Είναι τόσο στοιχειώδες κι αυτονόητο, τόσο σύμφυτο με τον κινηματογράφο, κλισέ από γεννησιμιού του, που ντρέπομαι που το επαναφέρω. Αλλά το κάνω γιατί νομίζω ότι αυτός είναι ο καταλληλότερος τρόπος να μιλήσεις για το «F1: Η Ταινία»: υπήρχε, υπάρχει και πάντα θα υπάρχει ανάγκη για ένα σινεμά σκέτα και ατόφια ψυχαγωγικό, για ένα σινεμά φυγής από την πραγματικότητα και τα σταματημό δεν έχουν προβλήματά της (ή έστω την όχι ιδιαίτερα φαντασμαγορική ρουτίνα της). Υπήρχε, υπάρχει και πάντα θα υπάρχει ανάγκη για ένα σινεμά στο οποίο θα πας για να απολαύσεις το είδος εκείνο του οπτικοακουστικού θεάματος που μόνο ο κινηματογράφος ως μέσο μπορεί να προσφέρει, για ένα σινεμά στο οποίο θα πας και θα περάσεις καλά, σκέτα και ατόφια καλά. 

Εάν το σινεμά είχε μόνο τη συγκεκριμένη πτυχή και προσέφερε μόνο τέτοιας κατεύθυνσης ταινίες, τότε θα ήταν ένας δυστοπικός μηχανισμός νάρκωσης και αποχαύνωσης των μαζών: σταματήστε να ασχολείστε με την πραγματικότητα – δραπετεύστε όσο περισσότερο γίνεται. Αλλά και αντίστροφα, εάν το σινεμά δεν είχε και τη συγκεκριμένη πτυχή και προσέφερε αποκλειστικά ταινίες που θα αποσκοπούσαν μόνο στη συνομιλία με τα ζόρια της πραγματικότητας, μόνο στην προσπάθεια φωτισμού τους και κατανόησης των αιτιών τους, ταινίες που θα μας παρουσίαζαν μια ακόμη παραλλαγή του δράματος ενός αποτυχημένου κόσμου και μιας ελαττωματικής ανθρώπινης φύσης, ταινίες που θα στόχευαν στη διανοητική μας εγρήγορση και τελικά -με ανάδειξη των σωστών μηνυμάτων- και στην ψυχική μας ανάταση, τότε τι είδους μηχανισμός θα ήταν άραγε; Όχι δυστοπικός νάρκωσης και αποχαύνωσης των μαζών, αλλά στην πιο επιεική εκδοχή ένας αφόρητα μονοσήμαντα διαπαιδαγωγικός – καθοδηγητικός – ηθικοπλαστικός μηχανισμός, που θα είχε ως τελικό επίδικο το να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους οι οποίοι θα φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο. Κάπως σαν να πηγαίνουμε σχολείο δηλαδή και για την ακρίβεια κάπως σαν να ακούμε λογύδρια γυμνασιαρχών.

Τον κινηματογράφο τον σώζει η παράλληλη ύπαρξη και των δύο βασικών του κατευθύνσεων, ο κινηματογράφος είναι σαν τη ζωή: δεν θα μπορούσαμε να την παλέψουμε αν η σχέση μας με την πραγματικότητα ήταν μόνο μια σχέση διαρκούς φυγής, όπως δεν θα μπορούσαμε να την παλέψουμε αν ήταν μόνο μια σχέση διαρκούς καταβύθισης μέσα της. Τον κινηματογράφο τον σώζει ό,τι σώζει και την ίδια τη ζωή μας: η εναλλαγή του εντός και του εκτός της πραγματικότητας, η ελευθερία να την αφήνουμε για ένα βράδυ στην άκρη όταν δεν θέλουμε να σκεφτόμαστε τίποτα σοβαρό και έχουμε ανάγκη απλά να ξεφύγουμε και απλά να διασκεδάσουμε ή η ελευθερία να επιλέγουμε απόψε το βράδυ να ασχοληθούμε με κάτι που θα βάλει τον συναισθηματικό και πνευματικό πήχη ψηλά, που θα μας προσφέρει μέσω μιας ιστορίας μια απροσδόκητη και γόνιμη νέα θέαση του κόσμου και του εαυτού μας. 

