Ήταν Απρίλιος του ‘64, πριν από εξήντα ένα χρόνια, όταν ο Daredevil έκανε την παρθενική του εμφάνιση στο Daredevil #1 από τον Stan Lee και τον Bill Everett για λογαριασμό της Marvel Comics. Την ημέρα είναι ο Mat Murdock, τυφλός δικηγόρος από το Hell’s Kitchen της Νέας Υόρκης. Προσπαθεί να βοηθήσει τους απλούς πολίτες σύμφωνα με το γράμμα του νόμου. Το βράδυ, ντύνεται στα κόκκινα και κάνει ακροβατικά στις ταράτσες και τους ουρανοξύστες προστατεύοντας αυτούς που οι νόμοι και το σύστημα είναι αδύνατον να προστατεύσουν.
Ο Daredevil είναι καταπληκτικός λογοτεχνικός ήρωας, εύκολα βλέπεις γιατί γοήτευσε και συνεχίζει να γοητεύει τους αναγνώστες. Είναι ένας δικηγόρος που ενώ προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του, ξέρει ότι το σύστημα το οποίο υπηρετεί είναι διεφθαρμένο. Επίσης, είναι ένας πιστός καθολικός χριστιανός που γνωρίζει πως πηγαίνει ενάντια στις πεποιθήσεις του κάθε φορά που σπάει το πόδι και το χέρι ενός κακοποιού. Ναι, έχει υπερδυνάμεις, αλλά ταυτόχρονα είναι τυφλός και δεν αφήνει την αναπηρία του να σταθεί εμπόδιο ούτε στην κοινωνική του ζωή ούτε και στην υπερηρωική του. Ο Matt φλερτάρει, πλακώνεται και τσαλακώνεται. Έχει όλα τα συστατικά για να κάνει έναν δραματικό ήρωα να λειτουργήσει σε οποιοδήποτε μέσο και να τον βάλεις, από κόμικ μέχρι κινηματογράφο και βιντεοπαιχνίδια.
Το 2015, έπειτα από την πρώτη απόπειρα να συστηθεί ο Daredevil στο ευρύ κοινό με το παρεξηγημένο Daredevil του 2003, ο Drew Goddard δημιουργεί μια νέα σειρά για τον ήρωα όπου στεγάζεται στην τότε φρέσκια πλατφόρμα του Netflix. Τα πόστερ και το μάρκετινγκ είναι αρκετά εύστοχα. Δείχνουν έναν χτυπημένο Matt Murdock, με ματωμένα χείλη και χέρια, να προσπαθεί να ισιώσει τη γραβάτα του και να χαμογελάει στην κάμερα. Αυτή είναι η αισθητική του χαρακτήρα στην τελειότητα και την κατάφεραν από το πρώτο πόστερ. Άλλωστε, μην ξεχνάμε πως ο πλήρης τίτλος του κόμικ είναι Darevil: The Man Without Fear!
Τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν πόσο καταπληκτική ήταν αυτή η πρώτη σεζόν μέσα στο χαοτικό MCU. Οι ταινίες μπορεί να γινόντουσαν όλο και πιο χαζές, όλο και πιο ανώριμες, όλο και πιο πεζές, αλλά το Daredevil, όπως και ο ήρωας, κατάφερνε να ισορροπήσει τέλεια ανάμεσα στην ψυχαγωγία και τη διασκέδαση. Ο χαρακτήρας έλαβε την ίδια αντιμετώπιση που έλαβε και ο Batman στην τριλογία του Κρίστοφερ Νόλαν –ένα σοβαρό δράμα όπου ο πρωταγωνιστής τυγχάνει να ντύνεται νίντζα. Καταπληκτικές ερμηνείες, προσεγμένες σκηνές δράσης και χορογραφίες, και μια διεύθυνση φωτογραφίας που αναδείκνυε τους βρόμικους δρόμους του σύμπαντος της Marvel τόσο καλά που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τον κινηματογράφο (το αντίθετο είναι πιο πιθανό).
Βεβαίως, μέσα σε όλα αυτά έχουμε και τον καπιταλισμό που δεν μας επιτρέπει να έχουμε ωραία πράγματα και να τα ευχαριστιόμαστε. Το 2018 το Netflix ακύρωσε το Daredevil μετά από το αριστουργηματικό φινάλε της τρίτης σεζόν. Γιατί; Γιατί έτσι. Πάντως όχι γιατί η σειρά δεν είναι καλή ή γιατί δεν την έβλεπε ο κόσμος. Λίγο ότι το budget ήταν τσιμπημένο για τα γούστα της πλατφόρμας, λίγο ότι εκείνη την περίοδο η Disney ετοιμαζόταν να ανοίξει το Disney+, όπως πάντα στους πολέμους την πληρώνουν οι αθώοι.
