Το βράδυ της 22ης Ιουνίου, το Ξέφωτο του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος μετατράπηκε σε έναν ηλεκτρονικό καμβά. Χιλιάδες θεατές παρακολουθήσαμε τον Jean-Michel Jarre, έναν από τους σημαντικότερους πρωτοπόρους της ηλεκτρονικής μουσικής να παίζει με τα “synthια” (συνθεσάιζερ) του υπενθυμίζοντας τη δύναμη της τεχνολογίας που μπορεί να μεταμορφώσει τον ήχο σε εμπειρία. Είδα κοινό κάθε ηλικίας λουσμένο από τα φώτα των προβολέων, τα λέιζερ και τους συμπαντικούς ήχους των synthesizers να σηκώνεται από το γρασίδι και να χορεύει στους ρυθμούς που απλόχερα μας χάρισε ο Jean-Michel Jarre. Το Oxygéne και το Équinoxe με τη σκηνή φωτισμένη από την ηλεκτρονική αύρα με έκανε αμέσως να σκεφτώ πως σε μια εποχή γιομάτη υπαρξιακές κρίσεις, ψηφιακή αποξένωση και κλιματική αβεβαιότητα, η ηλεκτρονική μουσική η γεννημένη μέσα από τους σωλήνες του κενού, τα καλώδια και τα μικροτσίπ συνεχίζει να προσφέρει μια διέξοδο. Έναν κοινό τόπο όπου η τεχνολογία δεν μας υποδουλώνει αλλά μας απελευθερώνει. Ναι, τελικά τα synth θα μας σώσουν.

Ο Jean-Michel Jarre μας είπε από σκηνής ότι αγαπάει την Ελλάδα και ότι είναι προνόμιο να είναι εδώ, γιατί πάντα για εκείνον η Ελλάδα είναι πηγή έμπνευσης. Η Ελλάδα της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας, αξίες που όλοι μας αποζητούμε στο σήμερα. Ευχαρίστησε και το SNF Nostos 2026 που τον προσκάλεσε στο πλαίσιο της επετείου των 30 χρόνων του. Έπαιξε με τα synth του και επανήλθε με μια άλλη δήλωσή του που την βρήκα απολύτως ορθή. «Πολλά μουσικά πράγματα δεν έχουν να κάνουν μόνο με την Αμερική, την τζαζ, τα μπλουζ ή την ροκ. Έχουν εφευρεθεί στην Ευρώπη, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ελλάδα, στην Ιταλία στην Ισπανία και ξέρετε όλα αυτά τα σπουδαία μηχανήματα γύρω μου (εννοώντας τα συνθεσάιζερ) είναι ποιητικές οργανικές ωραίες “κοιμωμένες” και απόψε αποφάσισα να σας καλέσω στην “κουζίνα” μου. Αποκαλώ αυτό το μέρος “κουζίνα μου” γιατί η ηλεκτρονική μουσική είναι για μένα λίγο σαν ελληνική σαλάτα που μπορώ να ανακατέψω συστατικά, φόρμες και υφές με έναν απολαυστικό και δροσερό τρόπο». Αυτά είπε ο Ζαν αλλά ’γώ λέω να σας πάω ένα σύντομο ταξίδι στον χρόνο, να φτάσουμε εκεί στις αρχές του 20ου αιώνα, όπου ο ήχος έπαψε να εξαρτάται αποκλειστικά από το κούνημα μιας χορδής ή το φύσημα ενός πνευστού. Η ιστορία της ηλεκτρονικής μουσικής είναι μια ιστορία ανθρώπινης εμμονής να τιθασεύσει τον ηλεκτρισμό και να τόνε μετατρέψει σε συναίσθημα. 

