Ο Μοντγκόμερι Κλιφτ έχει το σωστό επώνυμο (Ίστμαν), αλλά γεννήθηκε στη λάθος πλευρά της οικογένειας. Η μια πλευρά της οικογένειας, του θείου του, είναι μεγαλοαστοί, εργοστασιάρχες, βασιλιάδες αυτού του κόσμου. Η δική του πλευρά, η πλευρά των γονιών του, δεν είναι ότι υπήρξε λιγότερο φιλόδοξη, απλά επέλεξε να υπηρετεί άλλα βασίλεια, του ουρανού και του άλλου κόσμου: προσανατολίστηκε στο να προσπαθεί να προσηλυτίζει και να βοηθά κατατρεγμένους ανθρώπους, επιτελώντας κάτι μεταξύ κοινωνικού και θρησκευτικού έργου, όντας όμως ταυτόχρονα κι η ίδια πάμφτωχη και εμποδίζοντας το παιδί της να μορφωθεί και να σπουδάσει. Έτσι κάποια στιγμή αποφασίζει ότι δεν αντέχει άλλο τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής και τη φτώχεια του, με αποτέλεσμα να φύγει απ’ τον δικό τους μικρόκοσμο. Κι όταν η τύχη φέρει στον δρόμο του τον θείο του που θα του προσφέρει δουλειά, θα αδράξει την ευκαιρία. Θα μετακομίσει στην πόλη του και θα ξεκινήσει από τα χαμηλά, δουλεύοντας μαζί με τις εργάτριες στο εργοστάσιο. 

Έναν κανόνα βασικό θα του πουν ότι έχει η δουλειά εδώ: αφού εννιά στους δέκα εργαζόμενους είναι γυναίκες, απαγορεύεται να μπλέξεις μαζί τους. Εκείνος όμως θα μπλέξει. Σε μια εποχή που οι κινηματογράφοι ήταν το πιο λαϊκό μέσο ψυχαγωγίας και που γέμιζαν ανάμεσα στα άλλα και με ζευγάρια που πήγαιναν εκεί για να μπορούν να φιληθούν στα σκοτεινά, θα πέσει συμπτωματικά πάνω στη Σέλεϊ Γουίντερς, μια εργάτρια με την οποία δούλευαν μαζί, που κάπως τον κοιτούσε και κάπως την κοιτούσε στη δουλειά. Τα σινεμά είναι μια λύση για τα φιλιά και τις αγκαλιές, γιατί οι καιροί ακόμη είναι ανελαστικοί, οι αστυνομικοί περιπολούν με φακούς για ανθρώπους που φιλιούνται στα αυτοκίνητα, έχουν εφευρεθεί τα σπίτια τους λένε για αυτές τις δουλειές, έλα όμως που οι κανόνες ακόμα και στα σπίτια είναι αυστηροί, με σπιτονοικοκυρές φύλακες της αρετής. Θα βρεθεί όμως η άκρη. Η ζωή πάντα βρίσκει τρόπο, όπως λένε και στο πρώτο “Jurassic Park”. Πάντα τα ένστικτα και η ορμή τους είναι ισχυρότερα από τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις.

 Όταν είχαν βρεθεί πρώτη φορά στο ίδιο σπίτι, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ δεν τον είχε κοιτάξει καν. Είχε περάσει εντελώς αόρατος. Εκείνος πάλι είχε καρφώσει πάνω της το βλέμμα μαγεμένος. Κι άλλωστε είναι κόρη οικογενείας της ελίτ και κοσμική περσόνα, μπορεί να  τρέφει τη φαντασίωσή του και το συναίσθημά του με φωτογραφίες της στις εφημερίδες. Την επόμενη φορά που θα βρεθούν στο ίδιο σπίτι, σε ένα πάρτι του θείου του, είναι μόνος του, δεν ξέρει σχεδόν κανέναν, δεν του μιλάει απολύτως κανείς. Γελάει με τα αστεία που κάνουν άλλες παρέες, σαν πρόδρομος του Πίτερ Σέλερς στο «Πάρτι». Αλλά το «Μια Θέση στον Ήλιο» μπορεί να εναλλάσσεται σε κινηματογραφικά είδη, κωμωδία πάντως δεν γίνεται ποτέ. Έτσι αυτός ο ταξικά και κοινωνικά παρείσακτος δεν θα διαλύσει σαν τον Πίτερ Σέλερς το πάρτι και την έπαυλη μαζί, απλά θα αποσυρθεί σε ένα δωμάτιο μόνος του παίζοντας μπιλιάρδο. Η Ελίζαμπεθ Τέιλορ θα τον εντοπίσει και τότε θα τον κοιτάξει για πρώτη φορά. Και θα τον κοιτάξει με τον τρόπο που όλοι οι άνθρωποι θέλουμε να κοιταζόμαστε (άλλο το τι κάνουμε από εκεί και πέρα με όσους τυχόν μας κοιτάξουν ποτέ έτσι). Θα της εξάψει την περιέργεια και θα τον ρωτήσει τι κάνει εδώ ολομόναχος: “Αre you being exclusive? Are you being dramatic? Are you being blue?”. Μην τα πολυλογούμε, γιατί δεν τα πολυλογεί ούτε η ταινία: θα ερωτευτούν. Αμοιβαία, φουλ ρομαντικά, με λιγωτικούς χορούς μάγουλο μάγουλο σε close up και φουλ σπαραξικάρδιες ατάκες