Τώρα, επτά χρόνια αργότερα, ο Daredevil επιτέλους επιστρέφει ξανά στη μικρή οθόνη με τη νέα σειρά Daredevil: Born Again στο Disney+. Οι ηθοποιοί είναι οι ίδιοι, οι συντελεστές διαφορετικοί. Καταφέρνει ο ήρωας δίχως φόβο να ισορροπήσει για μια ακόμα φορά ανάμεσα στην τέχνη και τη διασκέδαση;

Το Born Again δανείζεται τον τίτλο του από το ομώνυμο κόμικ του Frank Miller και του David Mazzucchelli, αλλά όχι την ιστορία του. Η αντιμετώπιση του τίτλου είναι παρόμοια με αυτή του Spider-Man: Homecoming το 2017, όπου ο τίτλος λειτουργεί και ως λογοπαίγνιο καθώς ο Spider-Man, μεταφορικά, επιστρέφει «σπίτι» του στο MCU αφού μέχρι τότε τα δικαιώματα τα είχε αποκλειστικά η Sony. Τώρα, ο Daredevil γίνεται «Born Again» επίσημα στο σύμπαν της Marvel, ασχέτως αν και στη σειρά του Netflix ήδη θεωρούταν μέρος του.
Το Born Again έχει φτιαχτεί από ανθρώπους που μιμούνται κινηματογραφικές τεχνικές, αλλά δεν έχουν καμία ιδέα πότε να τις χρησιμοποιήσουν. Και τα εννέα επεισόδια υποφέρουν από κρίση ταυτότητας. Εισάγουν χαρακτήρες που δεν οδηγούν πουθενά, ξεκινάνε πλοκές που δεν ολοκληρώνονται. Οι σκηνές δράσης –οι λίγες που υπάρχουν– έχουν ατσούμπαλα κοψίματα, υπερβολικό κούνημα στην κάμερα, αχρείαστο slow-motion και είναι σκοτεινές και πασαλειμμένες με φτηνό CGI. Το Daredevil του Netflix έφερε περήφανα τις επιρροές από τη διλογία The Raid του Gareth Evans, το Born Again παριστάνει πως τις έχει δει.
Οι επιπλοκές στα γυρίσματα είναι γνωστές. Πρώτα η σειρά ήταν να έχει 18 επεισόδια, μετά έδιωξαν σεναριογράφους και σκηνοθέτες, έφεραν άλλους, αλλά το χρήσιμο υλικό από τα γυρίσματα το κράτησαν και άρχισαν να γράφουν σκηνές γύρω απ’ αυτό. Όλο αυτό φαίνεται στο τελικό αποτέλεσμα. Στα ελληνικά το λέμε «όπου λαλούν πολλοί κοκόροι, αργεί να ξημερώσει», στα αγγλικά “too many cooks in the kitchen”, το θέμα είναι πως μια λέξη που θα χαρακτήριζε όλη αυτή την πρώτη σεζόν είναι: μπάλωμα. Σε κάθε επεισόδιο φαίνονται τα ράμματα και τα τσιρότα που έχουν κολλήσει ώστε να ράψουν σκηνές μεταξύ τους που δεν ταιριάζουν. Η σειρά δεν δόθηκε σε άτομα με πάθος και αγάπη για τον χαρακτήρα. Δεν έχουν ιδέα τι κάνουν και πώς να το κάνουν.

Σκοτώνουν χαρακτήρες και μια εβδομάδα μετά ανακοινώνουν πως θα τους φέρουν πίσω στα social media. Μας δίνουν τρεις ανταγωνιστές για τον πρωταγωνιστή μας (Kingpin, Muse, Bullseye), αλλά μόνο ο ένας παίρνει κάποιου είδους κλείσιμο –και αυτό τεμπέλικο–, ενώ οι υπόλοιποι δύο μένουν μετέωροι με την «υπόσχεση» πως θα επιστρέψουν. Ποιος ο λόγος να φέρουν τον Kingpin και τον Bullseye; Για να πάρουν τα πολυπόθητα reactions online απ’ όσους έχουν κάνει καριέρα το fanboyism. Το μεγαλύτερο παράπτωμα; Λείπει ο Daredevil από την ίδια του τη σειρά!
