Ο Μποντ είναι από εκείνους τους χαρακτήρες που θεωρούνται κινηματογραφική αριστοκρατία, καθώς η σειρά ταινιών, που ξεκίνησε το 1962 με το Dr. No, συνεχίζεται ακόμα και σήμερα. Με μια σειρά είκοσι επτά ταινιών (είκοσι πέντε επίσημες της Eon και δύο ανεπίσημες), όλοι έχουμε δει μια ταινία (έστω και κατά λάθος) και όλοι έχουμε άποψη για το ποιος είναι ο καλύτερος ηθοποιός στον ρόλο – αν και προσωπικά πάω πάντα σύμφωνα με το συνολικό αποτέλεσμα της κάθε ταινίας και όχι αποκλειστικά με το ποιος ερμηνεύει. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για την ιστορία του κινηματογράφου, ο Μποντ με τόσο πλούσια πορεία δεν είναι κακό μέρος για να ξεκινήσει. Στις ταινίες μπορούμε να διακρίνουμε κινηματογραφικές τάσεις της εποχής – για παράδειγμα είναι γνωστό πως το Moonraker φτιάχτηκε το ’79, επειδή το Star Wars ήταν μεγάλη επιτυχία δύο χρόνια νωρίτερα – και να δούμε πώς πλάθεται ο Μποντ κάθε φορά ώστε να ταιριάξει στην εκάστοτε εποχή. Ο Μποντ του Κόνερι δεν είναι ίδιος με του Μουρ, πόσο μάλλον με του Κρεγκ, όμως όλοι μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά.

Έχουμε τα αναμενόμενα, όπως το ότι είναι ένας μοναχικός λύκος που σπάνια συνάπτει σοβαρές φιλικές ή ρομαντικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους· εκμεταλλεύεται και σκοτώνει δίχως δισταγμό· του αρέσουν τα ακριβά πράγματα τόσο πολύ που ακούγεται σαν κινούμενη διαφήμιση κάθε φορά που παραγγέλνει κάτι· είναι ένα ψυχρό εκτελεστικό όργανο του συστήματος· και βέβαια το πιο σταθερό χαρακτηριστικό του ήρωα είναι ο μισογυνισμός του. Δεν γίνεται να υπάρξει σοβαρή συζήτηση για τον χαρακτήρα δίχως αυτό να αναφερθεί, αλλιώς η συζήτηση δεν είναι ειλικρινής. Ο μισογυνισμός του Μποντ, ειδικά στις πρώτες ταινίες, είναι κάτι που συμβαίνει χαλαρά. Η φόρμουλα των ταινιών είναι απλή: Εισαγωγική σκηνή πριν τους τίτλους αρχής – ανάθεση της αποστολής όπου ο Μποντ θα φλερτάρει με τη Μανιπένι και ο Q θα του δείξει τα νέα μαραφέτια – έρευνα σε κάποια εξωτική τοποθεσία όπου ο Μποντ θα συνομιλήσει με τους ντόπιους κομπάρσους και θα γνωρίσει το Bond girl της ταινίας  – η μάχη στο λημέρι του κακού στο οποίο ο Μποντ θα εισβάλλει και αφού ρίξει από μια καρατιά σε όποιο κεφάλι βρει στο τέλος θα ανατινάξει – και βέβαια στο τέλος έχουμε την τελευταία σκηνή, όπου ο Μποντ θα είναι σε μια βάρκα στη μέση του ωκεανού με το αίσθημα, η οποία μένει παγιδευμένη μαζί του, και θα ανοίγουν σαμπάνια. Σε όλο αυτό το διάστημα, είναι δεδομένο πως ο Μποντ θα έχει πάει ήδη με τέσσερις διαφορετικές γυναίκες – που τουλάχιστον δύο απ’ αυτές θα προσπαθήσουν ή έχουν ήδη προσπαθήσει να τον σκοτώσουν. Έγραψα «πάει», αλλά στην ουσία απλά της βιάζει.

