Οι Εκπαιδευτικές & Κοινωνικές Δράσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής δίνουν χώρο και φωνή να εκφραστούν οι άνθρωποι 65+ μέσα από το πρόγραμμα «Ραντεβού» και την παράσταση «Έρωτα μου Αγριάτρευτε: ένα ραντεβού με την ιστορία», που πήγα και είδα στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ.

Η Εθνική Λυρική Σκηνή έχει επιλέξει να φωτίσει τη δημιουργικότητα, τη συμμετοχή, τη συλλογική μνήμη και τη δύναμη της καλλιτεχνικής έκφρασης ανεξαρτήτως ηλικίας μέσα από τις εκπαιδευτικές και κοινωνικές δράσεις της. Τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει να μετατρέψει την τέχνη σε εργαλείο κοινωνικής ένταξης, επικοινωνίας και προσωπικής ενδυνάμωσης για τους πολίτες και δη εκείνους που αποκαλούμε τρίτης ηλικίας. Μεγάλη η πρόκληση του να μεγαλώνεις, το γήρας μπορεί να σε τσακίσει και μόνο να σ’ αφήσει. Το βλέπω τριγύρω μου το πόσο πόνο έχει η μοναξιά από μια ηλικία και μετά, το πόσο άσχημα νιώθει κάποιος όταν οι φίλοι του έχουν φύγει από τη ζωή. Γι’ αυτό ξεχωρίζω το κοινωνικό πρόγραμμα «Ραντεβού» που απευθύνεται σε ενήλικες άνω των 65 ετών. Ένα πρόγραμμα που έχει την πεποίθηση ότι η πρόσβαση στον πολιτισμό δεν είναι πολυτέλεια αλλά κοινωνικό δικαίωμα ανεξαρτήτως ηλικίας. Η τέχνη αντιμετωπίζεται ως χώρος συνάντησης, επικοινωνίας και συλλογικής δημιουργίας όπου η προσωπική ιστορία κάθε ανθρώπου αποκτά αξία. Πέρσι τέτοια εποχή, είχα παρακολουθήσει το «Γλέντι Τρελό» στο «Prima Βόλτα» στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Εθνικού Θεάτρου στο Κτήριο Τσίλλερ και είχα μαγευτεί. Φέτος το «Έρωτα μου Αγριάτρευτε: ένα ραντεβού με την ιστορία» ήταν υπερθέαμα.

Στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ είχαν στηθεί ροτόντες με σημαίες της Ευρώπης, μια μουσική μπάντα, μια πόρτα αεροπλάνου με τη σκάλα της, στο βάθος κάποια αρχαία αγάλματα πλάι σε πιάτα έτοιμα να σπάσουν και γύρω στους 80 ανθρώπους 65+ χρόνων, ντυμένους με τα φαντεζί ρούχα της δεκαετίας του 1980. Έρωτα μου Αγριάτρευτε, ο τίτλος με υπότιτλο τη φράση του Ανδρέα Παπανδρέου ένα ραντεβού με την ιστορία. Φυσικά και η πρώτη εικόνα θα ήταν να κατεβαίνει απ’ τις σκάλες του αεροπλάνου ένας άντρας που κάνει ένα νεύμα πίσω του να βγει από το αεροπλάνο ο έρωτάς του. Έτσι ξεκίνησαν όλα σε μια παράσταση που συνέχισε με ομαδικές τοποθετήσεις και προσωπικές μνήμες, ομαδικές χορογραφίες και πολύ τραγούδι.

Πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις εβδομαδιαίες με δημιουργικές ασκήσεις, θεατρικά εργαστήρια και μουσική προετοιμασία από τον Οκτώβριο του 2025 ίσαμε τον Ιούνιο του 2026 για να παρακολουθήσουμε τον έρωτά τους, τον αγιάτρευτο. Η δημιουργική ομάδα του προγράμματος αποτελείται απ’ τον Αλέξανδρο Ευκλειδη στη σύλληψη της ιδέας και τη σκηνοθεσία της, την Κική Κέρζελη και τον Φάνη Ζαχοπουλο στη μουσική διεύθυνση και επιμέλεια ομάδας και ορχήστρας, την Ίριδα Νικολάου στην κίνηση και θεατρική προετοιμασία, τις Χριστίνα Σπανού και Δήμητρα Σταματοπούλου στα σκηνικά και κοστούμια και τον Χρήστο Τζιόγκα στον σχεδιασμό φωτισμών και βίντεο.

