Είχα πολλές απαιτήσεις από το Havoc, κυρίως γιατί χρησιμοποίησε τη διλογία The Raid στο μάρκετινγκ του. Βεβαίως, δεν μπορεί κανείς να έχει την απαίτηση από έναν καλλιτέχνη να φτιάχνει όλη την ώρα αριστουργήματα, αλλά μόλις είδα το όνομα του Gareth Evans ως σκηνοθέτη-σεναριογράφου να ακολουθείται από τον «σκηνοθέτη των The Raid» στο τρέιλερ, οι προσδοκίες μου εκτινάχτηκαν!
Το Havoc είναι μια fusion κουζίνα που συνδυάζει τα crime thrillers της Αμερικής των δεκαετιών ’70 και’80 (The French Connection, Thief) με την υπερβολική και ευφάνταστη δράση που φέρνει ο κινηματογράφος του Χονγκ Κονγκ (The Killer, Hard Boiled) –κάτι αντίστοιχο που είχε ξανακάνει ο Gareth Evans και με το The Raid, όπου πάντρεψε τη δράση του Χονγκ Κονγκ με στοιχεία από survival horror ταινίες.
Μόνο με τη φράση «δράση του Χονγκ Κονγκ» ο θεατής ήδη ξέρει τι να περιμένει. Πιστόλια που βαράνε σαν κανόνια, βία, απεριόριστες σφαίρες σε κάθε όπλο και δράση που σε απορροφάει στην οθόνη, αλλά με εκείνο το κλείσιμο του ματιού που δεν την παίρνεις τόσο στα σοβαρά γιατί ξέρεις ότι οι πρωταγωνιστές όσο και να πυροβοληθούν ή να μαχαιρωθούν θα βγουν σώοι από τις δοκιμασίες τους. Ρεαλισμός δεν υπάρχει εδώ.
Ο Gareth Evans έχει να σκηνοθετήσει ταινία τέτοιου τύπου μια δεκαετία, αλλά δεν έχει ξεχάσει πού να βάζει την κάμερά του –αν και στο Havoc χρησιμοποιεί λίγο παραπάνω κουνημένο κάδρο απ’ ό,τι σε προηγούμενες δουλειές του. Η γεωγραφία των σκηνών είναι ξεκάθαρη όταν η δράση εκτυλίσσεται και ακόμα και αν δεν έχουμε χορογραφίες του επιπέδου του Raid, η δράση είναι έντονη και το μακελειό που ακολουθεί ικανοποιητικό. Όπως και με το κούνημα της κάμερας, ο Evans στηρίζεται πολύ στο CGI κυρίως στις καταδιώξεις με αυτοκίνητα. Αυτές τις σκηνές δεν τις λες κολακευτικές και θυμίζουν βιντεοπαιχνίδι, αλλά για κάποιον παράξενο λόγο δένουν αρκετά καλά με το κλίμα της ταινίας. Ίσως επειδή το ενενήντα τοις εκατό διαδραματίζεται το βράδυ, όπου κυριαρχεί μια νεονουάρ αισθητική σε μια χιονισμένη πόλη, κάπως το κρύβει. Πάντως κυνηγητό όπως στο Raid 2 δεν υπάρχει.
Αυτή η videogame/comic book αισθητική επικρατεί σε όλη την ταινία, αλλά δεν πιστεύω πως λειτουργεί κατά της. Πώς βλέπουμε ένα cinematic πριν ξεκινήσει το Doom Eternal και ανυπομονείς να ξεκινήσεις να παίζεις; Όλη αυτή η υπερβολή, που κάνει απλούς ανθρώπους να φαίνονται υπεράνθρωποι, επικοινωνεί καλά με την εσωτερική λογική του Havoc.
Αφηγηματικά ο Gareth Evans βασίζεται πολύ στα αρχέτυπα. Έχεις τον διεφθαρμένο αστυνόμο χωρισμένο από την οικογένειά του που προσπαθεί να εξιλεωθεί από το βρόμικο παρελθόν του, τη νεοσύλλεκτη αστυνομικό που μαθαίνει πόσο πραγματικά διεφθαρμένο είναι το σύστημα, τον διεφθαρμένο πολιτικό που είναι αρχηγός εγκληματικής οργάνωσης, τα θέματα που έχει με το παιδί του κλπ. Όλα είναι εδώ στο τυπικό μπουφέ που μπορεί να περιμένει κανείς από κάτι τέτοιο. Βεβαίως, όταν έχεις βετεράνους ηθοποιούς που ξέρουν να παίζουν, τότε τα αρχέτυπα αποκτούν άλλη διάσταση, αλλά μια που δεν μπορεί να ξεπεράσει τις κοινοτοπίες που έχουμε δει εκατοντάδες φορές. Τουλάχιστον κανείς δεν παίζει λες και βρίσκεται σε σχολική γιορτή.
Η πλοκή απλή: κάτι πηγαίνει στραβά σε μια συναλλαγή ναρκωτικών και ο πρωταγωνιστής (Tom Hardy) πρέπει να σώσει τον γιο ενός πολιτικού που εμπλέκεται με τους έμπορους. Τα γνωστά. Θα μπορούσε να έχει λιγότερους χαρακτήρες, καθώς με διάρκεια 105’ η ταινία συστήνει πάρα πολλούς με αποτέλεσμα να αργεί να ξεκινήσει. Σε κάνει να αισθάνεσαι πως η ιστορία που θέλει να πει χρειάζεται λίγο παραπάνω χώρο να αναπνεύσει, μα ταυτόχρονα αν την άφηνες να πει περισσότερα αυτό θα καθυστερούσε τη δράση που είναι και ο κύριος λόγος που είμαστε εδώ.
Ο Tom Hardy, σε διπλό ρόλο πρωταγωνιστή και παραγωγού, όπως και σε οτιδήποτε άλλο έχει παίξει, έτσι κι εδώ το κουβαλάει όλο πάνω του και τρέχει με ό,τι του δίνουν να κάνει. Μαζί του παίζουν και ο Forest Whitaker με τον Timothy Olyphant αλλά δεν τους έδωσαν αρκετά πράγματα να κάνουν, πράγμα που με κάνει να αναρωτιέμαι γιατί να πάρεις τόσο γνωστούς ηθοποιούς χωρίς να τους αξιοποιήσεις καλύτερα.
Το Havoc είναι το καλύτερο παράδειγμα για μια ταινία που τη βάζεις όταν απλά θες να δεις κάτι την ώρα που τρως φαγητό απέξω. Έχει αρκετές στιγμές που μπορείς να πάρεις τα μάτια σου για να πάρεις ένα κομμάτι πίτσα, αλλά και αρκετές στιγμές που θα το αφήσεις κάτω γιατί δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από τη δράση στην οθόνη. Αν ξεκινήσεις την ταινία με ύφος χιλίων καρδιναλίων σαν να ετοιμάζεσαι να δεις Tarkovsky και Kurosawa τότε φοβάμαι πως γρήγορα θα απογοητευτείς. Δεν είναι ούτε μια ταινία ορόσημο στον κινηματογράφο, αλλά και ούτε μια ταινία που κάποιος έφτιαξε εξαναγκαστικά σε ένα απόγευμα.
Στα θετικά, θα κάνει κόσμο να μιλάει πάλι για τα Raid και ίσως τα μάθουν άνθρωποι που δεν τα έχουν δει ακόμα.