Ο Μποντ δεν φλερτάρει, γιατί δεν ενδιαφέρεται να φλερτάρει. Το φλερτ είναι για όσους έχουν κάτι να αποδείξουν και ενδιαφέρονται να γοητεύσουν το άλλο άτομο για να το κερδίσουν. Ο Μποντ δεν κερδίζει, παίρνει. Το να κερδίσεις κάτι σημαίνει ότι καταβάλεις προσπάθεια και αν προσπαθείς δεν είσαι κουλ. Ακόμα και αιχμάλωτος αν βρεθεί, η κατάσταση δεν είναι ποτέ τόσο σοβαρή. Είναι δεδομένο ότι θα κοιμηθεί με τέσσερις γυναίκες σε κάθε ταινία, όσο είναι δεδομένο ότι θα οδηγήσει μια Aston Martin ή θα πιει vodka martini shaken, not stirred. Όλα είναι μέσα στο σύστημα που ο Μποντ προστατεύει και εμπιστεύεται γιατί το σύστημα τον φροντίζει. Όπως και στην πραγματική ζωή, το σύστημα θα οδηγήσει τη γυναίκα να καταλήξει στη βάρκα μαζί του δίχως διέξοδο και φυσικά θα τον έχει ερωτευτεί γιατί χρειάζεται τη δύναμή του, κάτι που εκείνη δεν έχει… γιατί είναι γυναίκα. Αν θέλετε να γελάσετε, δείτε στις παλιές ταινίες, είτε του Κόνερι είτε του Μουρ, πόσες φορές τους κυνηγάνε και ο Μποντ πάντα ξεκινάει να τρέχει πιάνοντας το χέρι της γυναίκας γιατί δίχως εκείνον, εκείνη ούτε ευθεία δεν μπορεί να πάει.

Από το λογοτεχνικό Casino Royale του 1953, ο Φλέμινγκ έχει γράψει τον Μποντ να μισεί τις γυναίκες. Τις αποκαλεί παράσιτα με κάθε ευκαιρία. Είναι καλές μόνο για διασκέδαση, ενώ είναι ένα εμπόδιο στη δουλειά του γιατί κάνουν τα πράγματα δύσκολα με τα συναισθήματά τους και την ανάγκη τους για προσοχή. Δεν τις σέβεται, δεν τις εμπιστεύεται, δεν τις υπολογίζει. Φτάνει ακόμα και στο σημείο να αποκαλέσει τον βιασμό «γλυκιά αίσθηση». Και όλα αυτά τα λέει ο ίδιος με μεγάλη χαρά, δεν του τα αποσπά κάποιος με το ζόρι ή έπειτα από έντονη συζήτηση. Τα άλλα πράγματα που ξέρουμε για εκείνον είναι ότι του αρέσει να κοιμάται γυμνός, του αρέσει το αμάξι του και καπνίζει εβδομήντα τσιγάρα την ημέρα. Εδώ είναι καλό σημείο να πούμε ότι ο κλασικός Μποντ είναι ένας βαρετός άντρας που το μόνο που κάνει είναι να εισβάλλει σε ξένες χώρες και να σκοτώνει για τα συμφέροντα της Αγγλίας. Στις ταινίες, που το πλαίσιο αλλάζει συνέχεια, παίζει μεγάλο ρόλο ο ηθοποιός που τον ενσαρκώνει. Για παράδειγμα, αυτό που μου αρέσει στον Μποντ του Μουρ είναι ότι καταλαβαίνω πώς μια γυναίκα μπορεί να τον ερωτευτεί. Λέει αστεία, είναι γοητευτικός, και τα μάτια του είναι πιο αθώα από τα μάτια του Κόνερι, που είναι σαν να έντυσαν έναν σπηλαιάνθρωπο με σμόκιν. Στο τέλος όμως, ο Μποντ είναι η δουλειά του, δεν διαχωρίζεται ποτέ απ’ αυτή, και γι’ αυτό σε όλες τις ταινίες οι γυναίκες, οι κακοί και όλα τα τσιράκια τους, είναι καλύτεροι και πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες από τον ίδιο. Ειδικά όταν αποφασίζουν να τα συνδυάσουν, δηλαδή να υπάρξει γυναίκα ανταγωνίστρια, τότε αυτά είναι πάντα τα καλύτερα σενάρια, διότι η σεξιστική φύση του Μποντ και ο φόβος που έχει για τις γυναίκες, δημιουργούν μια ένταση που δεν υπάρχει όταν οι αντίπαλοί του είναι άντρες. Πιο έντονα θυμάμαι τη Φιόνα Βόλπε του Thunderball, παρά τον Κόνερι σε όλες του τις ταινίες.

