Από τον Ιούλιο του 2012 που ο «Εχθρός του λαού» σε σκηνοθεσία του Τόμας Όστερμάιερ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ της Αβινιόν ως και σήμερα, που παρακολουθήσαμε μια εκδοχή με ελληνική διανομή στην Αθήνα, στο Θέατρο Κνωσός, μετά από πρόσκληση του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, η παράσταση έχει διαγράψει ένα μεγάλο κύκλο περιοδειών -παραπάνω από τριάντα χώρες σε όλον τον κόσμο- και οι περισσότερες συνοδεύτηκαν από ομάδα κινηματογραφιστών που κατέγραφαν την περιοδεία ως ντοκιμαντέρ.

Αυτό το μεγάλο ταξίδι του ιψενικού έργου υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του φημισμένου καλλιτεχνικού διευθυντή της θρυλικής Schaubühne του Βερολίνου προσπαθεί να μην είναι μια στείρα επανάληψη της αρχικής σκηνοθετικής και δραματουργικής σύλληψης. Το βασικό ζητούμενο, είναι αν καταφέρνει να το επιτύχει. Ο διεθνής δημιουργός αποπειράται να το επαναπροσδιορίσει -ως ένα βαθμό-σκηνοθετικά, δραματουργικά, κειμενικά και ιδεολογικά. Διατηρεί ωστόσο, τη βασική ιδέα ως απαραβίαστο παραστασιακό πλαίσιο σε κάθε καινούργια σκηνική του αναδιατύπωση, και νομίζω ότι αυτό, με την πάροδο του χρόνου, δημιουργεί μια σειρά από αναχώματα θέασης.

Αυτό το απαραβίαστο παραστασιακό πλαίσιο, παγιωμένο από το 2012 αδρανοποιεί τα καινούρια νευραλγικά παραστασιακά διακυβεύματα που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια των ετών θέασης και που εκτοπίζονται χάρη των αρχικών παραστασιακών προθέσεων. Το βασικό ερώτημα που γεννάται, βλέποντας αυτήν την τελευταία παραστασιακή εκδοχή είναι αν τελικά αυτές οι  ειλικρινείς, πράγματι, προθέσεις -τόσο οι δικές του, όσο και των Ελλήνων συντελεστών- αποδίδουν μια παράσταση στην αιχμή του «εδώ και τώρα».

Έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την πορεία της παράστασης στον χρόνο μέσα από τα δημοσιεύματα που κατά καιρούς την ακολουθούσαν για να γίνουν οι παραπάνω προβληματισμοί πιο διαυγείς:

«Το θέατρο δεν είναι πολιτική δράση. Η πολιτική δράση συμβαίνει στους δρόμους». Έτσι απευθύνθηκε στο κοινό ο Γερμανός σκηνοθέτης Τόμας Όστερμάιερ σε μια πρόσφατη συνομιλία με τον Μπράντεν Τζέικομπς-Τζένκινς στην Ακαδημία Τεχνών του Μπρούκλιν. Το μόνο που μπορεί να κάνει το θέατρο είναι να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε τα “ψέματα που λέμε στον εαυτό μας” ο Όστερμάιερ στράφηκε στον Έρρίκο Ίψεν επειδή πίστευε ότι ο αστικός κόσμος του Ίψεν θα άρεσε στους θαμώνες της Schaubühne: “Οι χαρακτήρες στον Ίψεν ανησυχούν συνεχώς για τα χρήματα”. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος πίσω από την επιθυμία του Όστερμάιερ να παρουσιάσει την παραγωγή του έργου του Ίψεν “Ο Εχθρός του Λαού”, διασκευασμένο στα αγγλικά από τον Μπράντεν Τζέικομπς-Τζένκινς, στους θεατές του Μπρόντγουεϊ το φθινόπωρο του 2018. Είναι ένας Δούρειος Ίππος. Βάλτε τους έχοντες στο θέατρο και κάντε τους να δουν τη δική τους συνενοχή στη διαιώνιση των αδικιών του καπιταλισμού. Η παραστασιακή  εκδοχή στο ιψενικό έργο από τον Όστερμάιερ σπάει τον τέταρτο τοίχο κατά τη διάρκεια της δημαρχιακής συνεδρίασης του έργου και προσκαλεί το κοινό να μοιραστεί τις σκέψεις του για τον καπιταλισμό και τη δημοκρατία». (Απόσπασμα από το The Invisible Stage Hand; or, Henrik Ibsen’s Theatre of Capital, το οποίο δημοσιεύτηκε ηλεκτρονικά από τις εκδόσεις Cambridge University Press – 25 Ιουλίου 2018).           

