24 Σεπτεμβρίου 2012
Essex Street Market, Νέα Υόρκη
«Είμαστε αυτό που κάνουμε επανειλημμένα. Άρα η τελειότητα δεν είναι μια πράξη, αλλά μια συνήθεια» τάδε έφη Αριστοτέλης. Και τάδε πρέπει να είχε στο μυαλό του και ο David Levine όταν συνέλαβε για πρώτη φορά το Habit το 2005. Πρόκειται για μια site-specific θεατρική παράσταση-performance-εγκατάσταση, η οποία παρουσιάστηκε φέτος από το PS122 και το Crossing the Line Festival σε μια ευάερη και ευήλια αποθήκη του Essex Street Market, γαστρονομικός προορισμός και αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του Lower East Side στο Μανχάταν.
Η ιδέα πίσω από το Habit είναι απλή. Τρεις ηθοποιοί, ένα θεατρικό έργο, καθόλου σκηνικές οδηγίες. Μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός πλήρως εξοπλισμένου και επιπλωμένου σπιτιού («χτισμένο» και τοποθετημένο στη μέση της αποθήκης), οι ηθοποιοί παίζουν το 90λεπτο δράμα τους σε επανάληψη για 8 συνεχόμενες ώρες. Οι κανόνες είναι οι εξής: Οι ηθοποιοί δεν επιτρέπεται να βγουν έξω από τα όρια του σκηνικού, πρέπει να ακολουθήσουν πιστά το κείμενο, μπορούν όμως να αυτοσχεδιάσουν και να αλλάξουν τις δράσεις τους, αρκεί οι επιλογές τους να συμβαδίζουν πάντα με το χαρακτήρα που υποδύονται. Η δουλειά του θεατή; Να βρει την αποθήκη (δεν ήταν τόσο απλό όσο νομίζαμε, αλλά ήταν κι αυτό μέρος του παιχνιδιού). Όταν το καταφέρει αυτό, ο θεατής έχει το ελεύθερο να προσέλθει και να αποχωρήσει από το χώρο όποτε επιθυμεί (θυμηθείτε το Μέσα του Δημήτρη Παπαϊωάννου). Βρισκόμενος εκεί, μπορεί να αλλάξει θέση, να κρυφοκοιτάξει μέσα από όποιο παράθυρο εκείνος επιλέξει, να ανοιγοκλείσει τις αέρινες, διαφανείς κουρτίνες κατά βούληση και να παρακολουθήσει τους ηθοποιούς, ενώ αυτοί φτιάχνουν καφέ, βουρτσίζουν δόντια, μαγειρεύουν, πηγαίνουν στην τουαλέτα, κάνουν μπάνιο, τρώνε, τσακώνονται, σνιφάρουν κόκα, ερωτοτροπούν, αυτοκτονούν, δολοφονούν κ.ο.κ.
Την πρώτη φορά που βλέπεις το Habit επικεντρώνεσαι στην πλοκή. Βρισκόμαστε σε ένα κλασικό αμερικανικό ράντσο. Είναι η περίοδος του Halloween. Το σπίτι είναι ακατάστατο, γεμάτο αποκριάτικους στολισμούς και σκουπίδια. Ο Mitch και ο Doug είναι αδέρφια και συγκάτοικοι. Ο Mitch έχει μόλις απολυθεί από γνωστό πολυκατάστημα-αλυσίδα. Είναι μουσικός, αλλά θέλει να γίνει ποιητής. Πάσχει από κατάθλιψη, αλλά δεν το παραδέχεται. Ο Doug πουλάει κοκαΐνη, τελευταία όμως δυσκολεύεται να βρει λεφτά να ξεπληρώσει τον προμηθευτή του. Η Viv, ενώ είχε όλες τις προοπτικές για ένα λαμπρό μέλλον, έχει αποτύχει στις σπουδές της, είναι άφραγκη και χαραμίζει τη ζωή της στη μαστούρα – όλα αυτά σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει το θάνατο του αδερφού της. Και οι τρεις χαρακτήρες, λοιπόν, έχουν πιάσει πάτο, ο καθένας με το δικό του μοναδικό τρόπο. Σε αυτό προσθέστε κι ένα ερωτικό τρίγωνο: Ο Mitch είναι ερωτευμένος χρόνια με τη Viv, εκείνη όμως κοιμήθηκε με τον Doug. Η κορύφωση φτάνει όταν ο Mitch αποκαλύπτει στη Viv ότι για το θάνατο του αδερφού της ευθύνονταν αυτός και o Doug. Το τέλος ποικίλει. Εγώ παρακολούθησα τις εξής τρεις εκδοχές: α) O Mitch σκοτώνει τη Viv, β) ο Mitch σκοτώνει τη Viv και μετά αυτοκτονεί και γ) το όπλο που περιφέρεται στο σπίτι ποτέ δεν εκπυρσοκροτεί –σε αντίθεση με το πιστόλι του Τσέχωφ– κι όλα εκτονώνονται με μια εκκωφαντική σιωπή (Rewind and restart).