Για μερικούς η ιδέα της παραγωγής ήχου από το πουθενά έμοιαζε με μαγεία. Το 1920 ο Lev Termen Ρώσος φυσικός εφευρίσκει το theremin (θέρεμιν), το πρώτο ηλεκτρονικό όργανο που παιζόταν δίχως ο μουσικός να το αγγίζει αλλά μόνο κουνώντας τα χέρια του ανάμεσα σε δυο κεραίες. Έβγαζε έναν απόκοσμο λυρικό ήχο που συγκλόνισε Ευρώπη και Αμερική. Το 1928 στη Γαλλία ο Maurice Martenot παρουσιάζει το Οndes Martenot, ένα όργανο που συνδύαζε πλήκτρα με έναν μεταλλικό δίσκο και αγαπήθηκε από κλασικούς συνθέτες όπως ο Olivier Messiaen. Ίσαμε τη δεκαετία του 1960 τα ηλεκτρονικά όργανα ήτανε πανάκριβα, τεράστια και κλειδωμένα μέσα σε πανεπιστημιακά εργαστήρια ίσαμε να εμφανιστεί ο Robert Moog. Δεν εφηύρε μια μηχανή αλλά εκδημοκράτισε τον ήχο. Συνδύασε το τρανζίστορ και δημιούργησε ελεγχόμενες από τάση ταλαντωτές (VCO) και φίλτρα (VCF) κατασκευάζοντας το Moog Synthesizer. Τότε ήτανε η πρώτη φορά όπου ένας μουσικός μπορούσε να πλάσει τον ήχο του από το μηδέν. Να αλλάξει κυματομορφή, να προσθέσει ζεστασιά ή επιθετικότητα. Το 1970 κυκλοφορεί το Minimoog που είναι φορητό και σχετικά οικονομικά πιο προσιτό με ενσωματωμένο πληκτρολόγιο και από τότε η ροκ και η ποπ μουσική άλλαξαν για πάντα. Βρήκαν το νέο τους όπλο οι Pink Floyd, οι Kraftwerk και ο Keith Emerson. Κυριάρχησε τη δεκαετία του 1970 ο αναλογικός ήχος αλλά το 1980 ήρθε η ψηφιακή επανάσταση με τα Yamaha που εισήγαγαν τη σύνθεση FM (frequency Modulation) προσφέροντας πια στο αυτί του ακροατή κρυστάλλινους μεταλλικούς ήχους που καθόρισαν την ποπ μουσική των 80s. Όμως την ίδια χρονιά συμβαίνει και το σημαντικότερο τεχνολογικό θαύμα, καθιερώνεται το MIDI (musical instrument digital interface). Δημιουργήθηκε μια κοινή γλώσσα όπου όλα τα συνθεσάιζερ διαφορετικών εταιριών μπορούσαν πια να επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ο δρόμος για την house, την techno, τη σύγχρονη μουσική και παραγωγή άνοιξε διάπλατα.

Εκεί λοιπόν λίγο πριν μπει η δεκαετία του 1980 εμφανίζεται και ο άνθρωπος που πήρε αυτά τα κουτιά με τα πλήκτρα, τα καλώδια και τα μετέτρεψε σε λαϊκό ορατόριο θεάματος που ξεπερνούσε τα όρια της τότε φαντασίας. Ο Ζαν-Μισέλ Ζαρ κατάλαβε κι αυτός ότι ο ήχος του μέλλοντος κρύβεται στα ηλεκτρόνια και ότι τα synth θα μας σώσουν. To 1976 κλείστηκε στο αυτοσχέδιο οικιακό του στούντιο στο Παρίσι χρησιμοποιώντας οκτακάναλο εγγραφέα και αναλογικά συνθεσάιζερ και ηχογραφεί το Oxygéne. Φυσικά οι δισκογραφικές το απορρίπτουν, είναι μουσική παράξενη χωρίς λόγια και ντραμς που δεν θ’ ακούσει κανείς. Όμως το άλμπουμ κυκλοφορεί και πουλάει πάνω από 15 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Το Oxygéne (part IV) ύμνος γίνεται παγκόσμιος. Ο Ζαρ δεν έκανε πειραματισμό όπως άλλοι, δεν έφτιαχνε δυσνόητο ήχο, αλλά δημιούργησε ρευστό μελωδικό, σχεδόν οικολογικό, ηχοτοπίο που ταξίδευε τον θεατή στο διάστημα. Ακολουθούν τα Equinoxe (1978) και Chants Magnétiques (1981) που πια τον εδραίωσαν ως τον απόλυτο superstar της ηλεκτρονικής μουσικής. Ο Ζαν Μισέλ Ζαρ δεν είναι μόνο οραματιστής και σπουδαίος συνθέτης αλλά και ο πρώτος που έβγαλε τα synths από τους κλειστούς χώρους και τα πήγε στην καρδιά των πόλεων χρησιμοποιώντας ιστορικά κτίρια ως καμβά για τα visuals του που πάντα συνόδευαν τα live του. Έσπασε και το 1979 στο Place de la Concorde στο Παρίσι με ένα εκατομμύριο θεατές το πρώτο του ρεκόρ Γκίνες. Το 1986 στο Χιούστον του Τέξας στον εορτασμό για τα 25 χρόνια της NASA με 1,3 εκατομμύρια θεατές και το 1997 στην Μόσχα με 3,5 εκατομμύρια θεατές για τα 850 χρόνια της πόλης. Το τελευταίο του ρεκόρ ακόμα παραμένει ακατάρριπτο ως η μεγαλύτερη open air συναυλία στην ιστορία. Ίσως να το σπάσει κι αυτό αν τον καλέσουν στην Κίνα σκέφτομαι εγώ.