Από την άλλη προφανώς είναι ένα πράγμα η αυτόνομη ύπαρξη ενός ψυχαγωγικού σινεμά το οποίο δεν έχει ιδιαίτερες άλλες απαιτήσεις και ένα εντελώς διαφορετικό το κατά πόσο κατορθώνει να ανταποκριθεί στα στάνταρ και τις απαιτήσεις του ίδιου του είδους, κατά πόσο κατορθώνει δηλαδή να προσφέρει στον θεατή ένα ταξίδι μακριά από την πραγματικότητα το οποίο θα τον ικανοποιεί ως ταξίδι. Προσωπικά λοιπόν -κι ενώ η βασική μου κλίση και προτίμηση είναι προς την άλλη κατηγορία ταινιών- βρήκα εντελώς ικανοποιητική τη φυγή που προσέφερε το «F1: Η Ταινία». Και αν είναι να κριθεί ως μια ταινία την οποία πας να δεις απλά για να περάσεις καλά, δεν έχω να της προσάψω και τίποτα αρνητικό.

Ωραία, είναι βουτηγμένη από την αρχή ως το τέλος στα κλισέ, είναι ένα δυομισάωρο κλισέ. Ε και; Ούτε το κρύβει, ούτε ντρέπεται για αυτό, με έναν τρόπο το γιορτάζει απενοχοποιημένα κιόλας. Ωραία, είναι μια υπέροχη φούσκα χωρίς κανένα βάθος. Ε και; Πας να δεις τον Μπραντ Πιτ να επιστρέφει στη Φόρμουλα 1, έχοντας μείνει τριάντα χρόνια εκτός και  έχοντας την ηλικία που έχει. Γίνονται αυτά τα πράγματα; Προφανώς και όχι. Αλλά δεν γίνονται στην πραγματικότητα. Εδώ βρισκόμαστε κάπου αλλού. Σε μια έξοδό της. Κάτσε στην πολυθρόνα σου και απόλαυσε. Απόλαυσε το βρουμ βρουμ των κινητήρων, απόλαυσε τα καθόλου λίγα πλάνα των γκραν πρι. Απόλαυσε προσπεράσεις, τρακαρίσματα, πιτ στοπ, καρό σημαίες. Απόλαυσε δίπλα στον Μπραντ Πιτ κοτζάμ Χαβιέ Μπαρδέμ ως ιδιοκτήτη της ομάδας. Γίνεται να σε χαλάσει ο συνδυασμός των δυο τους; Δεν γίνεται. Γίνεται να μην περνάς ωραία βλέποντας δυόμισι ώρες τον Μπραντ Πιτ, έναν τύπο δηλαδή που έχει όσο περισσότερη αστρόσκονη μπορεί να έχει ένας κινηματογραφικός σταρ; Απόλαυσε κάθε πλάνο του. Απόλαυσε και Κέρι Κόντον που αν είναι ικανή να σαγηνεύσει κοτζάμ Μπραντ Πιτ, πόση τύχη να είχε ο άμοιρος ο Μπάρι Κιόγκαν στα «Πνεύματα του Ινισέριν»; “There goes that dream”.

Η ομάδα πίσω απ΄το Top Gun: Μaverick, ο Τζόζεφ Κοζίνσκι στη σκηνοθεσία, ο Έρεν Κρούγκερ στο σενάριο, ο Τζέρι Μπρουκχάιμερ σε μια ακόμα παραγωγή φαντασμαγορικού escapism, τα καταφέρνει κατά τη γνώμη μου αυτή τη φορά πολύ καλύτερα απ’ την προηγούμενη φορά, ίσως επειδή η προηγούμενη φορά είχε να συγκριθεί με τη νοσταλγία αλλά και την αυθεντικότητα του παλιού “Top Gun”. Τώρα έχοντας τον πολύ Λιούις Χάμιλτον σε ρόλο συμβούλου και παραγωγού, μπήκε για μεγάλο διάστημα για τα καλά στα αληθινά γκραν πρι, θα δούμε να παρελαύνουν έστω και στιγμιαία τα περισσότερα μεγάλα ονόματα του χώρου. 