Ένα μεγάλο κομμάτι των πρώτων επεισοδίων του Born Again είναι το ότι ο Matt έχει απαρνηθεί το alter ego του, αλλά η σειρά δεν λέει τίποτα ενδιαφέρον με αυτό. Στο ένα επεισόδιο δεν είναι ο Daredevil και στο επόμενο αποφασίζει μέσα σε πέντε λεπτά πως τελικά είναι και επιστρέφει στη δράση. Η σκηνή που επιστρέφει: αδιάφορη. Δεν ήταν ικανοί αυτοί οι συντελεστές να δημιουργήσουν μια θριαμβευτική επιστροφή για τον ήρωά τους. Ούτε βάθος, ούτε πάθος. Είναι αστείο το πόσα εκατομμύρια πετάνε για ένα αποτέλεσμα που ταλαντούχοι κινηματογραφιστές θα μπορούσαν να καταφέρουν με το μισό budget. Οπότε, όχι, δεν μπορεί να ισορροπήσει τέλεια ανάμεσα στην ψυχαγωγία και στη διασκέδαση όπως ο προκάτοχός του. Δεν έχει ούτε σταθερή κινηματογραφική γλώσσα· η ροή υποφέρει από αστοχίες στο μοντάζ και το σενάριο από τις ανησυχίες ενός λυκειόπαιδου που ξαφνικά αποφάσισε να ασχοληθεί επιφανειακά με την πολιτική. Κοινοτοπίες, μεγαλοστομίες και τίποτα άλλο.


Σε κάθε επεισόδιο χρησιμοποιείται η τεχνική του παράλληλου μοντάζ, μόνο που δεν καταφέρνει να παραλληλίσει τίποτα, μιας και οι σκηνές που τρέχουν ταυτόχρονα πολλές φορές δεν δένουν μεταξύ τους. Προσπαθούν να εξαναγκάσουν το δράμα των χαρακτήρων να βγει στην επιφάνεια, αλλά καταλήγουν να δημιουργούν ένα σύμπλεγμα σκηνών που δημιουργεί εκνευρισμό στον παρατηρητή.
Τέλος, αν υπάρχει ένα θετικό σχόλιο γι’ αυτή τη –στην καλύτερη περίπτωση– μέτρια σειρά, είναι για τους ηθοποιούς. Συγκεκριμένα όλους όσους επιστρέφουν: ο Charlie Cox, o Vincent D’Onofrio, ο Jon Bernthal, ο Wilson Bethel και η Deborah Ann Woll, κυρίως ο Cox γιατί την κουβαλάει πάνω του. Είναι χαρισματικός, γοητευτικός και με τα λιγοστά πράγματα που του δίνουν να κάνει, καταφέρνει συνεχώς να αποδεικνύει γιατί είναι η τέλεια επιλογή για τον Matt Murdock.
Το Born Again πάτησε στους ώμους γιγάντων, αλλά δεν κατάφερε να αντεπεξέλθει στις προσδοκίες. Η σύγκριση με την αρχική σειρά όχι μόνο ήταν αναπόφευκτη, αλλά και δίκαιη. Χρησιμοποιεί όλη τη δουλειά που έκαναν εκεί, τη φήμη που απέκτησε η σειρά από τον κόπο των άλλων, και έρχεται ανακηρύσσοντας πως είναι η τέταρτη σεζόν που ποτέ δεν πήραμε. Αλλά αυτό είναι ψέμα, είναι η «τέταρτη σεζόν» όποτε τη συμφέρει, δηλαδή στις σχέσεις των χαρακτήρων μεταξύ τους και σε κάποιες αναφορές, αλλά σεναριακά δεν βγάζει νόημα. Σου δίνει να καταλάβεις πώς οι σωστοί άνθρωποι στις σωστές θέσεις κάνουν όλη τη διαφορά. Το να φέρεις τους ηθοποιούς στους ρόλους τους είναι μόνο το πρώτο βήμα. Το Daredevil είχε καταφέρει να ξεχωρίσει σε μια εποχή που θεατές ήδη είχαν αρχίσει να εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους με το superhero genre, το Born Again πήγε και ανακατεύτηκε με όλα τα υπόλοιπα.
Είναι καλό και ικανοποιητικό ακόμα και αν είσαι άνθρωπος που δεν ενδιαφέρεται για το γύρισμα και δεν προσέχει τις λεπτομέρειες; Ίσως. Αλλά από τα εννέα επεισόδια το ένα είναι filler και ο ήρωας εμφανίζεται για λίγο σε κάποια από αυτά. Ακόμα και καθόλου να μην ενδιαφέρεσαι για τα τεχνικά ζητήματα και θες να δεις μόνο ξύλο, αυτό εγώ δεν το λέω διασκεδαστικό.