Καθόμουν όρθιος εκεί στο Ξέφωτο, φορώντας τα γυαλιά ηλίου μου, χόρευα και που και που σκεφτόμουνα ότι και η Ελλάδα δεν υπήρξε απλώς θεατής στην ιστορία της ηλεκτρονικής μουσικής. Αντίθετα μερικά από τα πιο επιδραστικά σημαντικά και ριζοσπαστικά κεφάλαια του παγκόσμιου ηλεκτρονικού ήχου φέρουν όνομα ελληνικό. Ο Γιάννης Χρήστου που έφυγε νωρίς αλλά άφησε έργο, ο Ιάννης Ξενάκης -φυσικά- ο αρχιτέκτονας που άλλαξε την δομή της παγκόσμιας μουσικής στο Παρίσι και δεν έβλεπε τη μουσική ως νότες σε πεντάγραμμο αλλά ως μαθηματικές εξισώσεις και δομές αρχιτεκτονικές πιθανοτήτων. Ήταν από τους πρώτους παγκοσμίως που χρησιμοποίησαν ηλεκτρονικούς υπολογιστές για τη σύνθεση ήχων αποδεικνύοντας ότι ο ηλεκτρονικός ήχος μπορεί να είναι οργανικός, βίαιος, απόκοσμος, μεγαλειώδης, ισάξιος με φυσική καταστροφή ή τον ήχο μιας κοσμογονίας. Υπήρξε και υπάρχει φυσικά και η Λένα Πλάτωνος η ιέρεια του ελληνικού synth ηχητικού σουρεαλισμού που με τον ολοδικό της ηχο και τους στίχους της μας διαπέρασε το κορμί και μας μπόλιασε ηλεκτρονική μουσική. Τα μπιτ της και τα άλμπουμ της μιξάρονται ακόμα και παίζονται στα μεγάλα κλαμπ του πλανήτη γη, μια ζωντανή απόδειξη ότι τα synths μπορούν να γίνουν βαθιά ποιητικά, λυρικά και σπαρακτικά. Και μιας και είπα για τον πλανήτη, οφείλω να αναφέρω και τον άνθρωπο που μίλησε στους Θεούς τον Vangelis μας. Ο θεός του synthesized ορατορίου που έδωσε μια θρησκευτική διάσταση πρωτόγνωρα επική. Ο ήχος του έντυσε ταινίες sci-fi του Χόλιγουντ που αποζητούσαν τον ήχο του μέλλοντος. Το όσκαρ μουσικής όμως το κέρδισε για τους Δρόμους της Φωτιάς το 1981, μια ταινία για αθλητές. Έσπασε το κατεστημένο και η NASA τον επέλεξε να συνθέσει τη Μυθωδία σαν να του λέει: Vangelis μόνο εσύ μπορείς να συνθέσεις τη μουσική του σύμπαντος.

Επιστρέφοντας όμως στο σήμερα, με τον απόηχο της χθεσινής βραδιάς και την εμφάνιση του Ζαν Μισέλ Ζαρ να με δονεί ακόμα, μου γεννιέται ένα ερώτημα: γιατί άραγε μια μουσική που βασίζεται σε μηχανές, μου φαίνεται τόσο ζεστή και λυτρωτική; Ζούμε σε έναν κόσμο ψηφιακό που η τεχνολογία αρχίζει να μας καταπίνει με τους αλγόριθμους των social media, τις οθόνες να γίνονται τα νέα μας δεσμά και την τεχνητή νοημοσύνη να προκαλεί σε κάποιους δέος και φόβο. Και βλέπεις έναν καλλιτέχνη όπως ο Ζαν Μισέλ Ζαρ να μην τα φοβάται όλα αυτά, να αλληλεπιδρά με τα synths του, να μετατρέπει το φως των λέιζερ σε μελωδία και αυτό σε κάνει όσο διστακτικός και να ‘σαι τη μεγάλη αλήθεια να δεχτείς. Η τεχνολογία δεν έχει ψυχή ίσαμε ο άνθρωπος να της δώσει τη δικιά του. Όπως μας είπε από σκηνής:

«Πάντα αγαπούσα να συνδυάζω την τεχνολογία με τη μουσική και πιστεύω ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε την τεχνολογία. Για παράδειγμα, δεν θα έπρεπε να φοβόμαστε την τεχνητή νοημοσύνη. Ξέρω ότι πολλοί την θεωρούν απειλή, όμως για μένα, και γενικότερα για τους καλλιτέχνες, δεν πρέπει να είμαστε αφελείς απέναντί της. Οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί όσον αφορά τα πνευματικά μας δικαιώματα. Ταυτόχρονα όμως για μένα η τεχνητή νοημοσύνη είναι ίσως λιγότερο “τεχνητή νοημοσύνη” και περισσότερο μια μορφή ενισχυμένης φαντασίας. Να, για παράδειγμα σχεδόν ολόκληρο το σκηνικό αυτής της παράστασης και τα video art, τα δημιούργησα μαζί με την εξαιρετική ομάδα μου χρησιμοποιώντας σε μεγάλο βαθμό εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης. Και, όπως συνηθίζω να λέω, τουλάχιστον προς το παρόν, τα ρομπότ δεν κλαίνε ακόμα».