Όμως, όπως είπαμε ο Μποντ έχει το σύστημα με το μέρος του και λόγω αυτού πάντα κερδίζει στο τέλος. Ο τρόπος του ενθαρρύνεται και επικροτείται. Τα χρόνια περνάνε και σε κάθε έργο υπάρχουν μικρές βελτιώσεις στον χαρακτήρα του, αλλά έπρεπε να έρθει το Goldeneye το 1995 για να αποκαλέσει ευθέως τον Μποντ, «μισογύνη δεινόσαυρο» και «απολίθωμα του ψυχρού πολέμου», και να θίξει έστω και λίγο τις πεποιθήσεις του, αλλά πάλι δεν ήταν αρκετό, διότι οι περιπέτειες του Μπρόσναν μετά το Goldeneye ακολούθησαν πάλι τη γνωστή φόρμουλα. Σε αυτό το σημείο, να αναφέρω πως κάθε Μποντ έχει τουλάχιστον μία καλή ταινία και οι υπόλοιπες συνήθως την αντιγράφουν. Για τον Κόνερι είναι το Goldfinger, για τον Μουρ το The Spy Who Loved Me, για τον Ντάλτον είναι το License to Kill, για τον Κρεγκ το Casino Royale και το Skyfall. Ένας όμως ηθοποιός ενσάρκωσε τον ρόλο μια φορά και με μία ταινία κατάφερε να δώσει στον χαρακτήρα κάτι που δεν είχε σε αυτό το σημείο, έναν λόγο για να αγαπήσει και έναν λόγο για να πονέσει τόσο που ακόμα και σήμερα δεν έχουμε ξαναδεί.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, κυκλοφόρησε το On Her Majesty’s Secret Service με πρωταγωνιστή τον Τζόρτζ Λάζενμπι, που στα είκοσι εννέα του διαδέχθηκε τον ρόλο από τον Σον Κόνερι που σε αυτό το σημείο είχε ήδη υποδυθεί τον χαρακτήρα πέντε φορές. Ένα έργο τόσο μοναδικό στον κανόνα του Μποντ, που μετά απ’ αυτό όχι μόνο ο χαρακτήρας έκανε δέκα βήματα πίσω, αλλά χρειάστηκαν τριάντα επτά χρόνια για να πάρει ένα σενάριο τα συναισθήματά του σοβαρά ξανά. Τα μοναδικά θέματα που βρίσκω στο έργο είναι ότι κάνει μια κοιλιά κάπου στη μέση και τα rear projections που χρησιμοποιούν σε κάθε ταινία, χαλάνε ένα κατά τ’ άλλα πανέμορφα γυρισμένο έργο. Θέλετε να μιλήσουμε για καταθλιπτικά τέλη σε blockbuster franchise; Ποιο Empire Strikes Back και ποιο Infinity War; Ο τρόπος που το σενάριο ανταμείβει τον ήρωά του και έπειτα του κλέβει τη χαρά, και ο τρόπος που ο Λάζενμπι εκτελεί τη σκηνή, είναι ίσως το πιο κομβικό σημείο στον κανόνα του χαρακτήρα. Σε αυτό, ο Μποντ αντιμετωπίζει την απώλεια με τον πιο ανθρώπινο και ευάλωτο τρόπο που τον έχουμε δει ποτέ και παύει να είναι ένα άδειο χαρτόκουτο που τον γεμίζουν οι αρρενωπές φαντασιώσεις μας. Μετά απ’ αυτή τη σκηνή, όταν θα παίξει το μουσικό θέμα του χαρακτήρα για τους τίτλους τέλους, είναι τόσο ηρωικό που φαντάζει ξένο γιατί λουστήκαμε στα κρύα νερά της πραγματικότητας που διέλυσαν το παραμύθι και την αίγλη του.

