Μπαίνοντας στην γκαλερί, κράτησε την ανάσα της. Δεν ήξερε τι να περιμένει. Αν έπρεπε να βασιστεί σε όσα είχε μάθει από τα social media, σε όσα της είχαν μεταφέρει οι φίλοι της. Της φαινόταν εξωπραγματικό. Ένας πίνακας -κανονικός πίνακας, με χρώματα που είχαν ποτίσει στις ίνες ενός κανονικού καμβά- που μπορούσε να αλλάζει ανάλογα με την πρόσληψή του από τους θεατές του. Πίστευε πως κάποιος είχε μηχανευτεί ένα κακόγουστο αστείο· μια φάρσα. Ή ίσως να ήταν μια μαρκετινίστικη τεχνική για να διαφημιστεί αυτή η σχετικά καινούρια γκαλερί.

Άρχισε να μετρά. Με κάθε βήμα ο αέρας στα πνευμόνια της λιγόστευε. Μπορούσε; Θα έφτανε μπροστά από τον πίνακα πριν πάρει ανάσα; Να ήταν η πρώτη της ανάσα απέναντι από αυτό που είχε εισβάλει στα όνειρά της με τόσο αποκρουστικό τρόπο τόσες μέρες πριν; Είχε εφιάλτες. Έπαιρνε, υποτίθεται, ο πίνακας τη δική της μορφή, αλλά με έναν διαστρεβλωμένο τρόπο. Και την περιγελούσε. Και άλλοτε έβλεπε απέναντί της μάτια· αμέτρητα μάτια να την κοιτάζουν και στόματα να παραληρούν. Και ένιωθε το δέρμα της σκληρό και σπασμένο, σαν να ήταν η ίδια από ακουαρέλα. Και τότε καταλάβαινε πως ήταν παγιδευμένη μέσα στον πίνακα.

Και να. Βρισκόταν εκεί, τα πνευμόνια της να πιέζονται σε βαθμό που την έκαναν να πονάει, τα χέρια της να τρέμουν ελαφρώς, τα πόδια της να μην τη συγκρατούν απόλυτα. Έσπρωξε μερικούς ώμους και βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από την ομορφότερη εικόνα που είχε δει ποτέ. Εξέπνευσε δυνατά. Εισέπνευσε. Η μυρωδιά της φρέσκιας μπογιάς γέμισε το στόμα της. Το χρώμα γυάλιζε λες και είχε μόλις στεγνώσει.

Στο φόντο υπήρχαν πράσινοι λόφοι, κυπαρίσσια, ροζ και κίτρινα λουλούδια και το νερό μιας λίμνης που εκτεινόταν μέχρι την άκρη του ουρανού. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο ήταν η γυναίκα που στεκόταν στο προσκήνιο. Απλώς στεκόταν. Φορούσε ένα απλό γκρι φόρεμα. Τα μαλλιά της ήταν μακριά. Ήταν γαλήνια και το βλέμμα της δεν πρόδιδε τίποτα. Το στόμα της ήταν μια ίσια γραμμή. Ούτε χαμογελούσε μα ούτε φαινόταν θυμωμένη ή λυπημένη. Δεν είχε τίποτα το αξιοσημείωτο, αλλά δεν θα μπορούσες και να την αγνοήσεις· δεν θα καταλάβαινες βέβαια εύκολα το γιατί.

Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. Είχε την εντύπωση ότι έγειρε και εκείνη το δικό της ελαφρώς.

«Είναι ξεκάθαρα πολύ αδύνατη. Σαν σκελετός είναι, δεν τη βλέπετε;» κάποιος είπε και έδειξε τον πίνακα.
Μια γυναίκα απάντησε «Μα τι λέτε; Τα έχει τα κιλάκια της. Θα μπορούσε να χάσει μερικά». Το κόλπο -αν ήταν κόλπο- ήταν εντυπωσιακό. Έκλεισε τα μάτια για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και, όταν εστίασε ξανά, η γυναίκα είχε αποκτήσει εμφανείς καμπύλες και πιο γεμάτα χέρια.

«Θα ήταν πιο όμορφη αν είχε πιο γεμάτο στήθος».
«Και χείλη».
«Και γλουτούς».
«Και ζυγωματικά».
«Και γαλάζια μάτια».
Και ξαφνικά είχε. Τα είχε όλα αυτά.

«Θα μπορούσε να είχε φτιαγμένα νύχια».
«Και πιο ωραία μαλλιά. Μακριά, πλούσια, μπουκλωτά. Στο καλύτερο χρώμα που υπάρχει».
«Ποιο είναι το καλύτερο χρώμα που υπάρχει;»
«Ξέρω γω;»

Κατέληξε να έχει τεράστιες ξανθές μπούκλες.
«Σίγουρα έχει σταθερή σχέση. Φαίνεται πως είναι γυναίκα που θα παντρευόταν».
«Είναι προφανές ότι πηγαίνει με πολλούς. Να! Άλλαξε και στάση τώρα».

Τα ρούχα της ήταν πλέον αποκαλυπτικά και η ίδια έσκυβε μπροστά με προκλητικό τρόπο, πιέζοντας το στήθος της.
«Ίσως και με πολλές».
«Το ίδιο κάνει».
«Νομίζω πως είναι γεροντοκόρη. Φαίνεται μεγάλη, εξάλλου».
«Δεν θα κάνει ποτέ παιδιά».
«Θα μπορούσε να ήταν καλή μητέρα».
«Μα, στ’ αλήθεια, δεν είναι δυνατόν να μη θέλει παιδιά».
«Θα μπορούσε σίγουρα να είναι μητέρα και να μην εργάζεται. Να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να μεγαλώνει τα παιδιά».
Τα χέρια της γέμισαν κοκκινίλες και φουσκάλες. Τα μέχρι πρότινος κόκκινα νύχια είχαν σπάσει και το χρώμα είχε φύγει σε πολλά σημεία. Κάτω από τα μάτια της είχε πλέον μαύρους κύκλους.
«Ίσως να ήταν καλή επιχειρηματίας όμως. Ή να μπορούσε να γίνει διευθύντρια κάπου. Να κάνει καριέρα».

