Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης μπορεί με αρκετή ασφάλεια να θεωρηθεί ως ο πιο επιτυχημένος (ενδεχομένως μαζί με τον Σωτήρη Δημητρίου) Έλληνας διηγηματογράφος του 21ου αιώνα. Με δώδεκα συλλογές διηγημάτων ήδη στο ενεργητικό του, έχει επάξια κερδίσει μία περίοπτη θέση τόσο στην καρδιά του αναγνωστικού κοινού που εξακολουθεί να τιμάει τα έργα του (κάτι σπάνιο στην Ελλάδα για διηγήματα) όσο και στην εκτίμηση των κριτικών. Η τελευταία του συλλογή φέρει τον τίτλο Φάλτσα Κεφαλής και με αυτήν θα ασχοληθούμε.
Ομολογώ όμως εξαρχής ότι η δική μου εντύπωση διαβάζοντας τα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη είναι πιο μπερδεμένη και σύνθετη. Υπάρχουν στοιχεία στη γραφή του που εκτιμώ ειλικρινά, όπως υπάρχουν και πτυχές που με προβληματίζουν, ίσως και με απωθούν. Ας ξεκινήσουμε όμως από τα θετικά για να εξηγήσω τι εννοώ.
Τα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη δεν είναι ιστορίες διανοούμενων. Αφορούν κατά βάση λαϊκούς ανθρώπους και εκτυλίσσονται συχνά στην επαρχία της γενέτειράς του Μακεδονίας και όχι μόνο. Σε αυτά επιχειρεί να διυλίσει την καθημερινότητα προκειμένου να εντοπίσει σε αυτήν υπερβατικές στιγμές, στιγμές που ίσως να μην αλλάζουν ριζικά την πραγματικότητα αλλά έστω την αναγκάζουν σε μια προσωρινή παύση που επιτρέπει την φευγαλέα αυτή υπέρβαση.
Στήνει προσεκτικό αυτί στην ντοπιολαλιά, σε ένα χαμένο λεξιλόγιο παλιότερων εποχών (κάτι που κατά τη γνώμη μου λειτουργεί και αρνητικά όπως θα εξηγήσω παρακάτω). Το ύφος του είναι συχνά σατιρικό χωρίς όμως να γίνεται χλευαστικό και συνήθως φέρει μια ήπια αίσθηση του χιούμορ, η οποία διατηρεί παράλληλα μια γειωμένη αίσθηση μελαγχολίας. Όμως παρά την φαινομενική απουσία υφολογικής επιτήδευσης, είναι αδιαπραγμάτευτο γεγονός ότι ο Σκαμπαρδώνης μπορεί να γράφει πολύ καλά.
Ας πάρουμε για παράδειγμα την αποκορύφωση στο πρώτο διήγημα της συλλογής. Εκεί, ένας λιγομίλητος και μυστηριώδης ευκατάστατος κύριος που θρηνεί τον χαμό της γυναίκας του, βρίσκεται σε μια ταβέρνα στη Θεσσαλονίκη και «λούζει» με χρήματα την μπάντα τσιγγάνων που παίζει κλαρίνα και νταούλια για να παίξουν με απαράμιλλο πάθος. Η ακόλουθη κατάσταση παροξυσμού περιγράφεται ως εξής:
«Νομίζεις πως η φανφάρα έχει ανέβει ψηλά, στον αέρα, σαν σε άμβωνα, και βγάζει ενθουσιαστικό κήρυγμα που ξυπνάει νεκρούς και μισοπεθαμένους, κατάκοιτους και ασθενείς – σηκώνονται όλοι και χορεύουν απελπισμένοι και πετούν λεφτά και στριφογυρνούν αλλόφρονες…ουράνιες δυνάμεις ανυψώνουν ψυχές, άνεμοι κατεβαίνουν ροβολώντας απ’ τον Άθω και κλαγγές, χάλκινη φωτοχυσία αστράφτει παντού και ιριδισμοί γανωματάδικου. Οι γλεντιστές παραμορφώνονται από τη μουσική και ο χώρος διαστέλλεται και μαζεύει ανάλογα με τον καλπασμό του ρυθμού».