Ο Λάζενμπι είναι τόσο μεγάλος θρύλος, που χρειάστηκε να παίξει τον ρόλο μια φορά και άφησε για πάντα το αποτύπωμά του. Δεν τον θεωρώ καλύτερο ηθοποιό από τον Κόνερι, όμως δεν είναι και το κινούμενο σχέδιο που ο Κόνερι κατάντησε. Είναι πιο ευάλωτος, αλλά ταυτόχρονα είναι ο Μποντ, οπότε κυριολεκτικά χώνεται στις σκηνές δράσεις και ξεκινάει να χτυπά όποιον βρει. Συμπεριφέρεται όπως ξέρουμε τον Μποντ να συμπεριφέρεται, αλλά σε κάνει να πιστεύεις πως όλο αυτό είναι ένας ρόλος, ένα κοστούμι που μπορεί να βγάλει μόλις πάει σπίτι του. Και τι έκαναν έπειτα από μια τόσο σοβαρή στροφή για έναν μονότονο χαρακτήρα; Πίσω στον Κόνερι πάλι!

Τριάντα επτά χρόνια αργότερα και φτάνουμε επιτέλους στο Casino Royale σε σκηνοθεσία Μάρτιν Κάμπελ που επιστρέφει ξανά στο πηδάλιο αφού είχε ήδη ξεκινήσει την πορεία ενός νέου Μποντ το 1995 με τον Μπρόσναν στο Goldeneye. Αυτή τη φορά, ο Ντάνιελ Κρεγκ ενσαρκώνει τον ρόλο και ενώ όλες οι κουτσομπολίστικες φυλλάδες της εποχής έλεγαν ότι ένας ξανθός γαλανομάτης δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο, ο ξανθός γαλανομάτης είχε τη μακροβιότερη πορεία και κατάφερε να παίξει σε δύο από τις καλύτερες ταινίες της σειράς, κάτι που κανένας άλλος δεν έχει καταφέρει. Βέβαια, τα προβλήματα της σειράς του Κρεγκ είναι ότι προσπάθησαν όλες οι ταινίες να συνδέονται μεταξύ τους, αντί να είναι αυτοτελή επεισόδια όπως των προηγούμενων, αλλά το έκαναν αυτό δίχως κάποιο μακροπρόθεσμο σχέδιο. Όμως, αυτό δεν έχει σημασία για το Casino Royale που μέχρι σήμερα δεν είναι απλά η καλύτερη ταινία της σειράς, αλλά και ένα από τα καλύτερα origin stories που έχουν παιχτεί στη μεγάλη οθόνη. Είναι μια ταινία με τόσο σφιχτό σενάριο που δεν καταλαβαίνεις πότε τελειώνει, και με ένα εκρηκτικό φινάλε που γεννά τον ήρωα, ενώ ο θεατής καταλαβαίνει και αναγνωρίζει πώς προκύπτει αυτή η γέννηση. Όχι η γέννηση του ανθρώπου, αλλά η γέννηση του προσωπείου, του ειδώλου που φορά την πανοπλία της φαλλοκρατίας, αυτού που δεν εμπιστεύεται τις γυναίκες γιατί πληγώθηκε τόσο που κρύφτηκε στην ψεύτικη ασφάλεια του καπιταλισμού και της πατριαρχίας.