Επίσης: «Κατά τη διάρκεια αυτής της παράστασης, ένα ζευγάρι παραπονέθηκε ότι το εισόδημά τους ως εκπαιδευτικοί δεν τους επιτρέπει να αποκτήσουν παιδί. Μια νοσοκόμα μίλησε για το πώς η υποχρηματοδότηση του NHS κοστίζει ζωές. Ένα νεαρό αγόρι αναρωτήθηκε αν είχε μέλλον. Αλλά η γεμάτη ελπίδα, ευκρινής φωνή της ηγεσίας που συνοδεύει το ανοιχτό μικρόφωνο, δεν εμφανίστηκε ποτέ. Ήμουν ένας από αυτούς που σήκωσαν το χέρι τους πριν συνειδητοποιήσουν γρήγορα ότι δεν είχαν απαντήσεις. Υποψιάζομαι ότι ο Ίψεν θα μισούσε την παράσταση. Σε κάνει να σκέφτεσαι την αδυναμία κάποιου παρά τη διαφθορά όσων βρίσκονται στην εξουσία. Αλλά αυτό είναι διδακτικό, αν και θλιβερό, με τον δικό του τρόπο». (By John Nathan, An Enemy of the People: Question Time makeover for Ibsen’s classic play – 23 Φεβρουαρίου 2024)

Ακόμα και επιθετικά σχόλια που δέχτηκε ο δημιουργός κατά τη διάρκεια των περιοδειών που προκύπτουν από τα ανεπούλωτα συλλογικά τραύματα: «Λίγες μέρες νωρίτερα, στο αποκορύφωμα [μιας από τις  πρεμιέρες] της αξιοσημείωτης παραγωγής του Όστερμάιερ για το έργο “Ο Εχθρός του Λαού” του Ίψεν, μια πιο σκληρή φωνή ουρλιάζει από το κοινό: “Τι κάνει ένας Γερμανός που μας λέει πώς να σκεφτόμαστε τη ζωή μας, όταν σκέφτεσαι τι κάνατε εδώ, ή μήπως το έχετε ξεχάσει;!” (Από συνέντευξη του Οστερμάιερ στον Simon McBurney πριν 11 χρόνια – 24/09/2014 Τhe Guardian).

Από τα παραπάνω αποσπάσματα κριτικών, άρθρων και συνεντεύξεων που αναφέρονται στα πρώτα -κυρίως- χρόνια των παραστάσεων, διαπιστώνουμε τις έντονες δυναμικές πρόσληψης και διάδρασης. Το πρωτογενές υλικό από το έργο του Ίψεν μετατράπηκε από τη σκηνοθετική ευφυΐα του Τόμας Οστερμάιερ σε μια φιλόξενη μήτρα που εντός της επωαζόταν ένα σημαντικό πλέγμα πολιτειακών διερωτήσεων, στενά συνδεδεμένο με την τότε ευρωπαϊκή πραγματικότητα, αλλά και με την πρόσφατη ιστορία της που με την πάροδο των ετών απονευρώθηκαν. Γεγονός που μπορώ να πιστοποιήσω κι εγώ ως θεατής που έχει δει την παράσταση τρεις φορές: το 2013 φιλοξενούμενη παράσταση στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Τον Ιανουάριο του 2014 ως φοιτήτρια στο Παρίσι στο Theatre de la ville. Και, φέτος, το 2025, σχεδόν 14 χρόνια μετά την πρεμιέρα στην Αβινιόν, με ελληνική διανομή.