Ένα εξαιρετικό απόσπασμα, δίχως αμφιβολία.
Πάμε τώρα στα αρνητικά όμως, τα οποία για μένα είναι εξίσου εμφανή. Καταρχάς για όποιον έχει διαβάσει και παλαιότερα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη, και όσο ψυχαγωγικά κι αν τα έχει βρει, του δίνεται η αίσθηση ότι διαβάζει παραλλαγές του ίδιου θέματος, ότι ο Σκαμπαρδώνης ουσιαστικά νιώθει άνετα μονάχα εντός ενός περιορισμένου φάσματος ιστοριών, σκηνικών, καταστάσεων. Αυτό με τη σειρά του υποδηλώνει ότι η ευρηματικότητά του εξαντλείται σε ένα σχετικά στενό πεδίο, το οποίο και δεν μπορεί να υπερβεί.
Δεύτερο πρόβλημα κατά τη γνώμη μου είναι ότι πολλά από τα διηγήματά του, ευκολοδιάβαστα μεν, μοιάζουν περισσότερο με ανεκδοτολογικού χαρακτήρα ιστορίες παρά για διηγήματα. Στο οπισθόφυλλο ο Σκαμπαρδώνης περιγράφει πώς διάλεξε τον τίτλο της συλλογής. Έχω την αίσθηση ότι έτσι επιλέγει και το υλικό για τα διηγήματά του: από μια παράξενη ιστορία που κάπου άκουσε, από μια παρατήρηση, από κάτι αξιοπερίεργο. Όμως είναι άλλο πράγμα μια αξιοπερίεργη ιστορία που αφηγείσαι προφορικά και άλλο ένα διήγημα. Εδώ προκύπτει λοιπόν η διαφορά μεταξύ διηγημάτων της συλλογής που είναι πράγματι καλογραμμένα διηγήματα, και μεταξύ εκείνων των κειμένων που μοιάζουν περισσότερο με ιστορίες που αφηγούνται συνταξιούχοι σε ένα καφενείο. Τα δύο δεν ταυτίζονται. Μπορεί μία προφορική ιστορία του καφενείου να αποτελέσει τη βάση ενός εξαιρετικού διηγήματος, αλλά όχι χωρίς μια αφηγηματική ματιά με γωνίες, χωρίς την επεξεργασία που θα την εξυψώσει.
Τρίτο και τελευταίο, είναι η χρήση λέξεων όπως «πιοτό» αντί για ποτό, «νουνός» αντί για νονός κλπ. Αυτό που φαινομενικά μοιάζει με νοσταλγική ματιά προς τη λαϊκή ντοπιολαλιά μου φαίνεται ως μια εμμονική τάση της νεοελληνικής λογοτεχνίας προς μια αναχρονιστική ηθογραφία. Δεν είμαι σίγουρος γιατί χρειάζεται να χρησιμοποιούμε διαρκώς εκδοχές λέξεων που παραπέμπουν στη λαϊκή εκφορά που συναντάμε πριν από μισό και πλέον αιώνα.
Σε κάθε περίπτωση, στην εν λόγω συλλογή θα βρει κάποιος ωραία διηγήματα που φέρουν την «υπογραφή» του Σκαμπαρδώνη. Όσοι είναι θαυμαστές του Μακεδόνα συγγραφέα θα καταβροχθίσουν και αυτή τη συλλογή χωρίς δεύτερη σκέψη, και γιατί όχι; ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει. Όμως όσοι πίστευαν ότι είναι ένας στιλίστας του διηγήματος που επεξεργάζεται και εξελίσσει τη γραφή του εξερευνώντας νέες προοπτικές και εμβαθύνοντας στην οπτική του γωνία, ίσως να απογοητευτούν.