Για κλείσιμο -κι επειδή μόλις έγινε γνωστό το τραγικό γεγονός του θανάτου σε τροχαίο δυστύχημα δύο νέων ανθρώπων, του ποδοσφαιριστή της Λίβερπουλ Ζότα μαζί με τον αδελφό του- ας μου επιτραπεί μια παρέκβαση. Το “Drive to Survive” είναι μια σειρά ντοκιμαντέρ του Νetflix, που καλύπτει με τον τρόπο της τις σεζόν της Φόρμουλα 1 και η οποία μολονότι χρόνο τον χρόνο επαναλαμβάνει σε βαθμό κακουργήματος τον εαυτό της, έχει κάτι το λίαν εθιστικό. Είναι κι αυτή σειρά φουλ escapism, όπως άλλωστε τελικά είναι κι όλο αυτό το πανηγύρι της ίδιας της Φόρμουλα 1. Παρόλα αυτά υπάρχει σε κάποιον κύκλο της η εξής ξεχωριστή σκηνή: 

Στην κάμερα μιλά ο Ρομάν Γκροζάν, έχοντας δίπλα του τη γυναίκα του, τη Μαριόν. Σε γκραν πριν τον Νοέμβριο του 2020, το αυτοκίνητο του Γκροζάν καρφώθηκε στην μπάρα, κόπηκε στη μέση, ο ίδιος και το υπόλοιπο μισό αυτοκίνητο τυλίχθηκαν στις φλόγες, το θέαμα ήταν τρομακτικό, όλοι πίστεψαν πως παρά τα χίλια μύρια προστατευτικά στα αυτοκίνητα και στις στολές των πιλότων, ο Γκροζάν ήταν νεκρός. Γιατί για ώρα δεν φαινόταν και τίποτα άλλο παρά μόνο οι φλόγες. Και μετά μια φιγούρα αναδύθηκε μέσα από τις φλόγες και πήδηξε την μπάρα. Και με την εξαίρεση κάποιων μικρών εγκαυμάτων στα χέρια δεν είχε πάθει και τίποτα. Ο Γκροζάν περιγράφει ότι στην αρχή προσπάθησε να βγει από εκεί που είχε παγιδευτεί, μέχρι που κατάλαβε ότι είχε σφηνώσει, ότι ήταν αναποδογυρισμένος και με το κεφάλι στο έδαφος, ότι αυτό το πορτοκαλί φως που τον πλησίαζε δεν ήταν ηλιοβασίλεμα, δεν ήταν φώτα, ήταν φωτιά. Άρχισε να σκέφτεται ποιο μέρος του σώματός του θα καεί πρώτο. Τον κατέλαβε μια γλυκιά ηρεμία και συμφιλίωση με το γεγονός ότι θα πεθάνει. Έδωσε όνομα στον θάνατο που ερχόταν να τον πάρει. Δεν έχει και ο ίδιος ιδέα γιατί, αλλά τον ονόμασε Μπενουά. Και μετά αποφάσισε ότι δεν θέλει να πεθάνει και βρήκε τρόπο να βγει. Η Μαριόν παρακολουθούσε από το σπίτι της τον άντρα της να έχει χαθεί στις φλόγες, έχοντας πέσει με ιλιγγιώδη ταχύτητα στις μπάρες και το αυτοκίνητό του κομμένο στη μέση. Τον ακούει λίγες μέρες μετά να κάνει χιούμορ και να γελά λέγοντας ότι δεν κέρδισε στην καριέρα του καμία κούρσα, αλλά τουλάχιστον όλοι θα τον θυμούνται ως τον άνθρωπο που βγήκε μέσα από τις φλόγες. Το βλέμμα της είναι σαν να λέει, οι άντρες θα είναι πάντα παιδιά και δεν θα ωριμάσουν ποτέ, το γέλιο του είναι σαν λέει το ίδιο αλλά χαρούμενα, βλέμματα, γέλια, ιστορίες, ζωή, ανάσταση και να πάει να γαμηθεί ο Μπενουά.