Αισθάνομαι ότι η συγκινητική απόπειρα να προσαρμόζει το έργο στην τρέχουσα επικαιρότητα της χώρας που το ανεβάζει – τουλάχιστον στην ελληνική πραγματικότητα- παρέμεινε ημιτελής. Ωστόσο, η βασική αιτία που προκάλεσε την απίσχναση της δραματουργικής υφής της παράστασης και της αποστέωσης των δυναμικών της είναι η ακραία πύκνωση των γεγονότων από την αρχική πρεμιέρα του έργου το 2012 ως τις μέρες μας. Αυτή είναι που πραγματικά το υπονομεύει. Ο χρόνος που έχει περάσει απονευρώνει τον -άλλοτε- ουσιαστικό καταγγελτικό του λόγο, αποδυναμώνοντάς τον. Στα χρόνια που μεσολάβησαν από τότε, βιώσαμε έναν πολιτικοκοινωνικό και ιστορικό κατακλυσμό. Για παράδειγμα η άλλοτε περιθωριακή ακροδεξιά έχει αποκτήσει μαζικότητα, κανονικότητα, κατανόηση και μιμητές. Καθορίζει την ατζέντα και έχει πάει το πολιτικό εκκρεμές προς τα δεξιά. Οι κοινωνίες της δύσης διχασμένες, διαλυμένες, με μεγάλες τάσεις συντήρησης και μικρές ομάδες ριζοσπαστισμού. Στο μικρόφωνο της παράστασης που καλεί τους πολίτες -θεατές σε διάλογο δεν έχουμε παρά μόνο παράλληλους μονολόγους. Οι παραπάνω διαπιστώσεις επιτάσσουν την διατύπωση του πικρού ερωτήματος: άραγε γερνούν οι παραστάσεις; Τις ξεπερνούν τα πραγματικά γεγονότα; Ακόμα και αυτές των πιο προικισμένων δημιουργών; Ακόμα και αυτών που η παρουσία τους -όπως του Τόμας Οστερμάιερ καθόρισαν την ευρωπαϊκή θεατρική πράξη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 μετά.

Οι συντελεστές:

Έχει ενδιαφέρον να δούμε τα αποτελέσματα της συνεργασίας των αρχικών συντελεστών με του Έλληνες συναδέλφους τους στην αισθητική ποιότητα του τελικού αποτελέσματος. Συγκεκριμένα: Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί η στιβαρή, αιχμηρή  μεταφραστική  συνεισφορά του Αντώνη Γαλέου. Η ήσυχη αλλά εύστοχη ενδυματολογική σημειολογία των προσώπων από τη Νατάσσα Παπαστεργίου σε συνεργασία με την ενδυματολόγο συνάδελφο της Nina Wetzel.

Ισχυρό αποτύπωμα άφησαν στον σχεδιασμό του ήχου ο Ηλίας Φλάμμος και στον σχεδιασμό φωτισμού η Σοφία Αλεξιάδου σε μια αγαστή και δημιουργική συνεργασία με τους Erich Schneider (σχεδιασμός φωτισμού) και Malte Beckenbach, Daniel Freitag (σχεδιασμό ήχου).

Διατηρώ αρκετές ενστάσεις για την προσαρμογή του σκηνικού από τη Νατάσα Τσιντικίδη. Νιώθω ότι απονευρώθηκε η αρχική ιδέα των Jan Pappelbaum (σκηνογραφία) και Katharina Ziemke (ζωγραφική σκηνικού).

Εξαιρετική η μουσική διδασκαλία της Εύης Νάκου.

Δεν θα μπορούσε να παραλειφθεί η πολύτιμη συνεισφορά της Ειρήνης Λαμπρινοπούλου (βοηθός σκηνοθέτη) σε αυτό το πολύπλοκο και απαιτητικό εγχείρημα.

