Προβάλλεται πριν λίγες μέρες στο Ριβιέρα, σε μια ειδική προβολή, το «Έλα Να Δεις» του Ελέμ Κλίμοφ, μια συνταρακτική αντιπολεμική ταινία του 1985. Βρισκόμαστε στο 1943, οι Ναζί έχουν εισβάλει στη Σοβιετική Ένωση, αντιμετωπίζουν σθεναρή αντίσταση, αφήνουν πίσω τους καμένη γη και καμένους ανθρώπους. Στο τέλος της ταινίας διαβάζουμε ότι 628 χωριά της Λευκορωσίας κάηκαν μαζί με τους κατοίκους τους. Συνολικά δε η Λευκορωσία έχασε τότε το 25% του αμάχου πληθυσμού της. 

Πώς μπορείς να συγκεντρώνεις τους κατοίκους ενός χωριού και να τους δολοφονείς μαζικά; Τι σε κάνει έτσι; Τι έκανε τους συγκεκριμένους ανθρώπους να θεωρούν ότι δικαιούνται να σκοτώνουν εν ψυχρώ και τελετουργικά αμάχους; Η ιδεολογία; Αυτό το δηλητήριο που είχε ποτίσει το κεφάλι τους; Σύμφωνοι, αλλά πρόκειται για τη μισή απάντηση. Ίσως λιγότερη κι από τη μισή. Όλο το υπόλοιπο είναι η συνθήκη: εδώ τώρα έτσι γίνεται, εδώ τώρα έτσι κάνουμε, εδώ δεν ισχύουν τα συνήθη, εδώ οι κανόνες είναι διαφορετικοί, εδώ μας παίρνει, εδώ έχουμε τη δύναμη και τη νομιμοποίηση να φερθούμε ως τέρατα. Δεν υπάρχει κανείς να μας εμποδίσει εξωτερικά, δεν υπάρχει τίποτα να μας εμποδίσει εσωτερικά.

Μετά, αν γλιτώσουμε και γυρίσουμε σπίτια μας, μπορεί και να ζήσουμε δεκαετίες μια ήσυχη ζωή. Ατιμώρητοι. Εξωτερικά και εσωτερικά. Και απόλυτα. Θα ζήσουμε μέχρι τα βαθιά γεράματα, σαν όλους τους άλλους ανθρώπους, σαν όλο αυτό να μην είχε συμβεί, με τις χαρές μας και τις ματαιώσεις μας, με τις αγανακτήσεις μας για διάφορα κακώς κείμενα του καιρού της ειρήνης. Ίσως σε μεγάλο βαθμό απωθήσουμε και τι κάναμε. Αχ, οι τρέλες της νιότης! Η κόλαση στην οποία θα τιμωρηθούμε δεν βρίσκεται μπροστά μας, σε κάποιον επόμενο κόσμο, η κόλαση για την οποία δεν τιμωρηθήκαμε ήταν πίσω μας, στα χωριά της Λευκορωσίας. Ή στο Δίστομο και τα Καλάβρυτα. 

Ή η κόλαση δεν είναι ούτε πίσω μας ούτε μπροστά μας, η κόλαση είναι τώρα στη Γάζα.

Όταν βλέπεις μια ταινία του 1985 που μιλά για γεγονότα του 1943 υπάρχει μια δικλείδα ασφαλείας. Γιατί μπορεί το πρόσωπο του δεκαπεντάχρονου πρωταγωνιστή να μεταμορφώνεται εξαιτίας όλων όσων βιώνει και να μετατρέπεται στο πρόσωπο μιας φρίκης που δεν είναι δυνατό να χωνευτεί και να χωρέσει σε ένα μυαλό, παιδικό ή μη, γιατί μπορεί να βγαίνεις από την ταινία κάθε άλλο παρά αλώβητος, γιατί μπορεί να αρρωσταίνεις, αλλά αρρωσταίνεις για κάτι που ανήκει στο παρελθόν και την Ιστορία, όλα αυτά σε αφορούν ως θεατή και καταναλωτή της τέχνης, ενώ ως πολίτη σε αφορούν μόνο στο πλαίσιο διαμόρφωσης της συνείδησής σου. Δεν υπάρχει κάτι επείγον εδώ. Ταράξου, τραντάξου, μάθε να μισείς τις θηριωδίες, φρόντισε να μην συντρέξουν ποτέ οι συνθήκες να επαναληφθούν ξανά. Αλλά ως εκεί. Όταν βλέπεις όμως ντοκιμαντέρ για την Παλαιστίνη, η δικλείδα ασφαλείας χάνεται. Ό,τι βλέπεις συμβαίνει τώρα. Εξακολουθεί και συμβαίνει. Κι αυτό που συμβαίνει επηρεάζει και επιτίθεται και στους ίδιους τους συντελεστές του καλλιτεχνικού προϊόντος. 

