Ότι η «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα θα προξενούσε σούσουρο στον δημοσιογραφικό και τον πολιτικό κόσμο κι ότι θα συζητιόταν τις πρώτες μέρες κυκλοφορίας της, ήταν κάτι αρκετά αναμενόμενο. Ότι, όμως, επίσης, τις ίδιες πρώτες μέρες θα πήγαινε και τόσο εντυπωσιακά από πλευράς πωλήσεων, δεν ξέρω αν ήταν εξίσου αναμενόμενο. Ίσως όμως θα έπρεπε, γιατί μιλά (και) για μια σύντομη ρωγμή του χρόνου που ενδεχομένως και να είναι η σημαντικότερη πολιτική στιγμή μισού αιώνα μεταπολίτευσης και που σε κάθε περίπτωση εντυπώθηκε μέσα μας ως κάτι που αφορούσε, πέραν από το από εδώ και πέρα της πορείας της χώρας, κατεξοχήν και την ίδια μας την ταυτότητα, την ατομική και τη συλλογική, το ποιοι είμαστε ως πολίτες και ως κοινωνία.
Ο λόγος φυσικά για την εβδομάδα που εξαγγέλθηκε το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 και την εβδομάδα που την ακολούθησε. Ένα δεκαπενθήμερο που ήρθε να κορυφώσει με τον πιο δραματικό τρόπο, αφενός την μνημονιακή περίοδο 2010-2015 και αφετέρου τους πρώτους έξι μήνες του 2015 της διακυβέρνησης και της διαπραγμάτευσης ΣΥΡΙΖΑ. Ό,τι γνώμη κι αν έχει κανείς για το δημοψήφισμα, πάντως το σίγουρο είναι ότι έχει γνώμη. Ότι όχι μόνο δεν του είναι αδιάφορο, αλλά ότι το πολύ πιθανότερο είναι ότι η θετική ή η αρνητική του γνώμη είναι και έντονα φορτισμένη. Δεν πρόκειται για ένα γεγονός που πέρασε και δεν ακούμπησε, που τελείωσε και ξεχάστηκε.
Χρεοκοπήσαμε το 2010 και το αποτύπωμα της χρεοκοπίας και των μέτρων με των οποίων αυτή αντιμετωπίστηκε υπήρξε βαρύτατο, εξακολουθεί να έχει επιπτώσεις και θα εξακολουθήσει να έχει και σε βάθος χρόνου. Αρθρώθηκαν τότε δύο αντίθετοι λόγοι, δύο αντίθετες αφηγήσεις. Ναι, ήμασταν μεν για πέντε χρόνια χωρισμένοι σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, ωστόσο ακόμα περισσότερο κι από τις εθνικές εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, ήταν το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 που μας οδήγησε σε ένα τελικό δίλημμα, το οποίο συμπύκνωνε ό,τι είχε προηγηθεί απ’ το Καστελλόριζο και μετά. Όσο όντως απειροελάχιστος χρόνος κι αν υπήρχε από την εξαγγελία του κι όσο όντως κι αν η τεχνική διατύπωση του ερωτήματος ήταν θολή, είχε πάντως προηγηθεί υπερπαρκής χρόνος για να ξέρει κανείς πώς τοποθετείται ως προς τη μια ή την άλλη αφήγηση, όπως επίσης, ό,τι κι αν έλεγε το ερώτημα, ήξερες τελικά και σε τι απαντάς. Δεν ήταν ειδική η απάντηση, γενική ήταν. Ήταν το πού στέκεσαι εσύ προσωπικά απέναντι σε αυτό που συνέβαινε στη δική σου χώρα και στις απειλές για το τι επρόκειτο να συμβεί αν δεν υπακούσεις και υποταχθείς.
Χωριστήκαμε λοιπόν – και καλά κάναμε και χωριστήκαμε. Αυτό τελικά είναι και η δημοκρατία, αυτό τελικά είναι και η πολιτική. Να χωρίζεσαι, να διαφωνείς δομικά, κάθετα, ως εκεί που δεν παίρνει. Τα υπόλοιπα είναι άλλου τύπου πολιτεύματα, άλλου τύπου αφηγήματα, άλλου τύπου διευθετήσεις. Καλά κάναμε και πήγαμε κάποιοι από εδώ και κάποιοι από εκεί. Όπου και να πήγαμε όμως, δεν πήγαμε σφυρίζοντας αδιάφορα, πήγαμε με φόβο και με πάθος, οδηγούμενοι απ’ την πεποίθησή μας, τα συμφέροντά μας, ή ενίοτε και εναντίον τους. Και το γεγονός ότι άνθρωποι που ψηφίσαμε ΟΧΙ μπορούσαμε κάλλιστα σε ένα σωρό άλλους τομείς να είμαστε πολύ πιο κοντά με μερίδα ανθρώπων που ψήφισαν ΝΑΙ και πάρα πολύ μακριά από μερίδα ανθρώπων που ψήφισαν ΟΧΙ, σημαίνει ότι ακόμη και οι δομικοί χωρισμοί δεν είναι ντε και καλά ολοκληρωτικοί, σημαίνει ότι οι τομές σε μια κοινωνία μπορούν ενίοτε να διαφοροποιούνται ανάλογα με τις αιτίες που τις προκαλούν.
Από εκεί και πέρα, αυτή είναι προφανώς η μισή ιστορία. Η άλλη μισή είναι η εβδομάδα μετά το δημοψήφισμα, το ΟΧΙ που έγινε υπό αφόρητες πιέσεις ΝΑΙ. Εκείνο που δεν μπορεί να αναιρεθεί όμως, εκείνο που καταγράφηκε πολιτικά και ιστορικά, είναι ότι με κλειστές τράπεζες και με ΜΜΕ που έκρουαν νυχθημερόν τον κώδωνα του κινδύνου για την επικείμενη καταστροφή της χώρας, ο ελληνικός λαός ψήφισε σε ποσοστό 61,31% ΟΧΙ. Ένα, ίσως μικρό, πάντως όχι ασήμαντο, κομμάτι Ιστορίας γράφτηκε εκείνη την ημέρα και ό,τι κι αν ακολούθησε, αυτό τουλάχιστον δεν μπορεί να ξεγραφτεί.