Οι ερμηνείες:

Υπάρχει  μια  αμηχανία ως προς την απόπειρα απόδοσης της τοπικής κοινωνίας που υπονόμευσε το ερμηνευτικό αποτέλεσμα στο σύνολό του. Αφού, οι κάτοικοι της επαρχιακής κωμόπολης μετατράπηκαν σε ένα συμπίλημα ατόμων που δεν εκφράζει μια τοπική κοινωνία, ούτε μετουσιώνεται σε κοινότητα. Αναγκαστικά, λοιπόν, περιορίζεται στη σκηνική αποτύπωση στερεοτύπων των δυτικών ανθρώπων, όπως αυτοί αναπαράγονται από τα μέσα. Αυτό, κρύβει την αμηχανία περιγραφής της ελληνικής επαρχίας. Και, αυτό είναι λογικό. Ο διεθνής δημιουργός δεν έχει εσωτερικές  προσλαμβάνουσες για τις ελληνικές επαρχιακές κωμοπόλεις, σε μια χώρα που η πλειοψηφία του πληθυσμού είτε ζει στα πέντε μεγάλα αστικά κέντρα, είτε μιμείται τη ζωή σε αυτά. Σε μια χώρα απερήμωσης της ελληνικής επαρχίας, που έχει αλωθεί η διάκρισή της στον πολτό της ελληνικής κοινωνίας, αφού η έννοια «της κλειστής κοινωνίας» έχει προ πολλού πεθάνει. Αυτή η ιδιομορφία της ελληνικής επαρχιακής πραγματικότητας είναι αδύνατον να  αποτυπωθεί σκηνικά, αφού δεν μπορεί να γίνει κατανοητή από τον Ευρωπαίο δημιουργό, καθώς σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες -και φυσικά στη Γερμανία- είναι διακριτή και ισχυρή ακόμα η έννοια της κλειστής επαρχιακής κοινωνίας, η έννοια της κωμόπολης.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την απόδοση μιας έωλης ερμηνευτικής αποτύπωσής της που παραπαίει ανάμεσα στο ευρωπαϊκό στερεοτυπικό μοντέλο και την ελληνική επινοημένη και όχι υπαρκτή εκδοχή της. Αυτή η αμηχανία έχει σημαντικό αντίκτυπο στην ποιότητα των ερμηνευτικών καταθέσεων. Παρόλα αυτά συγκινητική παραμένει η πίστη, ο ενθουσιασμός και η αφοσίωση των Ελλήνων ηθοποιών στο εγχείρημα.

Θετικό στοιχείο στις ερμηνευτικές καταθέσεις είναι ότι κατάφεραν να προσδώσουν μια πολύ ενδιαφέρουσας ποιότητας χιούμορ που δεν κατάφερνε να παρεισφρήσει στις αρχικές παραστασιακές αποτυπώσεις του ιψενικού έργου από τον διεθνή δημιουργό.

Συγκεκριμένα: Ο Ιερώνυμος Καλετσάνος ως κυνικός και αινιγματικός Μόρτεν Κιλ, (πατέρας της Καταρίνα) δημιουργεί με λιτότητα, και ακρίβεια μια ιδιοσυγκρασιακή υποκριτική σπονδή του αήθους, της δύσοσμης σαπίλας και της ανυπόφορης διαφθοράς.

 Ο Ιάσονας Άλυ ως βοηθός αρχισυντάκτη αποδίδει εύστοχα και με χιούμορ τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου με ναρκωμένη συνείδηση που μετατρέπει το προσωπικό του συμφέρον σε κοινή λογική.

Ο Στέλιος Δημόπουλος ως  Χόβσταντ δίνει μια αβαθή, επίπεδη ερμηνεία με πρόσχημα το κωμικό ιδίωμα που προσπαθεί να προσδώσει στον ρόλο.

Η Καταρίνα της Άλκηστης Ζιρώ έχει πάθος, δυναμισμό και αμεσότητα αλλά στερείται βάθους.