Το αποτέλεσμα αυτής της οκτάμηνης διαδικασίας ήτανε για μας τους θεατές μια απόλαυση. Το γέλιο και το τραγούδι κυριάρχησαν σε αυτή την πρόσκληση να κάνουμε ένα ταξίδι στη δεκαετία του 1980 μέσα από τις μνήμες ανθρώπων που τότε ήτανε 20 ετών ή και λίγο μεγαλύτεροι. Δεν ήτανε μια ιστορική αναπαράσταση της εποχής, ήτανε αναμνήσεις που μετατράπηκαν σε θεατρικό υλικό δίνοντας στην παράσταση μόνο αυθεντικότητα. Κανείς ιστορικός δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει ότι η δεκαετία αυτή άφησε ένα βαθύ αποτύπωμα στην ελληνική κοινωνία. Η ελπίδα της αλλαγής, οι έντονες πολιτικές εντάσεις, οι κοινωνικές αλλαγές, το ελεύθερο ραδιόφωνο, οι βιντεοκασέτες, ο σεισμός του ’81, το μπλακάουτ της Αττικής, το Τσερνόμπιλ, το βρώμικο ’89, η πτώση του Τείχους, η πτώση του Τσάλεντζερ, το γιουρομπάσκετ του ’87, τα γλέντια στις ντίσκο, τα μπουζούκια με τα γαρίφαλα και το σπάσιμο πιάτων. Μια εποχή που ακόμα και για μένα που γεννήθηκα το 1979 με σημάδεψε, φανταστείτε για εκείνους που την ζήσανε ενήλικες τι σημαίνει ακόμα.

Γιατί σου άρεσε η δεκαετία του 1980 ρωτήθηκαν …και στο μικρόφωνο απαντούσαν:

«Γιατί παντρεύτηκα,
γιατί κράτησα το επίθετό μου,
γιατί η μοιχεία δεν ήταν πια ποινικό αδίκημα,
γιατί χώρισα και βρήκα την ησυχία μου,
γιατί καθιερώθηκε ο πολιτικός γάμος,
γιατί απέκτησα τη δουλειά μου,
γιατί καταργήθηκε η σχολική ποδιά,
γιατί καταργήθηκε η προίκα,
γιατί η διασκέδαση ήταν καθημερινή,
γιατί ο κόσμος φλέρταρε,
γιατί σταματήσανε τα προξενιά,
γιατί κάναμε αφιερώσεις σε πειρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς,
γιατί ήρθαν τα εισαγόμενα,
γιατί κάναμε τα πεντοχίλιαρα πετσετάκια,
γιατί κάναμε ταξίδια στο εξωτερικό,
γιατί έκλεισαν οι ελληνικές βιομηχανίες,
γιατί έρεε το χρήμα,
γιατί αφήσαμε το ούζο και πιάσαμε το ουίσκι,
γιατί είχαμε τον Λαλάκη τον εισαγόμενο,
γιατί αγόρασα αυτοκίνητο,
γιατί έβλεπα τη Δυναστεία,
γιατί αναγνωρίστηκε η Εθνική Αντίσταση,
γιατί έκανα πρώτη φορά περμανάντ στα μαλλιά μου,
γιατί θέλαμε να φύγουν οι βάσεις του θανάτου του ΝΑΤΟ,
γιατί είχαμε νέφος και μονά ζυγά κυκλοφορούσαν τ’ αμάξια,
γιατί μιλάγαμε με τις ώρες στο τηλέφωνο,
γιατί έπεσε το Τείχος,
γιατί κλείναμε ραντεβού χωρίς κινητά,
γιατί πήγα στο πάρτι στη Βουλιαγμένη του Λουκιανού,
γιατί οργανώθηκα στη νεολαία του κόμματος,
γιατί περιμέναμε να έρθει κάτι αλλά δεν ερχόταν».