Τώρα όμως, ανάμεσα σε εκείνον και τη θέση του στον ήλιο, την προεχόντως ερωτική αλλά ταυτόχρονα σετάκι και ταξική, βρίσκεται η Σέλεϊ Γουίντερς. Του είναι εμπόδιο. Δεν την θέλει πια – την Τέιλορ θέλει. Αλλά δεν είναι και καθόλου εύκολο να της πει απλώς χωρίζουμε. Και όχι για συναισθηματικούς λόγους. Για εντελώς πρακτικούς, καθώς η ζωή έχει βρει τον τρόπο να αναπαραχθεί και τα πράγματα έχουν μπλέξει. Και σε μια ταινία (βασισμένη στο μυθιστόρημα «Μια Αμερικάνικη Τραγωδία» του Θίοντορ Ντράιζερ) με χαρακτήρες γεμάτους αποχρώσεις και διακυμάνσεις, η Σέλεϊ Γουίντερς θα βρεθεί σε διάφορες θέσεις. Απέναντι στον γιατρό είναι μια εντελώς αδύναμη γυναίκα. Δεν μπορεί να έχει εξουσία πάνω στο κορμί της, είναι έρμαιο της εποχής της, είναι υποχρεωμένη να πειθαρχήσει στους κανόνες της κοινωνίας. Ταυτόχρονα όμως, το ίδιο ακριβώς γεγονός, το γεγονός ότι δεν της επιτρέπουν να ρίξει το παιδί, την κάνει να πιέζει τον Μοντγκόμερι Κλιφτ, κινούμενη και από απελπισία και πρακτική ανάγκη να μην μεγαλώσει ένα παιδί μόνη της και με όλη τη ρετσινιά, αλλά και επειδή τον θέλει και τον γουστάρει: αφού προσπάθησα -πραγματικά προσπάθησα- και τώρα δεν γίνεται αλλιώς, πρέπει να με παντρευτείς και να με (και να μας) αποκαταστήσεις. Είσαι υποχρεωμένος. Όλο αυτό όμως εντάσσεται σε μια αυτοεικόνα που μπορεί να εκλογικεύσει τα πράγματα, που μπορεί να δει τον εαυτό της και εκείνον σε ένα κοινό οικογενειακό μέλλον, όπου απλά εκείνος ακόμα δεν μπορεί να καταλάβει ότι μια χαρά θα είναι. Στην επόμενη ψυχολογική εκδοχή της, όταν η αυτοεικόνα της διαταραχθεί, οι ανάγκες της και οι επιθυμίες της θα έρθουν σε σύγκρουση με τον αυτοσεβασμό της. Θέλει να είναι μαζί του κι εκείνος οφείλει να είναι μαζί της, αλλά πώς γίνεται να ονειρεύεται το κοινό οικογενειακό τους μέλλον κι εκείνος να μοιάζει τόσο φρικαρισμένος;  

Η Ελίζαμπεθ Τέιλορ πάλι δεν έχει τέτοια προβλήματα. Ο κόσμος όλος στα πόδια της από γεννησιμιού της, το προνόμιό της συνοδεύεται από μια αγνότητα, της έχει επιτρέψει η ταξική φούσκα μέσα στην οποία έχει μεγαλώσει να παραμένει τόσο αγνή, μπορεί να κωλοπαιδίζει με το αυτοκίνητο αδιαφορώντας για τα πρόστιμα γιατί είναι spoiled, αλλά ταυτόχρονα έχει το προνόμιο να παραμένει στα βασικά καθαρή.