Η αίθουσα γέμισε χαχανητά.
«Θα μπορούσε!»
Φορούσε τώρα ένα αυστηρό μαύρο σακάκι, ασορτί παντελόνι και μεγάλα γυαλιά μυωπίας. Έμοιαζε σαν να δούλευε σε κάποιο γραφείο. Παρέμενε όμως ξυπόλυτη. Όπως ήταν από την αρχή. Τα πόδια της δεν μετατοπίζονταν ποτέ. Παρέμεναν φυτεμένα στο χώμα και στο γρασίδι. Και η πλάτη της ευθυτενής, όσο και αν άλλαζαν οι ρόλοι της.

«Αν ήταν έτσι, θα ήταν σκύλα. Δεν θα φερόταν καλά στους άλλους και ειδικά στις γυναίκες».
«Ναι, θα ήταν μέγαιρα».
«Και δεν θα χαμογελούσε ποτέ».
«Εσείς τι λέτε; Τι πιστεύετε πως βλέπετε;» κάποιος της απηύθυνε απευθείας τον λόγο και την ερώτηση.
Έπρεπε να συγκρατηθεί. Δεν έπρεπε να απαντήσει. Έπρεπε να είναι ψύχραιμη και να συγκρατηθεί. Να συγκρατηθεί. Να συγκρατηθεί.

«Βλέπω μια υπέροχη, νέα γυναίκα. Ή θα μπορούσε να είναι και μεγάλη. Είναι αρκετά γενναία για να περπατά μόνη της μεσημέρια και βράδια σε απόμερα σοκάκια. Είναι έξυπνη, είναι ικανή, είναι ταλαντούχα. Κάνει δραστηριότητες που αγαπά, τρώει τα πράγματα που της αρέσουν, είναι υγιής. Είναι ηλιοκαμένη από εκείνες τις διακοπές που πήγε με τις κολλητές της φίλες, στις οποίες πάντα συμπαραστέκεται σαν να ήταν αδελφή τους. Και είναι πραγματικά καλή αδελφή και μητέρα και σύζυγος και κόρη. Είναι επαγγελματίας και είναι ανέμελη. Είναι σοβαρή και είναι δημιουργική και αχαλίνωτη.

Είναι… είναι το κόκκινο νήμα του πόνου, που η γιαγιά της έδεσε στον καρπό της μάνας της και η μάνα της στον δικό της. Και της είπε μη βιαστείς να μεγαλώσεις, γιατί με αυτό δεμένο επάνω σου θα πορεύεσαι όλη σου τη ζωή. Είναι η κραυγή, που έρχεται οργισμένη από τα βάθη των αιώνων. Είναι όποια σύνδεση σας απέμεινε με τη φύση και τον πραγματικό κόσμο. Είναι όλα όσα φοβάστε κι όλα όσα έχετε ποτέ ονειρευτεί. Είναι εδώ και δεν είναι. Τις ταμπέλες σας, ακόμα κι αν τις φορέσει για λίγο, θα τις διαλύσει σαν να είναι φτιαγμένες από εύθραυστο γυαλί, γιατί καμία δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκρατήσει όσα είναι εκείνη. Κι όσα της είπατε πως δεν πρέπει ποτέ να κάνει, θα τα πάρει και θα τα κάνει λαμπερές μεταξωτές κορδέλες και θα τα φορέσει στα μπράτσα της. Κι όσα της είπατε πως δεν μπορεί ποτέ να γίνει, θα τα κάνει χάρτινα πουλιά και θα τους δώσει πνοή για να πετάξουν. Είναι, και μπορεί για πάντα να είναι, ελεύθερη».

Σταθεροποίησε την αναπνοή της και κοίταξε τον πίνακα.

Ήταν κενός. Τα μόνα που απέμεναν ήταν οι λόφοι, τα κυπαρίσσια, τα ροζ και κίτρινα λουλούδια και το νερό μιας λίμνης, που έμοιαζε τώρα να λαμπυρίζει από τους κυματισμούς στην επιφάνειά της.

Λίγα λόγια για την Αλεξία Κέπελη

Η Αλεξία Κέπελη γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτη του Τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου και κάτοχος μεταπτυχιακού στην Πολιτιστική Διαχείριση. Η αγάπη της για τον πολιτισμό και, ειδικότερα, για τη λογοτεχνία ξεκίνησε από τα μαθητικά της χρόνια και εντάθηκε χάρη στις μετέπειτα σπουδές της. Ασχολείται με τη συγγραφή από μικρή ηλικία και αγαπάει ιδιαίτερα τη σύγχρονη μεταφρασμένη λογοτεχνία, που καταπιάνεται με καίρια κοινωνικά θέματα, όπως και τη λογοτεχνία φαντασίας. Το 2022 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, Η Κυριαρχία της Σιωπής (εκδόσεις Χάρτινη Πόλη). Το νέο της βιβλίο Η μέντορας κυκλοφόρησε πριν από μερικές ημέρες από τις Εκδόσεις Διόπτρα.