Η κατακλείδα μέσα από την ιστορία, όπως ειπώθηκε και την βάστηξα ήτανε: «Το 1981 έρχεται η μεγάλη αλλαγή. Η πρώτη πενταετία χάρμα. Αυξήσεις μισθών, συνδικαλισμός, περήφανα γηρατειά της πατρίδας μου και άλλα τέτοια ωραία. Το ’85 όμως στραβώνει το πράγμα. Σταθεροποιητικό πρόγραμμα για την οικονομία και άντε πάλι τα ίδια. Θυμηθήκαμε τον Καραμανλή που έλεγε για λιτότητα σφιχτή. Και προς το τέλος της δεκαετίας ήρθαν οι κούτες με τα πάμπερς της μοίρας. Το 1989 βρώμικο ή πεντακάθαρο όπως το πάρει κανείς. Το σκάνδαλο Κοσκωτά συγκλονίζει τη χώρα και τα ντολμαδάκια της Μαρίκας λύτες της πολιτικής κρίσης. Και ξαφνικά στην Ευρώπη σεισμός πέφτει το Τείχος ο υπαρκτός σοσιαλισμός γίνεται ανύπαρκτος. Τι έγινε ρε παιδιά; Κι όλα αυτά που πιστέψαμε; Χάσαμε τ’ αυγά και τα πασχάλια, ψάχναμε ψυχαναλυτή. Αρκετοί μίλησαν για το τέλος των ιδεολογιών και της ιστορίας αλλά τελειώνει ποτέ η ιστορία όσο υπάρχουν λαοί που την γράφουν; Δεκαετία του ’80 λοιπόν, μια δεκαετία των μεγάλων ελπίδων αλλά και της διάψευσης. Όμως είμαστε ακόμα εδώ, ζωντανοί, ενεργοί και θα έρθει ο καιρός που θ’ αλλάξουνε τα πράγματα».

Μιλάμε για το σήμερα και την προσπάθειά μας να σπάσουμε τις νόρμες να εξελιχθούμε να ’μαστε άλλη κοινωνία και μου άρεσε μια ιστορία που μοιράστηκε μια γυναίκα. Είχε χωρίσει και ερωτεύτηκε έναν κατά πολύ νεότερό της και το είπε στον γιο της που εκείνος της είπε δεν υπάρχει πρόβλημα, μα εκείνη ένα άγχος είχε μην συμπέσουν ο γιος της και ο σύντροφός της στον στρατό. Πολλές ιστορίες μου άρεσαν, όπως όταν μια άλλη γυναίκα μίλησε για τότε που είχε πάει να γνωρίσει τη μέλλουσα πεθερά της και την ρώταγε τι προίκα έχει. Εκείνη δεν είχε προίκα και η πεθερά έτοιμη να πέσει να πεθάνει που χαντακώνεται ο γιος της ενώ της παρέθετε πόση προίκα είχε η μια και η άλλη από το χωριό.

Μια άλλη γυναίκα μας εξιστόρησε το πώς πήρε το δίπλωμα, αφού είχε αγχωθεί και αποτύχει την πρώτη φορά, πήγε τη δεύτερη έχοντας πάρει ηρεμιστικά για να είναι ζεν. Στο τέλος της είπε ο δάσκαλος «ήσουν καταπληκτική και ειδικά ο τρόπος που έκανες την προσπέραση της νταλίκας», κι εκείνη του είπε «ποια νταλίκα;». Άλλη ιστορία που μου άρεσε, μιας γυναίκας που μας είπε ότι είχε μείνει χήρα και ερωτεύτηκε έναν άλλο άνδρα, τον έζησε τον έρωτα μαζί του και χωρίσανε αλλά τελικά καλύτερα που χωρίσανε, γιατί πάλι χήρα θα έμενε. Είχαν πολύ χιούμορ και αυτοσαρκασμό οι ιστορίες τους μα και εικόνες. Η περιγραφή τού ότι τη δεκαετία του ’80 τα μπουζούκια, το σπάσιμο των πιάτων και το γαρύφαλλο δεν ήταν ο μόνος τρόπος διασκέδασης. Οι μπουάτ, τα ρεμπέτικα στέκια και οι υπέροχες συναυλίες σε κλειστούς και ανοιχτούς χώρους με το θεατράκι του Λυκαβηττού να ‘χει την τιμητική του. Τα πολυήμερα φεστιβάλ που οργάνωναν οι νεολαίες των αριστερών κομμάτων με τα αγωνιστικά τραγούδια των Θεοδωράκη, Μαρκόπουλου, Λεοντή, Λοΐζου και Σαββόπουλου. Που στο πικάπ ακούγανε εναλλάξ λαϊκά του ’60 – σέικ δυνατά και μπλουζ. Πήγαιναν έξω και κατέληγαν στη Βαρβάκειο για να στρώσει το στομάχι. Όλες αυτές τους οι μνήμες που γίνηκαν ιστορίες εναλλάσσονταν σε ένα σκηνικό που θύμιζε λαϊκό κέντρο διασκέδασης και τους θαμώνες τους να παίρνουν τον λόγο μπροστά στο μικρόφωνο.