Ο πρόλογος του Casino Royale είναι μια καταπληκτική ταινία μικρού μήκους. Τα πλάνα είναι ασπρόμαυρα και ο κόκκος τόσο έντονος που αισθάνεσαι ότι αν αγγίξεις την οθόνη μπορεί να σε κόψει. Βλέπουμε τη διαδικασία που χρειάζεται ένας πράκτορας της MI6 να κερδίσει τα μηδενικά του, δηλαδή την άδεια για να σκοτώσει, και για να γίνει ο Μποντ ο νέος 007 θα πρέπει να σκοτώσει δύο ανθρώπους. Πώς πεθαίνουν αυτοί οι άνθρωποι; Όπως θα έλεγε και ο ίδιος, “not well”. Την πρώτη δεκαετία του 2000 τη συμβόλιζε ένας παγωμένος ρεαλισμός στις ταινίες, όπου οι μυθολογικοί χαρακτήρες έπρεπε να είναι λιγότερο φανταστικοί και περισσότερο ωμοί. Ήταν η εποχή του Τζέισον Μπορν και του Batman Begins και επειδή ο Μποντ πάντα δανείζεται απ’ ό,τι υπάρχει στην ποπ κολτούρα εκείνη την περίοδο, το Casino Royale δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.

Το έργο ξεκινάει με την απομυθοποίηση του ήρωα. Δεν υπάρχει κάτι όμορφο και ηρωικό στο πώς κερδίζει τα μηδενικά του. Ο Μποντ δεν είναι απλά τσαλακωμένος, είναι ήδη τραυματισμένος από τα πρώτα λεπτά. Δεν ξεκινάει στο κρεβάτι με μια ωραία γυναίκα, αλλά παλεύει σε κάτι βρόμικες τουαλέτες όπου προσπαθεί να πνίξει κάποιον στον νιπτήρα. Ο τρόπος που παλεύει, που προσπαθεί, και το πόσο αργή και δύσκολη είναι η διαδικασία του πνιγμού, ακόμα και αν το μοντάζ είναι έντονο, ήδη δεν σε κάνει να τον θαυμάζεις. Ύστερα, σκοτώνει κάποιον στο γραφείο του. Δεν τους ξέρουμε αυτούς τους ανθρώπους, ξέρουμε ότι η M του ανέθεσε τον θάνατό τους, αλλά τα πρώτα λεπτά αναδεικνύουν την παγωμένη γραφειοκρατία πίσω απ’ αυτούς τους θανάτους. Ένα πλάνο που μπορεί να διαρκεί και ένα δευτερόλεπτο μας ενημερώνει ότι ο δεύτερος στόχος έχει μια οικογένεια που τον περιμένουν να γυρίσει το βράδυ στο σπίτι. Ασήμαντο. Η δουλειά είναι δουλειά. Ακολουθεί ο Κρις Κορνέλ με το “You Know My Name”, σε μια από τις καλύτερες εισαγωγές που σηματοδοτεί αυτό που θα ακολουθήσει. Ξέρουμε το όνομα, αλλά θα αργήσουμε να το ακούσουμε όπως έχουμε συνηθίσει να το ακούμε.

Το σενάριο του Casino Royale είναι ένα καταπληκτικό παράδειγμα σεναρίου σε τρεις πράξεις. Κάθε πράξη έχει αρχή, μέση και τέλος, και η κάθε μία οδηγεί στην επόμενη με οργανικό τρόπο. Δηλαδή, δεν υπάρχει αυτό το «και μετά» που μολύνει τα σενάρια όταν οι σεναριογράφοι δεν ξέρουν πώς να στήσουν τα ντόμινό τους. Ο Μποντ δεν τηλεμεταφέρεται από τοποθεσία σε τοποθεσία με τον θεατή να αναρωτιέται πώς βρίσκεται εκεί κάθε φορά. Όλοι οι χαρακτήρες έχουν απλούς και κατανοητούς στόχους, στόχους που βάζουν οι άνθρωποι που μπλέκουν σε τέτοιες καταστάσεις και όχι κάτι υπερβολικό όπως η κατάκτηση του κόσμου. Η κεντρική πλοκή οδηγεί όλα μας τα πιόνια σε ένα τουρνουά πόκερ, το οποίο διοργανώνει ο Λε Σιφρ, ένας ιδιωτικός τραπεζίτης που χρηματοδοτεί τρομοκράτες, διότι πρέπει επειγόντως να μαζέψει τα λεφτά που χρωστάει αλλιώς θα τον δολοφονήσουν. Ο Λε Σιφρ, τον οποίο υποδύεται ο υπέροχος Μαντς Μίκελσεν, δεν είναι ο παραδοσιακός κακός που κρύβεται στις σκιές και χαϊδεύει τη γάτα του, ούτε έχει εύκαιρη μια δεξαμενή γεμάτη καρχαρίες. Ένα σχοινί και μια καρέκλα με τρύπα στο κάθισμα είναι ό,τι χρειάζεται… αλλά θα πούμε γι’ αυτό αργότερα.

