Στο ντοκιμαντέρ «70 χρόνια Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου – Μέσα από τα Μάτια τους», ανάμεσα σε δεκάδες άλλους ανθρώπους του θεάτρου που μoιράζονται αναμνήσεις, σκέψεις και συναισθήματα για τη σχέση τους με το θεσμό, η Λυδία Κονιόρδου θα μας μιλήσει για έναν οδυρμό ζώων που σφάζονταν για το Πάσχα, για το πώς της εντυπώθηκε ανεξίτηλα αυτός ο ήχος όταν έγινε άθελά της αυτήκοος μάρτυράς του, για πώς τον ενεργοποίησε συναισθηματικά και τον μετέγραψε στον ρόλο της όταν πρωτοβγήκε στην Επίδαυρο και είπε τις πρώτες τις λέξεις, ενώ η Αμαλία Μουτούση θα μας διηγηθεί εκείνη τη φορά που πάγωσε στη σκηνή της Επιδαύρου, αποσυνδέθηκε από όσα συνέβαιναν και τον ρόλο της, ξέχασε τα λόγια της, πήγε προς την άκρη της σκηνής και τότε είδε τα μάτια του Λευτέρη Βογιατζή γεμάτα ενθουσιασμό, σαν να είχε συμβεί εκείνη την ώρα κάτι μαγικό στην παράστασή του. Χρησιμοποιούν και οι δυο τους την ίδια ακριβώς φράση: «Δεν θα το ξεχάσω ποτέ». Μια ανάμνηση ενός ερμηνευτικού ξεκλειδώματος, μια ανάμνηση ενός ερμηνευτικού μπλοκαρίσματος, ωστόσο δεν θέλω να μιλήσω εδώ ούτε για το ντοκιμαντέρ, ούτε για το Φεστιβάλ, ούτε για το θέατρο και τη συνθήκη του, που μπορεί ας πούμε να οδηγηθεί σε μια βαθύτερη αλήθεια και στην μία και στην άλλη περίπτωση. Θέλω να μιλήσω για αυτή καθ’ αυτή τη φράση, μια φράση που μάλλον έχουμε χρησιμοποιήσει όλοι μας αρκετές φορές.

Λέμε «Δεν θα το ξεχάσω ποτέ» και εννοούμε «Δεν θα το ξεχάσω όσο ζω». Γιατί το ποτέ, όπως και το πάντα, δεν βρίσκονται εντός της επικράτειάς μας, δεν ανήκουν στην ανθρώπινη δικαιοδοσία. Το λέμε όμως ωσάν η απόφανση ότι δεν θα το ξεχάσουμε εμείς ποτέ να σημαίνει ότι έτσι το ένα ή το άλλο βίωμα διασώζεται παντοτινά στην κιβωτό της μνήμης. Ενώ συμβαίνει στην πραγματικότητα το αντίθετο, καθώς υπό μια έννοια δηλώνουμε την απώτατη ημερομηνία λήξης του. Καμία κιβωτός δεν μπορεί να το διασώσει από τον κατακλυσμό, είτε του φυσικού θανάτου είτε κι ακόμα νωρίτερα της τυχόν άνοιας που θα προηγηθεί. Πεθαίνουμε, ή ακόμα πιο πριν τα χάνουμε, και ξεκινά η λήθη όσων δεν θα ξεχνούσαμε ποτέ. Η λήθη, ναι, δικαιούται να πει ότι θα κρατήσει για πάντα.

Λέμε «Δεν θα το ξεχάσω ποτέ» και μια υπόνοια αιωνιότητας πλανιέται στον αέρα. Ενώ πρόκειται για το ακριβώς αντίστροφο, για την βεβαιότητα της παροδικότητας και της θνητότητας των αναμνήσεων. Όχι όμως και της ματαιότητάς τους. Κάθε άλλο παρά μάταιο είναι να θυμόμαστε όσο ζούμε. Με αυτόν τον τρόπο προβάλλεται άλλωστε στο κεφάλι μας η ίδια μας η ζωή, με αυτόν τον τρόπο αναπαριστάται: όχι ως μια συνεχής ροή από το παρελθόν ως το παρόν μας, αλλά με λίγες δεκάδες ορόσημα. Ορόσημα που διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό την αυτοαφήγησή μας, σχηματίζοντας την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Τι άλλο είμαστε από τα είκοσι τριάντα γεγονότα και βιώματα – σταθμούς που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ και τα οποία (θεωρούμε πως) μας εξηγούν και μας συνοψίζουν; 

Υπήρχε τη δεκαετία του ’80 ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι που ονομαζόταν Frogger. Ένας βάτραχος έπρεπε να πηδάει από κούτσουρο σε κούτσουρο για να μην πέσει στο νερό και πνιγεί. Τα κούτσουρα έτρεχαν, όλο και πιο γρήγορα ανάλογα με την πίστα, και εσύ ο βάτραχος έπρεπε να πηδήξεις πάνω τους την κατάλληλη στιγμή, προκειμένου να φτάσεις ασφαλής απέναντι. Ίσως κάπως έτσι και το μυαλό μας πηδά σε όσα δεν θα ξεχάσουμε ποτέ, προκειμένου να φτάνουμε κάθε φορά ασφαλείς στον προορισμό του εαυτού μας, ανακαλώντας κάθε φορά τι μας έχει συμβεί, τι μας καθόρισε, τι μας έχει κάνει να είμαστε αυτό που είμαστε. Μέχρι να έρθει η πνευματική μας κατάρρευση ή το φυσικό μας τέλος. 

Και τότε να ξεχαστούν όσα διασώζονταν στην θνητή μας μνήμη. Και τότε το «ποτέ» τα κοιτά με ένα συνδυασμό συγκατάβασης και συμπόνιας. Εκείνο συνεχίζει, εκείνα όχι. Μακάρι να μπορούσε να κάνει αλλιώς, μακάρι να μην ήμασταν τόσο παροδικοί. Αλλά μισό λεπτό: εφηύραμε θρησκείες για να πιστεύουμε ότι δεν είμαστε παροδικοί. Τι λένε άραγε αυτές για την μετά θάνατον ζωή ως προς τη συγκεκριμένη παράμετρο; Εξακολουθείς να θυμάσαι και τότε όσα δεν θα ξεχνούσες ποτέ στην προ θανάτου ζωή σου; Εξακολουθείς να τα κουβαλάς, εξακολουθούν να σε συνταράζουν, εξακολουθούν να σου αποκαλύπτουν κάτι για το τι σημαίνει άνθρωπος, τώρα πια που ξέρεις ότι δεν σημαίνει θνητός, τώρα πια που ξέρεις ότι δεν τελείωσαν όλα, τώρα πια που βρίσκεσαι σε μια άλλη διάσταση (ως πνεύμα άραγε ή ως σώμα – και ποιο απ’ όλα τα σώματά σου); Εξακολουθείς άραγε για κάποια από αυτά που δεν θα ξεχάσεις ποτέ να πονάς ακόμα και τώρα; Ακόμα κι οι ευτυχισμένες αναμνήσεις μας, δεν περιέχουν μέσα τους ένα σημαντικό ποσοστό πόνου; Τι είναι αυτό το τσίμπημα στη χαρά κάθε φορά που τις ανακαλούμε; Σκέτη επαναφορά ευτυχίας;