Ο Ζαν Μισέλ Ζαρ στα 78 του χρόνια συνεχίζει ν’ αντιμετωπίζει τη μουσική ως πεδίο εξερεύνησης. Κοιτάζει προς το μέλλον δίχως ν’ αποκόπτεται από το παρελθόν. Μας θυμίζει ότι η τεχνολογία όταν συναντά τη φαντασία μπορεί να δημιουργήσει νέες μορφές τέχνης. Για μένα η παρουσία του στην Αθήνα είχε κάτι περισσότερο από νοσταλγία. Είχε τη δύναμη μιας ζωντανής ιστορίας που εξακολουθεί να γράφεται. Για όσους βρέθηκαν χθες το βράδυ κάτω από τον αττικό ουρανό ανάμεσα στα synths, τα λέιζερ και τις ατελείωτες ηλεκτρονικές μελωδίες, η ιστορία αυτή ακούστηκε πιο επίκαιρη από ποτέ. Τα synthesizers είναι το απόλυτο εργαλείο αυτής της επίκαιρης υπέρβασης, δεν έχουν περιορισμούς. Μπορούν να μιμηθούν από τον άνεμο, τη βροχή, ίσαμε τον ήχο μιας πληγωμένης καρδιάς ή την έκρηξη ενός αστέρα. Τα “synthια” μας επιτρέπουν να ονειρευτούμε έναν κόσμο πέρα από τη μίζερη καθημερινότητα, ένα μέλλον όπου ο άνθρωπος και η μηχανή μπορεί να συνυπάρξουν σε απόλυτη αρμονία. Να δούμε πως θα καταφέρουμε να συνυπάρξουμε όμως οι άνθρωποι μεταξύ μας, γιατί μπορεί ο Ζαν Μισέλ Ζαρ να μας χάρισε μια απίστευτη βραδιά ηλεκτρονικού οξυγόνου αποδεικνύοντάς μας ότι όσο υπάρχουν οραματιστές ρομαντικοί που θα πατούν τα πλήκτρα, θα στρίβουν τα ποτενσιόμετρα και θα δημιουργούν συμπαντικές μελωδίες, η ανθρωπότητα θα βρίσκει πάντα έναν τρόπο να δραπετεύει προς το φως.

Από την άλλη θα υπάρχουν πάντα οι συνάνθρωποί μας που αράζουν την αρίδα τους πάνω στο γκαζόν του Ξέφωτου και δυσανασχετούν που τους κόβουμε τη θέα εμείς οι όρθιοι που θέλουμε να χορέψουμε. Ωραίο το ν’ απολαμβάνεις μουσική ξαπλωμένος στο γρασίδι αλλά όταν έχει μαζευτεί κόσμος πολύς καταλαμβάνεις πολύτιμο χώρο. Αυτό ήτανε το μόνο μελανό σημείο της χθεσινής συναυλίας, όπως και το γεγονός ότι στο τέλος της, οι υπεύθυνοι δεν άνοιξαν κι άλλες εξόδους να βγούμε με αποτέλεσμα να πηγαίνουμε σημειωτόν αργώντας να φτάσουμε στη στάση για να πάρουμε τα λεωφορεία της επιστροφής. Είδατε πώς τα φέρνει η ζωή; Πας σ’ ένα Ξέφωτο ν’ ακούσεις   μουσικάρες από τον ύψιστο Ζαν και ζεις προσομοίωση παραλίας με ταπεράκια και κρακεράκια. Με το τέλος της συναυλίας μεταφέρεσαι σε συνθήκη περιφοράς επιταφίου με αργό βάδισμα  και καταλήγεις σ’ ένα από τα λεωφορεία επί της Συγγρού στριμωγμένος σαν σαρδέλα. Δεν έγινα όμως έξαλλος, γιατί είπαμε είχα στ’ αυτιά μου τον ήχο των synths. Οπότε φορέστε και ’σείς τ’ ακουστικά σας, δυναμώστε την ένταση, αφήστε τ’ αναλογικά κύματα να σας παρασύρουν και μην φοβάστε το μέλλον, γιατί τα synth θα μας σώσουν.