Η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου απονέμει το βράδυ της Τετάρτης 17 Ιουνίου τα Βραβεία Ίρις 2026. Ενόψει δε και της τελετής απονομής των βραβείων της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου που θα διεξαχθεί τον Ιανουάριο του 2027 στην Ελλάδα, εγκαινιάζει το Iris Close-Up, μια νέα πρωτοβουλία με ανοιχτές συζητήσεις και masterclasses με διεθνείς προσωπικότητες του σύγχρονου κινηματογράφου. Φετινές καλεσμένες είναι η Άννα Χιντς (Τρίτη 16 Ιουνίου, 16:30 – 18:00 στη Στέγη) και η Βίκι Κριπς (Τρίτη 16 Ιουνίου 18:30 – 20:00).

Είχαμε τη χαρά να μιλήσουμε με την Άννα Χιντς, τη δημιουργό του βραβευμένου -και κυρίως εξαιρετικού- ντοκιμαντέρ «Η Αδελφότητα της Καπνιστής Σάουνας» (“Smoke Sauna Sisterhood”) του 2023, στο οποίο γυναίκες μιλούν για την εμπειρία του να είσαι γυναίκα με έναν τρόπο που διαπερνά συναισθηματικά τους θεατές κάθε φύλου. 

Ξεκινώντας η συζήτηση, η Άννα Χιντς μας λέει ότι θα χαρεί πολύ με το masterclass, αλλά έχει ένα θέμα με τη συγκεκριμένη λέξη, καθώς δεν νιώθει μάστερ.

Ταπεινόφρων.

Το βάζω σε μια γενικότερη βάση: ποιος θα μπορούσε να ονομαστεί στα αλήθεια μάστερ στον κόσμο μας; Επικρατεί μάλλον η αντίληψη ότι μάστερ είναι εκείνος που ήδη ξέρει. Προσωπικά όμως, όσο περισσότερο ζω και αναπτύσσομαι, νιώθω ότι όλο αυτό είναι μια διαδικασία. Θεωρώ ότι το να είσαι καλλιτέχνης σημαίνει να βρίσκεσαι σε μια πνευματική κατάσταση, στην οποία ξέρεις ότι δεν ξέρεις αρκετά και διαρκώς μαθαίνεις. H ταινία ήταν πολύ επιτυχημένη και μου επέτρεψε να ταξιδέψω σε όλο τον κόσμο. Και για μένα επιτυχία σημαίνει ότι άγγιξε τις καρδιές των ανθρώπων. Λαμβάνω μηνύματα και μέιλ ανθρώπων που μου λένε πόσο τους άγγιξε κι αυτό σημαίνει πολλά για μένα. Αλλά την ίδια στιγμή η κινηματογραφική βιομηχανία συνεχώς σε ρωτάει: «Ποιο θα είναι το επόμενο σου βήμα;». Σαν να υπάρχει μια απαίτηση να είμαι πολύ παραγωγική. Το κρίσιμο δεν είναι η παραγωγικότητα όμως, αλλά η δημιουργία. Και η συνθήκη της. Τα εργοστάσια παράγουν, οι καλλιτέχνες δημιουργούν. Κι αυτό συνεπάγεται το να βουτάμε πάντα προς το άγνωστο – πάντα όμως. Kαι το να δημιουργήσουμε αυτή τη σχέση με το άγνωστο και το ανοίκειο και το άβολο. Νομίζω λοιπόν ότι είναι πολύ επικίνδυνο για ένα καλλιτέχνη να θεωρήσει ότι είναι πια ολοκληρωμένος, ότι έχει γίνει μάστερ.

Anna Hints by Virge Viertek

Οπότε και στην ταινία σας δεν ξέρατε από την αρχή που θα σας οδηγήσει η αρχική ιδέα, σωστά; Αυτό το ανακαλύψατε στην πορεία όταν οι γυναίκες μίλησαν για τις εμπειρίες τους. Προήλθε από τη διαδικασία, όπως λέτε, και όχι από μια προκαθορισμένη ιδέα. 