Αν απομονώσεις το κείμενο, αυτό δεν έχει να σου πει πολλά παραπάνω από μια μέτρια μεσημεριανή σειρά στην τηλεόραση. Όπως είναι αναμενόμενο, η παράσταση αποκτά κάποιο ενδιαφέρον από τη δεύτερη φορά που τη βλέπεις και μετά. Και αυτό εντοπίζεται αποκλειστικά στη φόρμα και στη δομή. Προσωπικά, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν η τελευταία φορά που παρακολούθησα ένα site-specific performance σε διαρκές loop, στο οποίο πάλι εγώ ως θεατής καθόριζα ποια κομμάτια της δράσης θα δω ανάλογα με το ποιους ηθοποιούς θα επέλεγα να ακολουθήσω. Σε αντίθεση όμως με το Sleep No More των Βρετανών Punchdrunk, όπου η δράση ήταν διάχυτη προς όλες τις κατευθύνσεις των 5 ορόφων και των 90 δωματίων του McKittrick Hotel, στο Habit η κλίμακα είναι σαφώς μικρότερη και τα πάντα αισθητά και πιο συμπυκνωμένα. Η μετακίνηση του κοινού είναι σαφώς πιο περιορισμένη και περιστρεφόμενη γύρω από το σπίτι. Το αποτέλεσμα; Ένα γύρω γύρω όλοι, με εμάς, τους περίεργους και ηδονοβλεψίες, να διεκδικούμε συνωμοτικά την καλύτερη οπτική γωνία για να συλλέξουμε ‒όσο το δυνατόν‒ περισσότερα κομμάτια από το παζλ που διαδραματίζεται στη μέση.
Το Habit διαπραγματεύεται τα θέματα της κλειδαρότρυπας και του ριάλιτι, του ιδιωτικού και του δημόσιου, της σχέσης θεατή-θεάματος, της πραγματικότητας και του ρεαλισμού, της ρουτίνας και της ανακύκλωσης. Φλερτάρει με τα όρια και τις αντοχές του κοινού και κυρίως με τα όρια και τις αντοχές των ηθοποιών. Παίζει και μεγεθύνει την ιδέα ότι, σε αντίθεση με τον κινηματογράφο, όπου εκεί ουσιαστικά ο σκηνοθέτης σου υποδεικνύει τι θα δεις με το κάδρο του, στο θέατρο επιλέγεις τι θα δεις. Και πάνω από όλα, εκφράζει σε υπερβάλλοντα βαθμό την ίδια τη φύση και μαγεία του θεάτρου ότι ποτέ, ακόμα και στις πιο συμβατικές παραστάσεις, δε θα δεις το ίδιο πράγμα δύο φορές.
Παρ’ όλα αυτά, η συνήθεια εδώ δεν αγγίζει καμία αριστοτελική τελειότητα. Το εγχείρημα του Habit έχει πλάκα, αλλά θα πείσει μόνο το θεατή που δεν έχει δει ποτέ ξανά κάτι παρόμοιο. Για όσους έχουν ξοδέψει ώρες να παίζουν κυνηγητό με τους εκάστοτε ηθοποιούς, έχουν παρακολουθήσει μαραθώνιες παραστάσεις να θολώνουν τα νερά ανάμεσα σε θέατρο-performαnce-εγκατάσταση και έχουν δει την ίδια συνθήκη να εφαρμόζεται σε διαφορετικά περιβάλλοντα, το Habit δεν έχει να προσφέρει τίποτα καινούργιο και επιβεβαιώνει ότι η καταλυτική επίδραση μιας τέτοιου είδους φόρμας έχει αρχίσει να φθίνει. Ίσως ήρθε η ώρα, λοιπόν, να ξεβολευτούμε από την ασφάλεια μιας αναμασημένης ιδέας και να εξερευνήσουμε ποιες άλλες δυνατότητες –ή μη– μπορεί αυτό το εργαλείο της αδιάλειπτης επανάληψης να προσφέρει, πέρα από την προφανή χρήση του. Σίγουρα η τάση των τελευταίων χρόνων αντανακλά τη δίψα του κοινού για μη στερεότυπες θεατρικές εμπειρίες – κάτι πέρα από το παραδοσιακό «πάω στο θέατρο, ο ταξιθέτης μου κόβει το εισιτήριο, κάθομαι στη θέση μου και παρακολουθώ μια παράσταση από το ίδιο σταθερό σημείο». Σίγουρα όλα αυτά τα projects ανταποκρίνονται σε μια ανάγκη να επαναπροσδιορίσουμε τη λειτουργία του θεάτρου και να δεσμεύσουμε το κοινό και τη φαντασία του με απροσδόκητα μέσα. Το ερώτημα όμως είναι: «Μετά το “λουπάρισμα” ΤΙ;».
* Ο David Levine δούλεψε και ανέπτυξε το Habit στο διαπρεπές Watermill Center του Bob Wilson και στο MASS MoCA, ένα από τα πιο διακεκριμένα μουσεία σύγχρονης τέχνης και performing arts στην Αμερική. Η παράσταση έκανε επίσημη πρεμιέρα το 2011 στο καινοτόμο Luminato Festival of Arts and Creativity στο Τορόντο του Καναδά.