Η διάρκεια της παράστασης «Έρωτα μου Αγριάτρευτε: ένα ραντεβού με την ιστορία» ήταν μιάμιση περίπου ώρα αλλά ήθελα πολύ παραπάνω γιατί με βούτηξε και μένα σε μνήμες που είχα παιδί. Το μόνο που μ’ ενόχλησε στην όλη παράσταση ήταν μια μικρή λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά και με «πέταγε» λίγo έξω. Το να έχεις να διαχειριστείς επί σκηνής 80 άτομα που δεν είναι επαγγελματίες είναι μέγα άχθος και έξυπνη η ιδέα του να υπάρχει ένας μετρ του μαγαζιού και μια λουλουδού για να κατευθύνει τη διαδικασία. Να δίνει το μικρόφωνο, να υπενθυμίζει ποιου είναι η σειρά να μιλήσει, πού να πάει άμα έχει ξεχαστεί. Όλη αυτή τη δράση όμως θα την προτιμούσα πιο αβρή, γιατί υπήρξαν στιγμές που ένιωσα ότι γινόταν με λίγη πίεση. Έχω κάνει θέατρο με παιδιά και ενήλικες που δεν ήταν επαγγελματίες και το λέω με πλήρη συνείδηση, τίποτε δεν μπορείς να ελέγξεις απολύτως. Επ’ ουδενί δεν μιλώ ν’ αφήσουν μια πλήρη αναρχία επί σκηνής μα δεν θα χανόταν ο κόσμος άμα κάποιος που μίλαγε στο μικρόφωνο έλεγε και κάτι παραπάνω, αφού το ένιωθε ή άμα δεν υπήρχε στην ομαδική χορογραφία πλήρης διάταξη. Ευγένεια και σεβασμός πάνω απ’ όλα και αβρές κινήσεις. Το θέατρο επαγγελματικό ή μη έχει δικούς του κώδικες και οι θεατές πάντα αντιλαμβάνονται το λάθος κι άμα πρόκειται για παραστάσεις σαν και αυτή που είδα τα λάθη όχι απλά συγχωρούνται, αλλά προσφέρουν μια αλήθεια ζηλευτή.

Πέρασα υπέροχα όπως και να ‘χει και θέλω να δώσω ένα μεγάλο μπράβο στη δράση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και στους συντελεστές. Να ξέρετε περιμένω να έρθω και στην παράσταση που θα πραγματοποιηθεί του χρόνου. Είμαι πια γκρούπι αυτής της ομάδας των 65+ μερικούς μάλιστα τους θυμόμουν από πέρσι που τους είχα απολαύσει. Τα μεγαλύτερα συγχαρητήρια αξίζουν σε εκείνους που κυνηγάνε τη ζωή, δεν μιζεριάζουν όσο μίζερη και να ‘χει γίνει η ζωή, που υπάρχουν ακόμα και σαν ζωντανές εγκυκλοπαίδειες μνήμης μοιράζονται μαζί μας τις προσωπικές τους εμπειρίες.