Κανονικά δεν θα έπρεπε να το διευκρινίσω αυτό, αλλά χαρακτήρες όπως ο Μποντ δεν είναι παραδείγματα προς μίμηση. Το αναφέρω διότι τώρα θα γράψω, «η σχέση του Μποντ με τις γυναίκες είναι καλύτερη απ’ ό,τι έχουμε δει σε όλες τις προηγούμενες ταινίες μαζί», αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ο ίδιος ο Μποντ είναι κάποιου είδους παραδειγματικού ανθρώπου. Εκτελεί ανθρώπους για λογαριασμό της κυβέρνησής του δίχως να κάνει ερωτήσεις, το ότι δεν βιάζει ανεξέλεγκτα και το σενάριο δεν αντιμετωπίζει τις γυναίκες σαν ζαχαρωτά που πρέπει να τους αφαιρέσεις το περιτύλιγμα είναι πρόοδος για μια τέτοια σειρά, αλλά ταυτόχρονα και κάτι που θα έπρεπε να είναι αναμενόμενο. Ο συντηρητισμός του Μποντ είναι ένα στοιχείο του χαρακτήρα του το οποίο εξερευνάται μέσα στο έργο, αλλά γι’ αυτή και μόνο την ταινία – διότι οι επόμενες με τον Κρεγκ θα ξεπέσουν σε κάποια παλιά κόλπα – τουλάχιστον δεν ενθαρρύνεται. Εδώ, θα ξελογιάσει και θα χειραγωγήσει μια παντρεμένη γυναίκα για να πάρει τις πληροφορίες που θέλει, αλλά εκεί που οι προηγούμενοι θα κοιμόντουσαν μαζί της για να έχουμε το eye candy, o Μποντ του Κρεγκ θα την εγκαταλείψει μόλις πάρει αυτό που θέλει. Ο εγωισμός και η υπεροψία του Μποντ αντιμετωπίζεται σαν ελάττωμα και όχι σαν γοητεία. Όταν θα συναντήσει τη Βέσπερ Λιντ, που την ερμηνεύει η Εύα Γκριν, κανένας από τους δύο δεν φαίνεται να σέβεται τον άλλο και η σχέση τους ανθίζει έπειτα από τις περιπέτειές τους και όχι από κάποια απαίτηση του σεναρίου που θέλει τον Μποντ να κοιμάται με όποια γυναίκα βλέπει.

Όπως και ο Λε Σιφρ που δεν είναι απλά ένας ακόμα κακός, έτσι και η Βέσπερ δεν είναι απλά ένα ακόμα Bond girl. Όχι μόνο είναι η γυναίκα που ο Μποντ αγάπησε, αλλά είναι και αυτή που τον νίκησε. Στο τέλος του Casino Royale η Βέσπερ προδίδει τον Μποντ και αποκαλύπτεται πως η οργάνωση πίσω από τον Λε Σιφρ έχει απαγάγει τον σύντροφό της. Η Βέσπερ λειτουργεί ως διπλή πράκτορας και πρέπει να κλέψει τα λεφτά του τουρνουά για λογαριασμό τους. Στο τέλος πεθαίνει, και ο Μποντ σχολιάζει τον θάνατό της με την παγωμένη ατάκα “the bitch is dead”.

