συζήτηση, έχει ταυτοποιηθεί με χώρο πρωτογενούς παραγωγής και τόνισε ότι το φεστιβάλ θα πρέπει να είναι άφοβο, ελεύθερο και τολμηρό και να μας γνωρίζει αυτούς που θα αγαπήσουμε στο μέλλον, ενώ επισήμανε την απουσία της πολιτιστικής πολιτικής από τη χώρα μας.
Αισιόδοξη δήλωσε η Διευθύντρια του ΕΜΣΤ, Κατερίνα Κοσκινά, η οποία τόνισε ότι ως λαός είμαστε εξαιρετικά αυτοκριτικός και αυτοσαρκαστικός. Πριν το τι θέλουμε, υπάρχει το τι μπορούμε, είπε, ενώ ανέφερε και την Αθήνα, τους Δελφούς, την Ολυμπία και την Επίδαυρο ως κέντρα δημιουργίας, συγχρόνως με την αξιοποίηση της μεσογειακής μας γεωγραφικής θέσης.
Η αναπληρώτρια Γενική Διευθύντρια της Στέγης, Αφροδίτη Παναγιωτάκου, μίλησε για το πολιτιστικό και κοινωνικό οικοσύστημα του Φεστιβάλ, το οποίο δε θα πρέπει να είναι απλώς η θερινή συνέχεια ενός χειμώνα και για την ταυτότητά του που θα πρέπει να είναι συνδεδεμένη με την ταυτότητα των κυττάρων της πόλης, ενώ επισήμανε ότι δεν κινδυνεύουμε από τον Ζορμπά, αλλά από έναν άλλο εξωτισμό. Υπάρχει πολύς κόσμος που δεν ξέρει ότι γίνεται φεστιβάλ, είπε. Όμως θα πρέπει να αντιλαμβάνεται ότι συμβαίνει, ακόμα και αν δεν αγοράσει εισιτήριο.
Ο μουσικοκριτικός Γιάννης Σβώλος, κάνοντας μια ιστορική αναδρομή στην κλασική μουσική και τη σχέση της με το φεστιβάλ, μίλησε για το ιστορικό μας απόθεμα και το εθνικό μας παρόν και για ένα φεστιβάλ που θα αντιμετωπίζει τη μουσική το ίδιο τολμηρά με το θέατρο. Η Όλγα Ταξίδου, Καθηγήτρια θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και της Νέας Υόρκης και Συνεργάτης του Φεστιβάλ Εδιμβούργου, μίλησε για την αξία της εκπαίδευσης, παρουσιάζοντας μοντέλα που έχουν δοκιμαστεί στο Εδιμβούργο, ενώ για τον Ματίας φον Χαρτζ, Καλλιτεχνικός διευθυντής του θερινού φεστιβάλ του Βερολίνου «Foreign Affairs» & Σύμβουλος του ελληνικού φεστιβάλ για τις διεθνείς παραγωγές, το φεστιβάλ θα πρέπει να έχει τρία στοιχεία: Να είναι γιορτή, να ξεφεύγει από το μέσο όρο και να είναι ένα σημείο συνάντησης μέσα στην πόλη.
Το Φεστιβάλ Αθηνών μόλις άρχισε. Ένα φεστιβάλ που αγαπούν πολλοί Αθηναίοι, που θυμίζει πολλά φεστιβάλ μαζί, που υποκαθιστά το ρόλο της πολιτείας, επιχορηγεί την τέχνη και θέλει να προκαλεί συζητήσεις. Η συζήτηση που μόλις άρχισε επίσης έχει μακρύ δρόμο. Μέχρι να γίνουν οι συνδέσεις, οι συνέργειες, οι εναλλακτικές χρηματοδοτήσεις, μέχρι να δούμε καθαρά τι θέλουμε και πού μπορούμε να φτάσουμε.
Τη συζήτηση συντόνισε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, τοποθετήθηκαν μετά την εναρκτήρια εισήγηση του Σάββα Πατσαλίδη, Καθηγητή Θεατρολογίας στο ΑΠΘ, οι Matthias von Hartz, Καλλιτεχνικός διευθυντής του θερινού φεστιβάλ του Βερολίνου «Foreign Affairs » & Σύμβουλος του ελληνικού φεστιβάλ για τις διεθνείς παραγωγές, η Sally Hobson, Διευθύντρια εκπαιδευτικών δράσεων Διεθνούς Φεστιβάλ Εδιμβούργου, η Κατερίνα Κοσκινά, Διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, Βίκυ Μαραγκοπούλου, πρώην Καλλιτεχνική διευθύντρια Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, η Αφροδίτη Παναγιωτάκου, Αναπληρώτρια Γενική Διευθύντρια Στέγης Γραμμάτων & Τεχνών Ιδρύματος Ωνάση, ο Γιάννης Σβώλος, Μουσικοκριτικός (Εφημερίδα των Συντακτών), η Όλγα Ταξίδου, Καθηγήτρια θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και της Νέας Υόρκης και Συνεργάτης του Φεστιβάλ Εδιμβούργου.
—
Διαβάστε επίσης:
– “Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2016”
– “Οι παράλληλες δράσεις του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου”
– “Φεστιβάλ Αθηνών 2016: συλλογικότητα, πολυφωνία, συμπράξεις κι εξωστρέφεια”, από την Αργυρώ Μποζώνη
– “Οι ελληνικές συμμετοχές του Φεστιβάλ Αθηνών”, από την Τώνια Καράογλου
– “Οι ξένες συμμετοχές του Φεστιβάλ Αθηνών”, από την Τώνια Καράογλου

