Είναι υπάλληλοι στο ίδιο μαγαζί. Κάθε μέρα άρα μαζί. Και πολλές μέρες μαζί και μετά τη δουλειά. Αλλά συνήθως με την παρέα τους, σπανίως μόνοι, και ποτέ ως τώρα σε πλαίσιο άλλο από το φιλικό, από το πολύ στενά φιλικό. Εξωτερικευμένα τουλάχιστον. Γιατί ο Μπέαρ εσωτερικά βασανίζεται. Είναι ερωτευμένος με τη Νίκι και θέλει επιτέλους να της το πει. Αν όμως της το πει και εκείνη δεν είναι στο ίδιο μήκος κύματος, τότε η Νίκι μπορεί να νιώσει αμήχανα, περίεργα, μπορεί να αρχίσει να απομακρύνεται από τη ζωή του. Και πώς να το αντέξει αυτό; Ο Μπέαρ έχει με τη Νίκη εμμονή. Κάτι του προσφέρει το μεταξύ τους στάτους (τη διαρκή παρουσία της, την μεταξύ τους αλληλεπίδραση, τη μεταξύ τους σχέση, το δυνατό χτύπημα της καρδιάς του), σε κάτι τον βασανίζει (πάλι το δυνατό χτύπημα της καρδιάς του). Έχει μάθει να ζει σε αυτή τη ζώνη, έχει συνηθίσει αυτό το πράγμα που είναι και δεν είναι, αλλά θα μπορούσε και να είναι.
Να τα παίξει όλα για όλα; Ο Μπέαρ είναι δειλός. Ο Μπέαρ φοβάται να αντιμετωπίσει το κόστος των επιλογών του, το κόστος της αλήθειας. Στην τελική καθόλου νομοτελειακό δεν θα ήταν ότι η Νίκι θα άρχιζε να κρατάει αποστάσεις. Αν όντως τον έβλεπε πάντα ως φίλο, θα μπορούσε κάλλιστα να συνεχίσει να τον αντιμετωπίζει έτσι. Απλά θα έτρωγε μεγάλη ήττα αυτό που υπάρχει στο δικό του μυαλό και τη δική του καρδιά. Η Νίκι θα φτάσει να τον ρωτήσει η ίδια ευθέως: του αρέσει; Ο Μπέαρ θα κωλώσει. Ο φόβος ξανά, η εύκολη λύση ξανά, η ασφάλεια της παραμονής στην οικεία κατάσταση ξανά, το δεν θα ρισκάρω ξανά, το εγώ περισσότερο απ’ όλα εκείνο που δεν αντέχω είναι η ματαίωση.
Από ένα κατάστημα που δεν προσποιείται καν ότι πουλάει είδη μαγείας, αγοράζει ένα μαραφέτι που το σπας, κάνεις μια ευχή και γίνεται πραγματικότητα. Απλά έχεις δικαίωμα για μία μόνο ευχή. Και εύχεται να τον αγαπούσε εκείνη περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. Μακάρι να λειτουργούσε έτσι η ζωή, θα πεις. Μπορούν να λειτουργήσουν έτσι μερικές ταινίες όμως, ανάλογα με το genre τους. Και η ευχή του θα πραγματοποιηθεί. Η Νίκι παθαίνει εμμονή με τον Μπέαρ. Ο Μπέαρ δεν θα αργήσει πολύ να συνειδητοποιήσει ότι η κατάσταση που θα διαμορφωθεί, το νέο στάτους μεταξύ τους, αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με κατάρα παρά με ευχή.


Ο εικοσιεξάχρονος Κέρι Μπάρκερ με την «Εμμονή» και ο εικοσάχρονος Kέιν Πάρσονς με το “Backrooms” γίνονται πολύ δημοφιλείς απ’ το YouTube, η απήχησή τους τους επιτρέπει να βρουν χρηματοδότηση, και οι δύο χρησιμοποιούν το όχημα του ψαγμένου τρόμου για τις ταινίες τους και οι δύο κάνουν αίσθηση και κυρίως τεράστια εμπορική επιτυχία. Οι νέες γενιές πρώτα αναδεικνύουν τους ανθρώπους που θεωρούν ότι έχουν κάτι που ξεχωρίζει και τελικά έχοντας την ανάγκη να βλέπουν ιστορίες γυρισμένες από κάποιους που μιλούν τη δική τους γλώσσα, το ανταμείβουν και στις κινηματογραφικές αίθουσες, παρασύροντας μαζί τους και τις γηραιότερες. Στο “Backrooms” ο Πάρσονς (με μεγαλύτερο μπάτζετ από τον Μπάρκερ) πόνταρε περισσότερο στις εικόνες και στο αρχικό κόνσεπτ, προσπαθώντας να του προσδώσει και άλλες διαστάσεις, με ένα σενάριο όμως αρκετά ισχνό και τα έρημα δωμάτια να μην γεμίζουν τελικά τόσο με νόημα. Ο Μπάρκερ απ’ την άλλη πατάει πολύ στο σενάριό του και ακόμα και αν δεν πηγαίνει απαραίτητα πολύ βαθιά ή δεν έχει κάνει πολλή λεπτοδουλειά στις αναλογίες και τις αλληγορίες του (αναρωτιέται π.χ κανείς πώς θα λειτουργούσε στα χέρια του Γιώργου Λάνθιμου και του Ευθύμη Φιλίππου αυτή η παραδοξότητα του να αναγκάζεσαι να θελήσεις κάτι), ακόμα κι αν δεν φτάνει τη σκηνοθετική και σεναριακή δύναμη του Άρι Άστερ, ωστόσο μας πετάει μέσα σε έναν αιωνίως ψαρωτικό αφηγηματικά χώρο. Δεν είναι ο χώρος του “Baby Reindeer”, δεν είναι ζήτημα μόνο με τη στενή έννοια εμμονών και stalking, είναι συνολικά ο παράδοξος χώρος των ερωτικών σχέσεων, τον οποίο μπορεί να γεμίσει κι ο καθένας με τις δικές του προβολές.


