Ένα από τα πιο διάσημα χορευτικά ζευγάρια , ο Sergei Polunin και η Natalia Osipova έρχονται στην Αθήνα για να μας παρουσιάσουν την πρώτη, κοινή τους μοντέρνα χορευτική παράσταση.

Από τη μία, η Natalia Osipova , το πρώην αστέρι των Μπολσόι που συνεχίζει πλέον την καριέρα της χορεύοντας ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου στο American Ballet Theatre, στο Royal Ballet, στη Σκάλα του Μιλάνου και σε όλα τα μεγάλα θέατρα διεθνώς.

Από την άλλη, ο Sergei Polunin, ο νεότερος πρώτος χορευτής στην ιστορία της Covent Garden και επίτιμος προσκεκλημένος των Μπολσόι με πολλά βραβεία στο δυναμικό του όπως: Χρυσό μετάλλειο και βραβείο κοινού στο Grand Prize της Λωζάνης αλλά και της Αμερικής, καλύτερου χορευτή στην Αγγλία (2007,2011), Ψυχή του χορού από το περιοδικό «Ballet» (2014). Πριν δύο χρόνια, έλαβε μέρος στο μουσικό βίντεο «Take me to Church» του Hozier, με περισσότερες από 15.000.000 προβολές στο youtube, ενώ το Νοέμβριο βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες η ταινία «Dancer», ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, με τον ίδιο να πρωταγωνιστεί σε σκηνοθεσία Steven Cantor.

Η παράσταση χωρίζεται σε τρία μέρη, με τις υπογραφές και δημιουργικές ματιές έμπειρων χορογράφων:

– Qutb, σε χορογραφία Sidi Larbi Cherkaoui
Qutb στα αραβικά σημαίνει «άξονας», «στύλος» κι έχει πολλαπλές  συμβολικές και μυστικιστικές αναφορές στην παράδοση των Σούφι. Εδώ, η Natalia Osipova ενώνει δυνάμεις με τους σπουδαίους σολίστες Jason Kittelberger και James OHara, δημιουργώντας την αίσθηση μίας μυστικιστικής αποκάλυψης. Αίσθηση η οποία εντείνεται μοναδικά από τον υπέροχο συνδυασμό της σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής με τους παραδοσιακούς ήχους των Σούφι.

– Silent Echo σε χορογραφία Russell Maliphant
Έχοντας ως βάση το κλασικό «pas de deux» -ντουέτο, σόλο, σόλο, ντουέτο- οι Natalia Osipova και Sergei Polunin δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους σε ένα θέαμα, που παντρεύει μαγευτικά τον χορό με τη μουσική και το φωτισμό.

– Run Mary Run σε χορογραφία Arthur Pita
Μία ιστορία τοξικής αγάπης, εμπνευσμένη εν μέρει από τη σχέση της Amy Winehouse και του Blake Fielder-Civil, η αφήγηση της οποίας ξεκινά από το τέλος και έχει ως ηχητικό background τη μουσική της Shangri-Las, που μεσουρανούσε στους εφήβους του 1960, και του Frank Moon.