Είναι πλέον κοινός τόπος ότι ηγέτιδα δύναμη στην παγκόσμια λογοτεχνία, τουλάχιστον από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, όσο κι αν αυτό δεν αρέσει σε κάποιους (κυρίως Ευρωπαίους). Οι λόγοι είναι πολλοί όσο και προφανείς: το μέγεθος της χώρας και η πληθυσμιακή της αύξηση, κάτι που οδήγησε σε τεράστια λογοτεχνική παραγωγή, η ύπαρξη μεγάλου αριθμού εξαιρετικών πανεπιστημίων που καλλιέργησαν τη μελέτη της λογοτεχνίας όσο και τη δημιουργική γραφή, η κατακόρυφη αύξηση του μορφωτικού επιπέδου, η αντιπροσώπευση όλων των λαών και εθνικών παραδόσεων του κόσμου σε ένα θηριώδες χωνευτήρι, ο θεσμός των πολλών και συμπληρωματικών λογοτεχνικών βραβείων με μεγάλο κύρος και αποδοχή, η ύπαρξη αναρίθμητων σπουδαίων κριτικών και θεωρητικών που λειτούργησαν ως καταλύτης τόσο για την εύρεση νέων οχημάτων δημιουργικότητας όσο και για την εξάσκηση ύφους, αλλά και το πλέον προφανές όλων: η αχανής αυτή χώρα – ήπειρος έγινε επίκεντρο παγκόσμιων εξελίξεων. Άρα οι τάσεις που βλέπουμε να επικρατούν στην αμερικανική λογοτεχνία είναι συχνά τάσεις που καθορίζουν ως ένα βαθμό και την πορεία της λογοτεχνίας σε ολόκληρο τον κόσμο.
Και αυτό που διακρίνουμε τα τελευταία χρόνια εντός του λογοτεχνικού χάρτη των Ηνωμένων Πολιτειών (και ιδιαίτερα στη μυθοπλαστική πεζογραφία που, κακά τα ψέματα αποτελεί τη συντριπτική πλειονότητα της λογοτεχνικής παραγωγής και κατανάλωσης) είναι κάτι πρωτόγνωρο: οι κορυφαίοι συγγραφείς της σύγχρονης Αμερικής είναι γυναίκες. Αυτό είναι πρωτόγνωρο όχι λόγω του ότι δεν υπήρχαν ανέκαθεν σπουδαίες γυναίκες συγγραφείς στις Ηνωμένες Πολιτείες, (υπήρχαν και μάλιστα πολλές), αλλά διότι ποτέ άλλοτε δεν κυριαρχούσαν σε τέτοιο βαθμό στην εγχώρια (και κατά προέκταση παγκόσμια) λογοτεχνική σκηνή.
Μετά την απώλεια μιας σειράς μεγάλων αρσενικών προσωπικοτήτων που αποτελούσαν ένα είδος λογοτεχνικής πατριαρχίας, δεν είναι καθόλου υπερβολή να ισχυριστεί κάποιος ότι πλέον τα μεγαλύτερα ονόματα στη σύγχρονη λογοτεχνία των ΗΠΑ είναι γυναίκες: ας αναφερθώ απλά στις τέσσερις γνωστότερες εξ’ αυτών: Μέριλιν Ρόμπινσον, Μπάρμπαρα Κίνγκσολβερ, Ελίζαμπεθ Στράουτ, Αν Πάτσετ. Αλλά και σε νεότερες ηλικίες που αποτελούν το μέλλον της γραφής, και πάλι θα διακρίνουμε γυναίκες να ξεχωρίζουν, δίνοντας το σήμα για τα επόμενα χρόνια.
Βρισκόμαστε ίσως ενώπιον μίας μητριαρχικής εποχής στην αμερικανική λογοτεχνία. Δεν γνωρίζω απόλυτα τους λόγους πέρα από τους προφανείς: την όλο και αυξανόμενη επαγγελματική ανεξαρτησία των γυναικών και την αναγνώριση μιας διευρυμένης αφηγηματικής οπτικής. Ούτε και μπορώ να γνωρίζω αν είναι μία συγκυρία ή μια στιγμή μετατόπισης τάσεων, ή ακόμα και μία υπόκωφη αντίδραση σε μια πιο συντηρητική στροφή της αμερικανικής κοινωνίας. Στην τελική όμως δεν έχει και τόση σημασία, αυτό που μετράει είναι ότι ποτέ δεν είχαμε τέτοια πληθώρα από Αμερικανίδες συγγραφείς.
Θα ήθελα να αναφερθώ εν συντομία στην κατά τη γνώμη μου σπουδαιότερη όλων συγγραφέα στις ΗΠΑ, η οποία θεωρώ ότι λειτουργεί και ως σύμβολο, αν και όχι για τόσο προφανείς λόγους: την τεράστια Μέριλιν Ρόμπινσον.
Για όποιον δεν γνωρίζει πολλά πράγματα για τη σπουδαία Αμερικανή συγγραφέα, θα εκπλαγεί από αρκετά στοιχεία της προσωπικής της ζωής όσο της συγγραφικής της καριέρας. Άλλωστε μιλάμε για την συγγραφέα που έχει γίνει επίτιμη διδάκτωρ από πανεπιστήμια όπως το Κέμπριτζ, η Οξφόρδη, το Γέιλ και το Μπράουν, για τη συγγραφέα που ο κριτικός των Sunday Times Μπράιαν Άπλγιαρντ έγραψε, «Δεν θα φτάσω στο σημείο να σας χαρακτηρίσω πεθαμένους αν δεν έχετε διαβάσει την Μέριλιν Ρόμπινσον, αλλά σίγουρα δεν είστε και εντελώς ζωντανοί».