Και ναι και όχι. Οραματίστηκα την ταινία το 2015, όταν βρέθηκα μαζί με τη μητέρα μου σε ένα βουδιστικό μοναστήρι. Ήταν ένα κέντρο απομόνωσης όπου δεν επιτρεπόταν να μιλάμε ή να γράφουμε. Όφειλες να είσαι μόνη με τις σκέψεις σου. Κι εγώ άκουγα πολλές φωνές μέσα μου, πολλές φωνές γυναικών που είχαν φιμωθεί από γενιά σε γενιά. Και αναρωτιόμουν, ΟΚ, που είναι όμως η δική μου φωνή; Ποια είναι η φωνή μου; Πώς θα το ξέρω; Πώς ξέρουμε ότι οι επιλογές που κάνουμε και η ιστορία που λέμε για τη ζωή μας είναι η δική μας ιστορία; Γυρνούσε όλο και περισσότερο εκεί η σκέψη μoυ. Και μια μέρα, μέσα από τον διαλογισμό μου, γεννήθηκε το όραμα για την κουλτούρα της σάουνας καπνού. Η ιδέα να μοιραστώ με τον κόσμο αυτό τον χώρο που έχει τέτοια ευαλωτότητα και ανοικτότητα. Eπειδή προέρχομαι από αυτή την κουλτούρα κι έχω πάει στη σάουνα, είχα μια εσωτερική πυξίδα για να με καθοδηγεί. Και ήξερα ότι έπρεπε να εμπιστευτώ τη διαδικασία κι ότι τελικά η ταινία θα ήταν γύρω από αυτή την εμπειρία. 

Επίσης ήξερα ότι έπρεπε να φτιάξω ένα έργο κυκλικό, υπό την έννοια ότι όταν μιλάμε για τη γενικότερη φιλοσοφία και νοοτροπία στην οποία ανήκει η σάουνα, επικρατεί μια διαφορετική αντίληψη για τον χρόνο, βάσει της οποίας ο χρόνος δεν είναι γραμμικός αλλά κυκλικός. Οπότε ήξερα ότι δομικά έπρεπε να είναι κυκλικό, αλλά και ότι έπρεπε να αρχίσει με ένα υδάτινο επίπεδο που θα διατρέχει την ταινία καθ’ όλη της τη διάρκειά της. Η ταινία ξεκινά με πάγο και καταλήγει σε τρεχούμενο νερό, γιατί το νερό είναι πολύ σημαντικό στοιχείο ακόμα και για τη θεραπεία και την επούλωση. Η γιαγιά μου ήταν θεραπεύτρια και μου κληροδότησε αυτή την πεποίθηση. Μου έλεγε επίσης ότι καμιά φορά μπορείς να βρεθείς σε βαθύ σκοτεινό χειμώνα, γεμάτο μεγάλες εκτάσεις πάγου. Όταν έχουμε τραύματα και μας έχει συμβεί κάτι βαθύ και οδυνηρό, τα πάντα παγώνουν μέσα μας. Ακριβώς για αυτό είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι οι πάγοι λιώνουν ξανά. Απλά χρειαζόμαστε θέρμη. Και τη θέρμη της κοινότητας. Οπότε ναι μεν τα ήξερα όλα αυτά, αλλά δεν ήξερα τις συγκεκριμένες ιστορίες. Δεν γνώριζα εκ των προτέρων τι θα προκύψει, ποιες ιστορίες και ποιες εμπειρίες θα αναδυθούν στον χώρο που δημιουργούσαμε μπαίνοντας στη σάουνα. Ήξερα όμως ότι θα είναι δυνατές γιατί έχω προσωπική εμπειρία από την ίδια την κουλτούρα. 

Και έτσι, τώρα που γράφω την πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας και κάνω masterclass, προσπαθώ να βρω τη διαδικασία και τον δρόμο μου στο πώς θα συμβεί αυτός ο χορός μεταξύ του οράματος και των θαυμάτων που μπορεί να προκύψουν στην πορεία.  Γιατί νομίζω ότι ειδικά στη μυθοπλασία, η κινηματογραφική βιομηχανία σου βάζει πολλές παγίδες που μπορούν να σκοτώσουν τη δημιουργικότητα. Και το φιλμάρισμα και όλα μετατρέπονται σε εικονογράφηση μιας προδιαμορφωμένης ιδέας, που δεν δίνει πιθανότητα στο απρόσμενο. Οπότε πρέπει να βρεθεί αυτή η ισορροπία της προσαρμογής του αρχικού οράματος στα μετέπειτα θαύματα.