Ειδικά από τότε που διάβασα το βιβλίο, όπου αντικειμενικά ο Μποντ είναι χειρότερος άνθρωπος από τον Μποντ του Κρεγκ και τα σεξιστικά σχόλια πάνε και έρχονται με αστραπιαίο ρυθμό, συχνά σκέφτομαι μήπως ο Μποντ, έστω και κατά λάθος, είναι πιο βαθύς και περίπλοκος χαρακτήρας απ’ όσο του αναγνωρίζεται. Δηλαδή, η σκηνή του βασανισμού όπου ο Λε Σιφρ τον έχει δεμένο και τον χτυπάει ανάμεσα στα πόδια είναι από το βιβλίο του Φλέμινγκ, στο οποίο ο Λε Σιφρ κάνει διάφορα σχόλια για τον ανδρισμό του Μποντ όσο τον βασανίζει. Το ίδιο και στην ταινία. Μετά το βασανιστήριο, ξεκινάει ένα εσωτερικό ταξίδι όπου φιλοσοφεί τη  φύση της δουλειά του, το καλό και το κακό και τη θέση του στον κόσμο, κάτι που δεν είχε μεταφερθεί σε καμία από τις ταινίες ποτέ.  Ο Μποντ καταλήγει να παραιτείται γιατί αισθάνεται ασφάλεια στην αγκαλιά της Βέσπερ και αναγνωρίζει τα τραύματα που έχει προξενήσει η δουλειά του στην ψυχολογία του. Η Βέσπερ, συγκινημένη από τον τρόπο που την προστάτευσε, του λέει την πανέμορφη ατάκα, «αν το μόνο που είχε μείνει από εσένα ήταν το χαμόγελό σου και το μικρό σου δάχτυλο, ακόμα και τότε θα ήσουν περισσότερο άντρας από οποιονδήποτε έχω γνωρίσει». Το ίδιο το έργο ακυρώνει τα αφηγήματα που υποστήριζαν οι προηγούμενες ταινίες και η τοξική αρρενωπότητα για τα alpha males, και όλα αυτά πηγάζουν από το πρωτότυπο κείμενο. Οπότε, αν ήθελε ο Φλέμινγκ να φτιάξει από την αρχή ένα alpha male, γιατί να ασχοληθεί τόσο πολύ με κάτι τέτοιο; Δεν θα ήταν πιο εύκολη η δουλειά του αν αντιμετώπιζε τον Μποντ σαν τον άτρωτο που τον αντιμετωπίζουν όλες οι ταινίες; Πόσο τυχαίο που ένας χαρακτήρας, υποστηρικτής της φαλλοκρατίας, βασανίζεται με τέτοιον τρόπο; Η ταινία παίρνει τις ιδέες του βιβλίου, τις εξελίσσει, αντιμετωπίζει αυτές τις σκηνές πολύ πιο σύνθετα, και ενώ ο Μποντ του Κρεγκ δεν είναι ίδιος με τους προκατόχους του, ένας τέτοιος ρόλος έρχεται και με το βάρος των προηγούμενων, οπότε ο συμβολισμός δεν αλλάζει επειδή άλλαξε ο ηθοποιός, αλλά πλαισιώνει τις προηγούμενες ενσαρκώσεις και δημιουργεί ένας βάθος που ο χαρακτήρας δεν είχε ξαναπιάσει.