Το πρώτο της μυθιστόρημα Homecoming εκδόθηκε το 1981 και έγινε δεκτό σχεδόν στιγμιαία ως ένα σύγχρονο κλασικό, ενώ χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως το καλύτερο πρώτο μυθιστόρημα Αμερικανού συγγραφέα για δεκαετίες. Εδώ είναι που τα πράγματα γίνονται περίεργα. Αντί να ακολουθήσει μία τέτοια επιτυχία με μια πληθωρική καριέρα, η Ρόμπινσον δεν έγραψε άλλο βιβλίο για ένα τέταρτο του αιώνα!
Το δεύτερο βιβλίο της ήταν το μυθιστόρημα Γκίλιαντ που κυκλοφόρησε το 2005 και σηματοδότησε την αρχή μιας σειράς τεσσάρων σχετιζόμενων μεταξύ τους μυθιστορημάτων (ακολούθησαν τα Στο Σπίτι, Λάιλα, Τζακ) τα οποία κατοικούνται από κοινούς μυθοπλαστικούς χαρακτήρες: τον αιδεσιμότατο Τζον Έιμς και την οικογένειά του. Τι να πει τώρα κάποιος για αυτά τα έργα; Ειδικότερα το πρώτο εξ’ αυτών, το Γκίλιαντ, είναι ένα από τα πιο σπαρακτικά σύγχρονα έργα που έχω διαβάσει και δικαίως θεωρείται από πολλούς ως το κορυφαίο μυθιστόρημα στην αγγλική γλώσσα του 21ου αιώνα.
Όποιο από αυτά τα τέσσερα μυθιστορήματα κι αν επιλέξετε, η αναγνωστική εμπειρία είναι αντίστοιχα υπερβατική και επιβραβεύει τον σκεπτόμενο και υπομονετικό αναγνώστη όσο λίγα λογοτεχνικά έργα της σύγχρονης εποχής. Λέξεις όπως «λύτρωση», «χάρη», «γαλήνη», «αμφιβολία» αποτελούν συχνά αφηρημένες έννοιες, οι οποίες ενίοτε στερούνται νοήματος. Όμως αν θέλει κάποιος να δει πώς τέτοιου είδους έννοιες συνδέονται ουσιαστικά με την ανθρώπινη πραγματικότητα, πώς επηρεάζουν την καθημερινότητα και τις επιλογές μας, τότε τα έργα της Ρόμπινσον είναι ο καλύτερος τρόπος για αυτό. Ο ρυθμός είναι αργός, γαλήνιος και γλυκός, όπως ο ίδιος ο αιδεσιμότατος Έιμς, ένας ρυθμός που επιτρέπει όχι μόνο τη σκέψη αλλά και το να αφουγκραστεί κάποιος τα συναισθήματα, τόσο εκείνα των μυθοπλαστικών χαρακτήρων όσο και τα δικά του.
Όμως η εκτίμησή μου για την Ρόμπινσον δεν εξαντλείται στα λογοτεχνικά της επιτεύγματα, όσο στο ότι δεν διστάζει να πάει κόντρα στο ρεύμα της εποχής. Η ίδια δεν είναι απλά πιστή Χριστιανή, αλλά υποστηρίζει και επιχειρηματολογεί υπέρ των αρχών του προτεσταντισμού και ειδικότερα της καλβινιστικής παράδοσης, η οποία περιλαμβάνει και τους πουριτανούς. Το ζήτημα εδώ δεν είναι αν συμφωνείς ή διαφωνείς, αλλά η πεποίθηση του να ακολουθείς αυτό που πιστεύεις όσο κι αν φαίνεται στις μέρες μας ξεπερασμένο.
Στα εξαιρετικά της δοκίμια υπερασπίζεται την αγάπη της για τη διδασκαλία του Καλβίνου και των παρεξηγημένων, όπως ισχυρίζεται, πουριτανών. Μάλιστα, η ίδια παραμένει διάκονος στην τοπική της εκκλησία. Προσωπικά διαφωνώ με αρκετά από όσα λέει σχετικά με την προτεσταντική διδασκαλία και βρίσκω μερικά κενά στην επιχειρηματολογία της, όμως δεν μπορώ παρά να θαυμάσω τη συμπεριληπτική και καθόλου δογματική της ματιά, την ευρυμάθεια και το πάθος της, τη δύσκολη προσπάθεια να δώσει προοπτική σε κάτι που δείχνει να έχει χαθεί από τη σύγχρονη ζωή, ιδιαίτερα στους κύκλους της φιλελεύθερης διανόησης στους οποίους εκείνη εκ των πραγμάτων συχνάζει και με τις απόψεις των οποίων σε μεγάλο βαθμό ταυτίζεται. Το ζήτημα εδώ λοιπόν είναι η βαθιά ανθρώπινη προσέγγισή της, όσο και η διάθεσή της να μην κάνει πίσω, κινδυνεύοντας να την χαρακτηρίσουν γραφική ή ξεπερασμένη. Δεν είναι ανάγκη κάποιος να είναι ακτιβιστής για να αφήνει τη σφραγίδα του. Η Ρόμπινσον έχει αφήσει μια ανεξίτηλη σφραγίδα στη σύγχρονη λογοτεχνία όχι μόνο ως συγγραφέας αλλά και ευρύτερα ως γυναίκα.