Πώς όμως βρήκατε τις γυναίκες του ντοκιμαντέρ σας; Πώς συνέβη αυτό στην πράξη; 

Είχα το μεγάλο πλεονέκτημα να είμαι μέλος αυτής της κοινότητας, οπότε είχα και πρόσβαση και ήδη την εμπιστοσύνη τους. Μεγάλη μάλιστα. Κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό και μαζί διαφορετικό από αυτά που μας δίδαξαν στη σχολή κινηματογράφου είναι το εξής: στη σχολή μας δίδαξαν πως στα ντοκιμαντέρ πρέπει να σαγηνεύουμε, να γοητεύουμε και να πείθουμε τους χαρακτήρες μας. Αλλά εγώ είχα ήδη κάνει ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους με τη μητέρα μου στο μοναστήρι κι εκείνη ήθελε να είναι στην ταινία και μετά άλλαξε γνώμη και μετά ξανάλλαξε κι όλο αυτό ήταν μια τρέλα. Οπότε κάτι που συνειδητοποίησα είναι ότι δεν μπορώ να πείσω κανέναν. Και δεν θέλω να πείσω με αυτή την έννοια κανένα. Θέλω μόνο να είμαι εξαρχής διάφανη και ειλικρινής σε σχέση με το τι προσπαθώ να κινηματογραφήσω και το τι ψάχνω. Οπότε μοιράστηκα εξαρχής το όραμά μου με αυτές τις γυναίκες. Ότι θα μιλήσουμε για τις αληθινές σας εμπειρίες στο φουλ. Είστε μέσα ή όχι; Η απόφαση είναι δική σας. Εγώ θα δουλέψω και θα συνεχίσω να δουλεύω μόνο με όσες θέλετε να είστε μέρος αυτής της προσπάθειας. Όσες είχαν αμφιβολίες δεν προσπάθησα να τις μεταπείσω. Βέβαια μου πήρε επτά χρόνια αυτή η ταινία. Στον έκτο άρχισα να μοντάρω. Έκανα δύο χρόνια μοντάζ και επειδή ο καιρός ήταν πολύς, μερικές γυναίκες που στην αρχή δίσταζαν, άρχισαν να μου τηλεφωνούν μετά από πολύ καιρό: «Άννα θέλω να είμαι στην ταινία, είμαι έτοιμη». Επίσης ξεκίνησα να κάνω την ταινία πριν το  MeToo, oπότε ίσως έπαιξε κι αυτό τον ρόλο του στην αλλαγή τους. Οπότε ναι, δεν με ενδιέφερε να πείσω καμία, θα συμμετείχες μόνο αν το ήθελες. Δεν θα ερχόμουν εγώ να επιβάλλω τη φωνή μου πάνω στη φωνή των γυναικών. Και είμαι πεπεισμένη ότι στα ντοκιμαντέρ είναι καταχρηστικό να πείθεις από τη θέση ισχύος σου τους ανθρώπους που θες να καταγράψεις.

Κάτι άλλο πολύ σημαντικό είναι ότι η μεγάλη πρόκληση που αντιμετώπιζα ήταν το πώς θα διασφαλίσω ότι δεν θα υπάρχει σεξουαλικό βλέμμα. Πώς να το περάσω αυτό στην κάμερα. Περάσαμε μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας μου χρόνο για να ανακαλύψουμε αυτή την οπτική γλώσσα πάνω στο δικό μου σώμα. Πρώτα φιλμάραμε και μετά το κοιτούσα και έλεγα «Α, εδώ τώρα με κρίνεις. Άρα πρέπει να το πάμε αλλιώς. Και ναι εδώ, με αυτό το πλάνο, νιώθω ασφαλής». Έπρεπε να καλιμπράρουμε το βλέμμα. Κι όταν βρήκαμε την οπτική γλώσσα και την κινηματογραφήσαμε, την έδειξα στις γυναίκες. Κι αυτό είναι ένα μάθημα που θέλω να πάρω σε κάθε ταινία που θα κάνω. Να δείχνω πώς φέρεται η κάμερα στους ανθρώπους που βρίσκονται μπροστά της. Έχω κι ένα πτυχίο στη φωτογραφία κι ένα από τα πρώτα πράγματα που μας έλεγε ο καθηγητής είναι ότι δεν υπάρχει αντικειμενική κάμερα. Κάθε κάμερα έχει το βλέμμα της. Και όλοι μας έχουμε ένα βλέμμα. Έχουμε επίγνωσή του; Και τι είναι αυτό το βλέμμα; Και πώς δεν θα κουβαλά μέσα του επίκριση, όπως εδώ απέναντι στο γυναικείο σώμα; Κι έτσι οι γυναίκες είδαν πώς φιλμάραμε το δικό μου σώμα κι ένιωσαν κι εκείνες ασφαλείς. Ήμασταν λοιπόν προετοιμασμένοι, γιατί ήξερα ότι άπαξ και μπούμε στη σάουνα έπρεπε να υπάρχει χώρος μόνο για την πιο αληθινή και ωμή εμπειρία των γυναικών και έπρεπε να είμαστε συναισθηματικά έτοιμοι για αυτήν.