Eίχαμε μιλήσει πρόσφατα για το ντοκιμαντέρ “Put Your Soul in your Hand and Walk”. Πρωταγωνιστεί η εικοσιπεντάχρονη Φατιμά Χασούνα, κάτοικος Γάζας. Καθώς περνούν οι μήνες, με τον επιβεβλημένο από το Ισραήλ λιμό, το πρόσωπό της αδυνατίζει, η ίδια καταβάλλεται, ενίοτε δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στη συνομιλία. Ακόμα και τότε όμως, το χαμόγελο της είναι με έναν στοιχειωτικό τρόπο εκεί. Όταν η σκηνοθέτις Σεπιντέ Φαρσί επιλέγει να μας δείξει βίντεο που τράβηξε η Φατιμά από τους δρόμους της Γάζας, δεν ξέρω αν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν την εικόνα. Μάλλον δεν υπάρχουν. Όπως δεν υπάρχουν και για την αίσθηση που δημιουργείται όταν ακούμε τον ήχο των βομβαρδισμών. Το ντοκιμαντέρ επιλέγεται για το Φεστιβάλ των Καννών. Στις 15 Απριλίου του 2025, η Φαρσί ενημερώνει τη Φατιμά και αρχίζουν να οργανώνουν τις λεπτομέρειες του ταξιδιού της. Χαράματα της 16ης Απριλίου, με στοχευμένη επίθεση του ισραηλινού στρατού, βομβαρδίζεται το διαμέρισμα της Φατιμά. Σκοτώνεται μαζί με άλλα έξι μέλη της οικογένειάς της.  

Είχαμε επίσης μιλήσει για  το “Coexistence, my Ass” που παρουσιάζει τη ζωή της Ισραηλινής αντιφρονούσας Νόαμ Σούστερ-Ελιάσι, το οποίο προβλήθηκε και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Όταν η σκηνοθέτις Άμπερ Φάρες μόνταρε το ντοκιμαντέρ, το σπίτι της στον Λίβανο βομβαρδιζόταν από τις ισραηλινές δυνάμεις. Μπροστά σε αυτά, το ότι λίγες εβδομάδες μετά το όσκαρ ντοκιμαντέρ για το ¨Νο Οther Land” ο εκ των σκηνοθετών του Χαντμάν Μπαλάλ ξυλοκοπήθηκε αγρίως από Ισραηλινούς εποίκους και κρατήθηκε για μια μέρα απ’ τον ισραηλινό στρατό, είναι πταίσμα. 

Τώρα, στο Φεστιβάλ της Βενετίας, το «Η Φωνή της Χιντ Ράτζαμπ» της Κάουθερ Μπεν Χάνια (άλλη μια γυναίκα πίσω από την κάμερα για το θέμα) αναπαριστά -έχοντας εισάγει όμως και στοιχεία ντοκιμαντέρ- την ιστορία ενός εξάχρονου κοριτσιού που δολοφονήθηκε από τον ισραηλινό στρατό, αφού πρώτα είχαν δολοφονηθεί έξι μέλη της οικογένειάς τoυ και εκείνο είχε καλέσει σε βοήθεια. Η ιστορία ενός ακόμα δολοφονημένου παιδιού. Μετά το τέλος της προβολής γίνεται ρεκόρ διάρκειας standing ovation. Τα χειροκροτήματα κρατούν είκοσι τρία oλόκληρα λεπτά. Ο Χοακίν Φίνιξ και η Ρούνι Μάρα, εκ των παραγωγών της ταινίας, παρακολουθούν συγκινημένοι την αντίδραση των θεατών. Πώς είναι να χειροκροτάς επί είκοσι τρία λεπτά για ένα ακόμα δολοφονημένο παιδάκι; Υπάρχουν ίσως δυο ειδών χειροκροτήματα: εκείνα που χειροκροτούν ως ένδειξη αποστροφής για τη βαρβαρότητα και από την απέναντι πλευρά υπάρχουν και μεταφορικά ή μη χειροκροτήματα που νομιμοποιούν τη συνέχισή της. Προς το παρόν κερδίζουν τα δεύτερα, διαρκούν πολύ περισσότερο από είκοσι τρία λεπτά, προς το παρόν παιδιά και ενήλικοι άμαχοι εξακολουθούν να δολοφονούνται μαζικά.