Αυτή η ρεαλιστική προσέγγιση επηρεάζει κάθε τομέα του έργου. Όταν ο Μποντ σκοτώνει δύο ανθρώπους, πρέπει μετά να πάει στο μπάνιο και να καθαρίσει τα τραύματά του. Όταν χάσει σε έναν γύρο του τουρνουά λόγω του εγωισμού του, γίνεται παρορμητικός και προσπαθεί να δολοφονήσει τον στόχο του. Όταν η Βέσπερ πάθει κρίση πανικού και μπαίνει με τα ρούχα μέσα στο ντουζ, αυτός μπαίνει μαζί της για να την καθησυχάσει. Το σενάριο με κάθε ευκαιρία υπογραμμίζει τη σκιά ενός ανθρώπου πίσω από το εκτελεστικό όργανο και την πανοπλία που φοράει. Και όταν αυτή η πανοπλία ραγίσει, τότε αποφασίζει να απομακρυνθεί μήπως και καταφέρει να γλυτώσει ένα μικρό κομμάτι της ψυχής του. Αλλά στον πυρήνα του, το Casino Royale είναι μια τραγωδία και αυτός ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος. Μετά την προδοσία της, η Βέσπερ πεθαίνει. Ο Μποντ δεν καταφέρνει να την σώσει. Ο Κρεγκ ερμηνεύει τέλεια τη σκηνή, ενώ το βλέμμα του εναλλάσσεται από οργή σε θλίψη. Στο τέλος την αγκαλιάζει, γιατί δεν υπάρχει κάτι άλλο που μπορεί να κάνει. Φοράει την πανοπλία του και επιστρέφει στη δουλειά του και για πρώτη φορά, στο τέλος του έργου, συστήνεται στο κοινό ως «Μποντ. Τζέιμς Μποντ» και φοράει ένα ψεύτικο χαμόγελο για να ξεγελάσει τον εχθρό του. Όπως και στο On Her Majesty’s Secret Service, έτσι κι εδώ παίζει η διάσημη μουσική του στους τίτλους τέλους, αλλά μετά τα τελευταία γεγονότα αυτή η ηρωική μουσική θυμίζει πένθιμο εμβατήριο, γιατί ο Μποντ γεννιέται από τις στάχτες ενός άντρα που σε μια άλλη ζωή θα μπορούσε να είναι πραγματικά ευτυχισμένος.

Τη στιγμή που γράφω το άρθρο, δεν έχει ανακοινωθεί ακόμα ο επόμενος Τζέιμς Μποντ – ή Τζέιμης Μποντ για τους Έλληνες. Τα ονόματα που ακούμε συνέχεια αυτούς τους μήνες είναι Τζακ Λόουντεν, Τζος Ο’ Κόνορ, Κάλουμ Τέρνερ. Προσωπικά το μόνο που με ενδιαφέρει είναι ότι θα σκηνοθετήσει ο Ντενί Βιλνέβ, αλλά αν έπρεπε να διαλέξω έναν από τους τρεις, θα έλεγα τον Λόουντεν επειδή βλέπω Slow Horses και ήδη τον έχω δει να ενσαρκώνει έναν κατάσκοπο με επιτυχία. Έτσι όπως το βλέπω εγώ, για να αποφευχθούν όλες οι αστοχίες των προηγούμενων ταινιών, ο νέος Μποντ θα πρέπει να έχει μια σφιχτή τριλογία με αρχή, μέση και τέλος, και όχι έναν αόριστο αριθμό περιπετειών που στο τέλος θα προσπαθήσουν να μετατρέψουν σε ένα cinematic universe γιατί αυτό είναι της μόδας. Θα ήθελα να δω ένα ασπρόμαυρο, πολιτικό-κατασκοπευτικό θρίλερ στο ύφος του Andor, που να διαδραματίζεται τις δεκαετίες ’50 —’60, όπου θα εξερευνάται το τίμημα της δουλειάς του Μποντ και ο συντηρητισμός του όπως στο Casino Royale, αλλά ταυτόχρονα οι επόμενες ταινίες δεν θα προδώσουν την εξέλιξή του. Ωραίο το νέο βιντεοπαιχνίδι της IO Interactive, 007 First Light, με τον Πάτρικ Γκίμπσον να ενσαρκώνει καλά έναν εικοσιεξάχρονο Μποντ, αλλά το σενάριο του παιχνιδιού δεν ήταν τίποτα πρωτότυπο και ο νέος κινηματογραφικός Μποντ θα πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό reboot.