Μαθαίνουμε ελάχιστα για τη ζωή της Λάουρα. Είναι φοιτήτρια πιάνου, έχει μια σχέση, θα πάνε οδικώς με τον φίλο της κι ένα ακόμα ζευγάρι ένα μικρό ταξίδι από το Βερολίνο στην επαρχία. Εκείνο που σίγουρα μαθαίνουμε είναι ότι η Λάουρα είναι και δεν είναι παρούσα, είναι και δεν είναι εκεί. Είναι χαμένη στις σκέψεις της. Αργεί στο ραντεβού για να ξεκινήσουν, ύστερα δεν παρακολουθεί τις συζητήσεις των υπολοίπων τριών στο αυτοκίνητο, ξαφνικά θέλει να γυρίσει πίσω, χωρίς επίκληση κάποιας ειδικής αιτίας. Απλώς δεν. Για τον φίλο της όμως το ταξίδι έχει και μια επαγγελματική διάσταση, οπότε πρέπει να συνεχίσει. Θα την πάει στον πιο κοντινό σταθμό τρένου. Αλλά πηγαίνοντάς την το δυστύχημα θα συμβεί, αυτός θα πεθάνει, εκείνη δεν θα πάθει ούτε γρατζουνιά. Και, είτε επηρεασμένη από το σοκ και την ενοχή, είτε αντίθετα επειδή βρήκε την πιο τραγική ευκαιρία, η Λάουρα δεν θέλει να επιστρέψει στην προηγούμενη ζωή της. Τουλάχιστον όχι αμέσως. Κι όσο παράδοξο κι αν είναι, ζητά από την Μπέτι, τη γυναίκα λίγα μέτρα πιο πέρα από το σπίτι της οποίας έγινε το δυστύχημα, να μείνει το βράδυ εκεί. Κι ύστερα και τις επόμενες ημέρες και τα επόμενα βράδια. Η Μπέτι, που ζει ολομόναχη, όχι μόνο δεν μοιάζει παραξενεμένη ή ενοχλημένη, αλλά την καλοδέχεται.

Kαι ξαφνικά η Λάουρα νιώθει σαν τώρα να είναι στο σωστό μέρος, σαν να βρήκε μια καινούργια θέση, σαν εδώ να ανήκει. Αποδεικνύεται ότι κι η Μπέτι μπορεί να ζει μόνη της, αλλά ότι ο άντρας της και ο γιος της ζουν στην περιοχή. Είχαν απομακρυνθεί μεταξύ τους, αλλά η παρουσία της Λάουρα αρχίζει να τους φέρνει πάλι κοντά. Από τη μια πλευρά μια γυναίκα που για άγνωστους και στην ίδια λόγους δεν της κάνουν τα βασικά συστατικά της ζωής της, από την άλλη μια οικογένεια που για λόγους εξηγήσιμους είχε κοπεί στα δύο και έλειπε σε εκείνη ένα βασικό συστατικό. Υπάρχει ένα κενό που η άφιξη της Λάουρα καλύπτει αμοιβαία. 

SEP/OKT. 2024 DEUTSCHLAND MIROIRS No 3 by Christian Petzold with Paula Beer, Barbara Auer Matthias Brandt und Enno Trebs Photo by Christian Schulz/ Schrammfilm
SEP/OKT. 2024 DEUTSCHLAND MIROIRS No 3 by Christian Petzold with Paula Beer, Barbara Auer Matthias Brandt und Enno Trebs Photo by Christian Schulz/ Schrammfilm

Όλη αυτή η συνθήκη θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια πιο διεισδυτική και επεξεργασμένη ταινία για τις ταυτότητες, το πένθος, την απώλεια, την αναπλήρωση, την αντικατάσταση, τους αντικατοπτρισμούς του τίτλου της. Αλλά ο Κρίστιαν Πέτζολντ σου δίνει την αίσθηση ότι δεν έχει τέτοια φιλοδοξία, ότι δεν φιλοδοξεί να βγει από το μικρό μέγεθος, ότι θέλει να πει μια πολύ ταπεινή ιστορία, ταπεινών ανθρώπων. Ότι δηλαδή δεν προσπαθεί και αποτυγχάνει, αλλά ότι είναι σαν να μην τον αφορά το κάτι παραπάνω. Του αρκεί η καταγραφή της συνθήκης, δεν τον ενδιαφέρει να την αναπτύξει από εκεί και πέρα ιδιαίτερα δραματουργικά, αρκούμενος μινιμαλιστικά στα λίγα. Έχω επίσης την αίσθηση ότι δεν προσπαθεί καν να χτίσει τους «Αντικατοπτρισμούς» του πάνω σε ένα μυστικό: αυτό που μαθαίνουμε προς το τέλος δεν αποτελεί καν ανατροπή, καθώς το έχει βάλει από την αρχή στο τραπέζι. Αν πάντως ως εδώ έχουμε να κάνουμε με συζητήσιμες μεν, συνειδητές όμως αφηγηματικές αποφάσεις, η σκηνή του ατυχήματος ή η σκηνή μιας σωματικής απώθησης σκηνοθετούνται ατσούμπαλα και κακότεχνα (αλλά εντάξει, δεν χάλασε κι ο κόσμος). 