Τελικά (ή μάλλον και αρχικά και τελικά και στην πορεία) οι ερωτικές σχέσεις διέπονται από έναν και μόνο νόμο: θα είναι σε ισχύ, θα ξεκινάνε ή θα διατηρούνται, μόνο εφόσον το θέλεις. Και θα ήταν μια πάρα πολύ απλή και πάρα πολύ δίκαια νομοθεσία αν δεν συνέβαινε πάρα πολύ συχνά ο μεν ένας να θέλει, ο δε άλλος να μην θέλει. Οπότε κάποιου από τους δύο η θέληση πρέπει να προτεραιοποιηθεί και να εφαρμοστεί. Και κάπως έτσι ο νόμος που ισχύει είναι ότι γίνεται αυτό που θέλει εκείνος που δεν θέλει. Ναι, είναι συναισθηματικά πάρα πολύ άδικο και σκληρό για εκείνον που θέλει, αλλά πώς αλλιώς θα γινόταν; Γιατί όταν τυχαίνει και είναι ο ίδιος εκείνος που δεν θέλει (με κάποιο άλλο πρόσωπο ή -γιατί όχι- ενίοτε και με το ίδιο), τότε το να έκανε κάτι χωρίς τη θέλησή του θα του φαινόταν όχι απλά άδικο ή σκληρό, αλλά αδιανόητα παραβιαστικό. Άσε που ακόμα και αν αφήναμε όλα τα ζητήματα ελευθερίας και αυτοδιάθεσης στην άκρη, πώς θα λειτουργούσε στην πράξη; Θα ήσουν με κάποιον που δεν θέλει να είναι μαζί σου; Όχι ακριβώς ωραίο. Άρα αυτός που θέλει εκείνον που δεν θέλει απλά ατύχησε. Η θέληση του μη θέλοντος νομοθετεί, η θέληση του θέλοντος σκαρώνει στιχάκια, μουσικές, σπαρακτικά κείμενα.
Τι να κάνουμε; Έτσι λειτουργούν οι καρδιές, δεν μπορείς να τις αναγκάσεις. Εκτός κι αν τις αναγκάσεις με ένα μαγικό τρικ, εκτός κι αν σπάσεις το μαγικό ξυλαράκι και η ευχή σου γίνει πραγματικότητα. Τότε όμως ποιος είναι ο άλλος δίπλα σου; Η «Εμμονή» το δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο. Δεν είναι πια η Νίκι. Ένα λεπτό όμως. Γιατί πρόκειται τελικά ή περί απάτης ή περί παρερμηνείας της ευχής. Ο Μπέαρ δεν ευχήθηκε να παγιδευτεί και να νιώσει κάτι χωρίς τη θέλησή της. Ευχήθηκε αυτή να ήταν η θέλησή της ή έστω να γινόταν η θέλησή της. Αυτό το χάσιμο στη μετάφραση καθιστά και τους δύο θύματα. Με μια σημαντική όμως διαφορά. Η Νίκι είναι εντελώς θύμα, ο Μπέαρ βρίσκεται ξανά σε μια κατάσταση με υπέρ και κατά, όπως ακριβώς και πριν. Από τη μια έχει ξαφνικά εκείνο που ονειρευόταν, από την άλλη διαπιστώνει ότι καταπιέζεται κι ασφυκτιά. Και εντάξει δεν χρειάζεται να συμβεί μόνο με μαγικό τρικ αυτό: και στις κανονικές σχέσεις συχνά το όνειρο δίνει σταδιακά τη θέση του στην ασφυξία και αν νομίζουμε ότι θα βγει άκρη ποτέ, όχι δεν θα βγει άκρη ποτέ. Δεν θα βγει άκρη ποτέ, αλλά θα είναι και πάντα προτιμότερο να μπαίνεις εν γνώσει σου σε όλο αυτό το πανηγύρι της πλήρωσης και της ματαίωσης, του ονείρου και της ασφυξίας, απ’ το να κάθεσαι απόμακρος στη γωνίτσα σου, προκειμένου να μην το ξαναζήσεις ποτέ. Όταν παύεις να θες να το ξαναζήσεις, ένα μέρος σου σταματά και να θέλει συνολικά να ζήσει.