Κάθισα μετά το τέλος της παράστασης εκεί στο ΚΠΙΣΝ και το Κανάλι του με το νερό και τα Συντριβάνια του που ‘χε κόσμο. Παιδιά με γονείς, αθλητές που τρέχανε, ζευγάρια που περπατούσαν, φίλους που γελάγανε. Αναπόλησα τα χρόνια που πέρασα και ’γώ μεγαλώνοντας σε αυτή τη μαγική στα μάτια μου δεκαετία του 1980. Τότε που οι γονείς βγαίνανε τα βράδια, που αρκετοί από μας είχαμε κοιμηθεί σε πλαστικές καρέκλες, που αγοράζαμε μαζί με το πακέτο τσιγάρα του μπαμπά από τα ρέστα παγωτό και μικιμάου. Που τ’ αυτοκίνητα στις πίσω θέσεις δεν είχανε ζώνες ασφαλείας, που στ’ αεροπλάνα κάπνιζαν μέσα. Που το αεροδρόμιο ήτανε στο Ελληνικό, εκεί που τώρα χτίζεται ο «Πύργος της Μόρντορ» και εκεί που σήμερα στέκει το ΚΠΙΣΝ ήτανε ο ιππόδρομος.

Θυμάμαι πολλά από τότε. Θυμάμαι έντονα το γιουρομπάσκετ του ’87 με τη μασκότ τον πελεκάνο και τον χαμό που ‘χε γίνει με τη νίκη της Ελλάδος. Θυμάμαι τους πειρατικούς ραδιοσταθμούς που έκαναν οι μεγάλοι ερωτικές αφιερώσεις με τραγούδια. Θυμάμαι τα μεγάλα ξαδέλφια μου με έντονα βαψίματα και ρούχα να μιλούν μια γλώσσα διαφορετική και οι μεγάλοι να κουνάνε τα κεφάλια τους. Θυμάμαι να νοικιάζουμε βιντεοκασέτες, να μου αγοράζει η μαμά πλαστικές φιγούρες απ’ τα στρουμφάκια ή των Θάντερκατς, του He Man and the masters of the universe. Θυμάμαι να συλλέγω γραμματόσημα, γιατί ο κόσμος τότε έστελνε γράμματα ή αυτοκόλλητα panini και να γράφω σε λευκώματα. Τι να λέμε τώρα πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια και για μένα η δεκαετία του ’80 είναι τα παιδικά μου χρόνια. Χρόνια που δεν καταλάβαινα τις αλλαγές τους. Που ήθελα ν’ αγοράσω ποδιά σχολική αλλά είχε καταργηθεί, που το Μινιόν κάηκε, που έπαιρνα τα χάρτινα κουτιά από τα πάμπερς της νεογέννητης αδελφής μου και έφτιαχνα κάστρα και πολιορκητές γιατί το ομώνυμο παιχνίδι ήταν ακριβό και για μεγάλους. Που έπαιρνα φιγούρες πλαστικές με 50 δραχμές τις φθηνές και 2.000 – 3.000 δραχμές τις εισαγόμενες. Που άκουγα άμπρα κατάμπρα απ’ το walkman που μου ‘χαν αγοράσει.

Υπήρχε κάποτε ένα παιδί που μεγάλωσε μέσα στη δεκαετία του ’80, τότε που τα πράγματα ήταν πιο απλά, μπορεί και πιο αθώα, κίνδυνοι υπήρχαν πάντα αλλά αυτό το παιδί παρόλες τις δυσκολίες μεγάλωσε μέσα στο γέλιο και σε μια κοινωνία πιο δεμένη. Σήμερα που πέρασαν τα χρόνια και έχουν αγριέψει τα πράγματα θα ‘θελα να μπορούσαν τα παιδιά να μεγαλώνουν μέσα στο γέλιο και να μην στερούνται τη χαρά. Ανταλλάζαμε παιχνίδια, ρούχα, κασέτες, τρώγαμε απ’ το ίδιο παγωτό, απ’ τα ίδια πατατάκια. Μοιραζόμασταν παρά τις οικονομικές δυσκολίες που υπήρχαν και τότε. Μην τους πιστεύετε όσους λένε αυτό το ΠΑΣΟΚ …ωραία χρόνια, ότι το λένε για την οικονομική ευμάρεια, τέτοια δεν είχαμε απλώς αν κάτι τότε είχαμε ήταν ανθρωπιά, σεβασμός και αγάπη ο ένας προς τον άλλον. Αυτό είχαμε και μάλλον είναι κάτι που χρειάζεται να το ξαναβρούμε.