Ακόμα όμως κι αν οι τέσσερις χαρακτήρες των «Αντικατοπτρισμών» παραμένουν κι αυτοί με τη σειρά τους όχι ιδιαίτερα επεξεργασμένοι και αναπτυγμένοι, καθώς καθορίζονται από τα γεγονότα που έχουν συμβεί στο μακρινό ή κοντινό παρελθόν και δρουν βάσει αυτών, ακόμα κι αν στο χαρτί είναι ισχνοί, εμείς ως θεατές κινηματογράφου παρακολουθούμε στη μεγάλη οθόνη αληθινούς ανθρώπους που τους υποδύονται. Ίσως με το ΑΙ σταματήσουμε σταδιακά να το λέμε κι αυτό, αλλά ακόμα μπορούμε να το λέμε. Κι οι αληθινοί άνθρωποι που τους υποδύονται κουβαλάνε πάνω τους τη δική τους φυσική παρουσία, τη δική τους σωματικότητα, τη δική τους φωνή, το δικό τους βλέμμα, τη δική τους αύρα, το δικό τους ειδικό βάρος.

Και ίσως κάπου εκεί η απλή κινηματογράφηση απλών ηρώων, στους οποίους δεν είναι ότι συμβαίνει και κάτι τρομερό από τη στιγμή που θα βρεθούν όλοι μαζί, στους οποίους τα τρομερά έχουν συμβεί και τώρα ζουν στη σκιά τους και τον απόηχό τους, μπορεί να σου επιτρέψει μια ψυχική σύνδεση. Ίσως δηλαδή όπως τα σκυλιά μυρίζονται και γλείφονται όταν συναντήσουν το ένα το άλλο, έτσι και οι άνθρωποι να είχαν πάντα αυτή τη φυσική τάση χαράς, περιέργειας, ανακάλυψης για τους άλλους ανθρώπους. Ίσως πρόκειται για μια φυσική κατάσταση του ανθρώπου που στρώματα επί στρωμάτων πολιτισμού την έχουν καταπιέσει τόσο, ώστε να μην μας φαίνεται πια φυσική. Αλλά όταν βλέπουμε ανθρώπους στη μεγάλη οθόνη του κινηματογράφου είναι πιο εύκολο να απελευθερωθεί και να εκλυθεί ξανά. Κάτι που δεν μπορεί να συμβεί στη σχέση μας με τα βιβλία. Διαβάζοντας λογοτεχνία μπορείς να δεθείς πάρα πολύ με τον ένα ή τον άλλο χαρακτήρα, η λογοτεχνία σε μεταφέρει σε έναν ψυχικό και πνευματικό πυρήνα του ανθρώπου, αλλά η εξωτερική εικόνα, όσο κι αν περιγράφεται με λέξεις κι όσο κι αν την φαντάζεσαι, λείπει. Στο σινεμά και το θέατρο υπάρχει ο ενδιάμεσος ανάμεσα σε σένα και τον ήρωα, υπάρχει ο ηθοποιός και το σώμα του.

Στην προηγούμενη ταινία του Πέτζολντ, τον «Κόκκινο Ουρανό», στην οποία πάλι στο επίκεντρο βρίσκονταν άνθρωποι στην καλοκαιρινή γερμανική επαρχία, ακούγεται ένα ποίημα του Χάινριχ Χάινε (εδώ σε αγγλική μετάφραση), το οποίο μιλά για την κόρη του σουλτάνου που κάθε σούρουπο περπατούσε σε μια ακτή και κάθε σούρουπο έβλεπε ένα νεαρό σκλάβο να στέκεται λίγο πιο πέρα και μέρα με τη μέρα να γίνεται πιο χλωμός, μέχρι που δεν άντεξε και πήγε να τον ρωτήσει το όνομά του, τη φυλή και την πατρίδα του, κι εκείνος της απάντησε ότι Μοχάμετ τον λένε, από την Υεμένη κατάγεται και στη φυλή των Άσρα ανήκει, των Άσρα που όταν αγαπούν πεθαίνουν.

Ίσως λοιπόν κι εμείς που ανήκουμε στη φυλή των θεατών του κινηματογράφου, βλέπουμε στις ιστορίες του άλλους ανθρώπους και στη δική μας φυλή πεθαίνουμε λίγο πιο αργά, μία ταινία τη φορά. Κι ακόμα κι αν δεν είναι η πιο φιλόδοξη ή η πιο δουλεμένη ταινία του κόσμου, πάντως στους «Αντικατοπτρισμούς» είδαμε και κάπως αγαπήσαμε την Λάουρα της Πόλα Μπιρ, την Μπέτι της Μπάρμπαρα Άουερ, τον Ρίχαρντ του Ματίας Μπραντ, τον Μαξ του Ίνο Τρεμπς.