Ο Μοντγκόμερι Κλιφτ ούτε από απληστία εκκινεί, ούτε κατασκευαστικά δόλιος είναι. Φυσικά και θέλει να ανελιχθεί στο εργοστάσιο και στην κοινωνία, αλλά δεν χρησιμοποιεί έναν έρωτα για την ανέλιξή του. Ερωτεύεται μια γυναίκα που βρίσκεται εκεί ψηλά και που θα τον πάρει μαζί της. Δεν την βλέπει όμως ως σκάλα και μέσο. Ωραίο το όλο πακέτο που τη συνοδεύει, ωραίος ο πλούτος και η θέση στον ήλιο, αλλά εκείνη ερωτεύτηκε. Θα πει κανείς, υπάρχει άραγε ποτέ για τον οποιονδήποτε από εμάς σκέτο το εκείνος ή το εκείνη, χωρίς το όλο πακέτο; Άλλη συζήτηση αυτή. Οπότε, ναι, μπλέκεται σε μια πολύ άσχημη κατάσταση και, ναι, από ένα σημείο και πέρα την αφήνει να τον μετατρέψει σε άνθρωπο που ζει διπλή ζωή, λέγοντας ψέματα σε όλους, κρύβοντας τη μια του ζωή από τους ανθρώπους της άλλης. Το λέει κάπου και ο ίδιος ότι καμιά φορά αλλάζουν τα πράγματα και αλλάζεις μαζί τους κι εσύ. Δεν είναι ούτε αθώος ούτε ένοχος, βρίσκεται σε μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην ενοχή και την αθωότητα, ανάμεσα στα θέλω του και τα εμπόδιά τους, ανάμεσα στη γυναίκα που σκέφτεται και θέλει και τη γυναίκα που δεν θα ήθελε πια ούτε να σκέφτεται.

Το «Μια Θέση στον Ήλιο» κέρδισε έξι όσκαρ το 1951 (σκηνοθεσία, σενάριο, φωτογραφία, μοντάζ, μουσική, κοστούμια – από τις πολύ σπάνιες φορές που μια ταινία που κέρδισε όσκαρ σκηνοθεσίας και σεναρίου δεν κέρδισε το καλύτερης ταινίας) και βλέποντάς το μπορεί να καταλάβει κανείς πολύ καλά τη βράβευση σε κάθε επιμέρους κατηγορία. Και με την ευκαιρία αυτή, αφού είπαμε τα γενικά, ας κλείσουμε με τρία πιο ειδικά: 

Το μοντάζ με εικόνες να σβήνουν η μία μέσα στην άλλη, εκτός από λειτουργική χρήση στη ροή και στην αφήγηση της ιστορίας, υπάρχουν και φορές που γίνεται και το ίδιο μέρος της αφήγησης, όπως στη σκηνή που ο κόσμος του πολυτελούς πάρτι στο οποίο συμμετέχει ο Μοντγκόμερι Κλιφτ επικαλύπτεται με την εικόνα της μητέρας του και του κόσμου από τον οποίο προέρχεται.  

Την πρώτη και μοιραία φορά που θα κάνουν έρωτα ο Μοντγκόμερι Κλιφτ και η Σέλεϊ Γουίντερς, η λογοκρισία είναι φυσικά παρούσα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο σκηνοθετεί ο Τζορτζ Στίβενς τη σκηνή, με ένα ανοιχτό παράθυρο, ένα ραδιόφωνο στο περβάζι, έξω τη βροχή, έξω τη νύχτα και μετά έξω το ξημέρωμα και τη βροχή που σβήνει, είναι ένας τρόπος που όχι μόνο δεν φιμώνει αυτό που δεν κάνει να δούμε, αλλά τελικά του δίνει και μεγαλύτερη έμφαση.

–  Οι σκηνές στη λίμνη σε κάνουν μεν να σκέφτεσαι τι ωραίο που θα ήταν να έβλεπες αυτό το εκθαμβωτικό τοπίο σε όλα του τα χρώματα, από την άλλη όμως αυτό το ασπρόμαυρο κάλλος δημιουργεί τη δική του αισθητική πραγματικότητα, είναι μια άλλη εκδοχή του εκθαμβωτικού.