Τι γίνεται αν αυτό που έχεις σκαρφιστεί, το δημιούργημά σου, είναι εξαιρετικό από πολλές απόψεις, προσεγμένο στην κάθε του λεπτομέρεια, με σκέψη και μεράκι να ξεχειλίζουν αλλά έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα: έρχεται δεύτερο γιατί κάποιος άλλος έχει σκεφτεί και εφαρμόσει αυτή τη φόρμα πριν από σένα; Δεν έχει σημασία αν η δική σου εκδοχή είναι καλύτερη, πιο σφαιρικά μελετημένη, πιο ευκρινής. Αυτό που μετράει είναι ότι έρχεσαι δεύτερος, άρα τα φώτα της δημοσιότητας, οι δάφνες της επιτυχίας σε προσπερνούν.
Δεν έχει τύχει να διαβάσω παλιότερα βιβλία του Γουίλιαμ Έγκιντον, οι Άγγελοι και σκακιστές είναι το πρώτο έργο του Αμερικανού καθηγητή που πέφτει στα χέρια μου. Και η αλήθεια είναι ότι το βρίσκω εμβριθές και ταυτόχρονα προσιτό, προϊόν συστηματικής έρευνας, με πολλές πληροφορίες και ισορροπημένη ανάλυση και το κυριότερο: ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου θέμα, το οποίο αποδεικνύεται θεμελιώδες για τον ανθρώπινο πολιτισμό: την αντίληψη της πραγματικότητας και την ίδια την ουσία της επιστημολογίας.
Το πρόβλημα εδώ όμως είναι ότι αυτό το είδος βιβλίου, αυτός ο υβριδικός συνδυασμός εκλαϊκευμένου δοκιμίου, βιογραφίας, ιστορίας ιδεών, αφήγησης που πιάνεται από συνδετικούς κρίκους για να κινείται διαρκώς από τόπο σε τόπο και από τη μία χρονική περίοδο στην άλλη επιχειρώντας να ενώσει τα διάσπαρτα κομμάτια και τα – φαινομενικά – άσχετα μεταξύ τους πρόσωπα υπό μία κοινή συνισταμένη, έχει ήδη σημειώσει επιτυχία από προγενέστερους συγγραφείς, και ιδιαίτερα τον Μπενχαμίν Λαμπατούτ, (ο οποίος μάλιστα πριν από λίγους μήνες είχε επισκεφθεί την Αθήνα). Έτσι, ο Λαμπατούτ τέθηκε στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής και τα βιβλία του (ιδιαίτερα το Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο) κέρδισαν βραβεία και είχαν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Αμφιβάλλω αν το ίδιο έχει συμβεί και σε αυτή την περίπτωση. Προσοχή: με αυτό δεν εννοώ ότι το βιβλίο του Έγκιντον είναι κατώτερο. Αντιθέτως, κατά τη γνώμη μου είναι ίσως καλύτερο από εκείνο του Λαμπατούτ. Το πρόβλημα είναι ότι επειδή ως ένα βαθμό άπτεται παρόμοιου θέματος και επειδή επιστρατεύει την ίδια προσέγγιση ως προς τη δομή του, το βιβλίο του Γουίλιαμ Έγκιντον έρχεται δεύτερο και καταϊδρωμένο έστω κι αν δεν έχει το παραμικρό να ζηλέψει από το πρώτο.

Ας επιστρέψουμε όμως στο βιβλίο αυτό καθαυτό. Ο Έγκιντον έχει επικεντρωθεί σε τρεις σπουδαίες προσωπικότητες και το έργο τους, επιδιώκοντας να εντοπίσει τα κοινά σημεία στην προσέγγισή τους για την ίδια τη ζωή και τη φύση της πραγματικότητας. Έναν σπουδαίο φυσικό, τον Γερμανό Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, έναν σπουδαίο λογοτέχνη, τον Αργεντίνο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, και έναν σπουδαίο φιλόσοφο, τον επίσης Γερμανό Ιμμάνουελ Καντ. Μπόρχες και Χάιζενμπεργκ υπήρξαν περίπου σύγχρονοι, ενώ ο Καντ μεγαλούργησε τον 18ο αιώνα. Φυσικά, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνει μία σειρά από άλλους μεγάλους επιστήμονες, φιλοσόφους και συγγραφείς, εφόσον ο Έγκιντον μας παρουσιάζει ένα ιστορικό πλαίσιο για τον καθένα τους και άρα μια σύντομη ιστορία της εξέλιξης της φιλοσοφίας, της κβαντικής φυσικής και της λογοτεχνίας, έτσι ώστε ο αναγνώστης να κατανοήσει καλύτερα τη δική τους συνεισφορά. Τι είναι λοιπόν αυτό που συνδέει τους τρεις αυτούς ανθρώπους που κατά τα άλλα τους χωρίζουν ολόκληροι αιώνες ή ημισφαίρια;
Είναι η θεμελιώδης φύση της πραγματικότητας και το κατά πόσο αυτή επηρεάζεται από τα δικά μας (περιορισμένα) αισθητηριακά όργανα. Είναι το σημείο τομής της οντολογίας και της επιστημολογίας, δηλαδή του τι είναι η πραγματικότητα και του κατά πόσο είναι δυνατόν εμείς να την αντιληφθούμε σε μια αντικειμενική μορφή. Ο καθένας τους ήρθε αντιμέτωπος με μια στιγμή κρίσης που τον έκανε να επιχειρήσει να κατανοήσει αυτό που παρατηρούσε και κατόπιν να επιχειρήσει να το υπερβεί. Με τον Χάιζενμπεργκ, αυτό ήρθε με τις ανακαλύψεις του σχετικά με τα στοιχειώδη σωματίδια και την συνειδητοποίηση ότι η ίδια η διαδικασία παρατήρησης της συμπεριφοράς τους επηρεάζει τις κινήσεις τους, κάτι φαινομενικά αδύνατον, το οποίο αμφισβητούσε όλους τους κανόνες της κλασικής φυσικής και καθιστούσε την ίδια την ύλη ως κάτι μη αιτιολογικό και άρα ακατανόητο.