Η Λένα Παπαληγούρα ως Άσλακσεν (μετατροπή σε γυναικείο ρόλο τον ανδρικό ρόλο του ιψενικού κειμένου από τον Οστερμάιερ) δημιουργεί μια υποκριτική σπουδή υπονομευτικού χιούμορ, οξύνοιας και ακρίβειας. Οι μπρεχτικές πινελιές αποστασιοποίησης με τις οποίες εμπλουτίζει τον ρόλο είναι απόλυτα εύστοχες. Ο τρόπος που διαχειρίζεται την άτυπη εκκλησία του Δήμου είναι εξαιρετικός: επικοινωνιακή, εύστροφη, επινοητική.

Η υποκριτική κατάθεση του Μιχάλη Οικονόμου ως Πέτερ Στόκμαν έχει μέτρο, βαθύτητα και οξύνοια. Λιτότητα και ευστοχία εκφραστικών μέσων. Όμως, παραμένει αναπάντητο το υποκριτικό ερώτημα σε ποια επαρχιακή πόλη είναι διεφθαρμένος πολιτικός. Της ελληνικής επαρχίας; Μιας στερεοτυπικής δυτικής επαρχίας που αναμασούν τα μέσα; Μιας επινοημένης;

Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής ως  Δρ. Τόμας Στόκμαν, ενώ τον κατακλύζει συναισθηματικά ο ρόλος, η υποκριτική του κατάθεση στερείται εύρους και εμβέλειας. Επινοεί, ωστόσο, ένα ενδιαφέρον και αναπάντεχο χαρακτηριστικό του ρόλου: τη συνεσταλμένη hipster περσόνα του γιατρού Στόκμαν, που αδυνατεί να μιλήσει δημόσια, που κανείς δεν τον παίρνει στα σοβαρά, που παραμένει στη σκιά του αδερφού του. Το ότι αποδεικνύεται αμετανόητα ισχυρός στην ηθική που του υπαγορεύει ο αξιακός του κώδικας δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα  υποκριτική αντίστιξη.

…Συνοψίζοντας

Οι φθορές που κυρίως ο χρόνος και η συνεχής επανάληψη επέφεραν στην παράσταση, καθόλου δεν πρέπει να πτοούν τον Μίλτο Σωτηριάδη, καλλιτεχνικό διευθυντή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, αντίθετα η επίτευξη  ενός τέτοιου επιπέδου συνεργασίας τον δικαιώνει απόλυτα. Ως επισφράγιση του ιδεολογικού πλαίσιού του ΘΝΚ που είναι συγγενικό με αυτό του Τόμας Όστερμάιερ. Ίσως όχι ως καλλιτεχνικό γεγονός. Αλλά ως συμβολική και πολιτική πράξη. Ως σύμπραξη της τέχνης που αγωνίζεται για τη δημοκρατία σε μια Ευρώπη που σπαράσσεται από την επικράτηση μιας νέας μορφής επικίνδυνης ολιγαρχίας. Και ως τέτοια τιμά το όραμα του δημιουργού του ΘΝΚ, Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

Ο Τόμας Οστερμάιερ είναι ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους σκηνοθέτες του καιρού μας. Εκπρόσωπος της νέας γερμανικής πρωτοπορίας που πυρπόλησε τη βαλτωμένη θεατρικά Ευρώπη στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Συνέδεσε το θέατρο που δημιουργεί με τον καπιταλιστικό ρεαλισμό. Επιστράτευσε μια σκληρή, ρεαλιστική αισθητική με σκοπό να αποκαλύψει τη βία και τις σκληρές πρακτικές της σύγχρονης καπιταλιστικής Ευρώπης. Ο Τόμας Οστερμάιερ γνωρίζει καλά ότι οι παραστάσεις γερνούν. Και ότι ο μόνος τόπος που ζουν αλώβητες είναι η μνήμη των θεατών που της είδαν. Γνωρίζει, επίσης, ότι το μόνο που δεν φθείρεται είναι η ασίγαστη καλλιτεχνική δεινότητα. Και ξέρει καλά ότι το μόνο που δεν γερνά είναι η πίστη σε έναν δικαιότερο, δημοκρατικό, αρυτίδωτο κόσμο.

Info:

«Εχθρός του λαού» | Θέατρο Κνωσός