Ο Καντ προσέγγισε κάτι παρόμοιο από διαφορετική κατεύθυνση. Το πρόβλημα του Καντ ήταν να προσπαθήσει να βρει απάντηση, αντίδοτο στην απόλυτη υποκειμενικότητα του φαινομένου της παρατήρησης και του στοχασμού, δηλαδή το ότι ο άνθρωπος είναι αδύνατον να αφαιρέσει τον εαυτό του και τις αισθήσεις του από αυτό που εξετάζει, καταλήγοντας έτσι να χάνει κάθε αίσθηση αντικειμενικής αλήθειας και στη διαδικασία αυτή, χάνει και τον ίδιο του τον εαυτό. Ο εμπειρισμός και σκεπτικισμός από τη μία, και ο ορθολογισμός και ιδεαλισμός από την άλλη. Ο Καντ προσπάθησε να γεφυρώσει αυτές τις δύο αντιμαχόμενες φιλοσοφικές αντιλήψεις για πρώτη φορά, επιδιώκοντας ένα μοναδικό επίτευγμα στην ιστορία της φιλοσοφίας.
Και ο Μπόρχες όμως είχε προβεί σε αντίστοιχες παρατηρήσεις σχετικά με την ίδια τη διαδικασία της αντίληψης από σχετικά νεαρή ηλικία. Όπως και στην περίπτωση του Καντ, ο Μπόρχες έβρισκε εντυπωσιακό το παράδοξο του Ζήνωνα, που επεδείκνυε την αναντιστοιχία μεταξύ της εμπειρικής πραγματικότητας και της θεωρητικής αντίληψης της πραγματικότητας. Γι’ αυτό άλλωστε και η παραδοξολογία βρίσκεται στον πυρήνα της λογοτεχνίας του Μπόρχες. Η ίδια η γλώσσα βέβαια χαρακτηριζόταν από την ίδια αμφισημία, την ίδια αβεβαιότητα. Αυτό θα μπορούσε κάποιος εύκολα να ισχυριστεί ότι ήταν ένας πανίσχυρος συνδετικός κρίκος και για τους τρεις. Όσο περίεργο και αν ακούγεται εκ πρώτης όψεως, η γλώσσα αποτελούσε ένα σημαντικό ζήτημα στον πυρήνα της κβαντικής μηχανικής. Κι αυτό επειδή το πρόβλημα δεν ήταν μονάχα η αναντιστοιχία παρατηρήσεων και κοινής λογικής, αλλά συχνά ο τρόπος που μπορούσαμε ως άνθρωποι να περιγράψουμε αυτές τις παρατηρήσεις και να τις εκφράσουμε σε μορφή θεωρίας που να στέκει να γίνεται κατανοητή.
Είναι σαφές ότι το βιβλίο του Γουίλιαμ Έγκιντον έχει περισσότερη λεπτομερή ανάλυση τόσο της κβαντικής φυσικής όσο και της φιλοσοφίας και απαιτεί περισσότερη συγκέντρωση από τον αναγνώστη σε σχέση με εκείνο του Λαμπατούτ, είναι άλλωστε και ένα μεγαλύτερο σε έκταση κείμενο. Όπως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και ως ένα βαθμό τα δύο έργα καλύπτουν αρκετό κοινό έδαφος. Όμως αυτό δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να σας αποθαρρύνει από την ανάγνωσή του. Οι Άγγελοι και σκακιστές είναι ένα υπέροχο ταξίδι στα όρια της ανθρώπινης αντίληψης που θα σαγηνεύσει όλους όσους λατρεύουν την εξερεύνηση της ανθρώπινης σκέψης και άρα του ανθρώπινου μεγαλείου.