Και το τρίτο πολύ σημαντικό σημείο, ήταν το να πάρουμε -και να πάρουν κατεξοχήν εκείνες- το ρίσκο. Οπότε συμφωνήσαμε ότι όταν είχα ένα cut θα τους το έδειχνα. Κι είχαν το δικαίωμα να πουν ότι δεν θέλω ένα κομμάτι ή δεν θέλω να εμφανίζομαι και καθόλου. Κι ότι μόνο εκείνες μπορούν να συναινέσουν. Μόνο με διαφάνεια, συναίνεση και ρίσκο μπορεί να βγει τόσο δυνατό υλικό. Συνήθως στα ντοκιμαντέρ υπογράφονται έγγραφα από πριν. Ότι δίνω τη συναίνεση μου για τα πάντα. Αν το κάναμε όμως έτσι θα σήμαινε ότι οι γυναίκες θα ήταν πολύ κρατημένες, τώρα όμως η ελευθερία να πουν εκ των υστέρων δεν θέλω και βγάλε με, τις απελευθέρωνε και κατά το φιλμάρισμα. Και επειδή δεν είχαν πειστεί από πριν και επειδή ήξεραν ότι προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε τι γίνεται, τελικά και καμία δεν ήθελε στο τέλος να αφαιρεθεί από την ταινία. Μόνο μία γυναίκα ήθελε να ακούγεται άλλης γυναίκας η φωνή κατά την αφήγηση της εμπειρίας της, γιατί φοβόταν μήπως την αναγνωρίσουν. Η Εσθονία είναι μικρή, είμαστε μόνο 1.3 εκατομμύρια άνθρωποι. Αλλά δεν συμφώνησα εγώ, ήταν και μεγάλη η ιστορία της, με τη δική της φωνή είχε άλλη δύναμη.

Εκείνο που δεν μπορούσα να προβλέψω, καθώς όλη μου η έγνοια ήταν να νιώθουν οι γυναίκες ασφαλείς, ήταν ότι οι γυναίκες που οι ιστορίες τους τελικά δεν μπήκαν στην ταινία θα το έπαιρναν κατάκαρδα. Κι έπρεπε να τους εξηγήσω μετά ότι δεν ήταν αδιάφορη η ιστορία σου, ούτε η εμπειρία σου ήταν λιγότερο σημαντική. Γιατί αν δεις την ταινία είναι μια συλλογική εμπειρία. Ακόμα πάντως κι εκείνων των γυναικών που οι ιστορίες δεν μπήκαν, ήταν με έναν τρόπο παρούσες. Και ένα πράγμα που έμαθα από όλες αυτές τις εμπειρίες είναι ότι χρειάζεται θάρρος για να μοιραστείς την ευαλωτότητα. 

Αλλά κάνοντας την ταινία συνειδητοποίησα ότι χρειάζεται επίσης θάρρος για να μπορείς να ακούς ό,τι είναι άβολο. Είμαστε άραγε έτοιμοι ως κοινωνία να ακούσουμε ό,τι μας προκαλεί δυσφορία; Γιατί πολλές φορές δεν ακούμε τον άλλο, είμαστε πάντα έτοιμοι να του κάνουμε ερωτήσεις και μαζί μαθήματα. Αλλά το να τον ακούς σκέτα είναι πολύ δυνατή εμπειρία και μόνο έτσι γίνεται, όσο δύσκολο κι αν είναι. Και δεν είναι εύκολο επειδή δεν είμαστε ως κοινωνία συνηθισμένοι να μιλάμε για τη βία ή όταν ακούμε τους άλλους να μιλούν για βία κατεβάζουμε τα ρολά. Πρέπει να εκπαιδευτούμε να ακούμε το άβολο, την ευαλωτότητα. Κι είναι άβολο ακριβώς γιατί δεν το έχουμε συνηθίσει. Και το να υπάρχουν ασφαλή σημεία, στα οποία μοιράζεται την εμπειρία σου και ακούγεσαι στα αλήθεια και σε βλέπουν, είναι μια πανίσχυρη και θεραπευτική εμπειρία.

Είπατε ότι δεν θέλατε να κινηματογραφήσετε τα γυναικεία σώματα με σεξουαλικοποιημένη ματιά. Πράγματι η ματιά σας στην «Αδελφότητα της Καπνιστής Σάουνας» είναι ποιητική και μυσταγωγική και κατά κάποιον τρόπο είναι σαν να αποτυπώνει ένα συλλογικό γυναικείο σώμα που αποτελείται από τα σώματα όλων των γυναικών.

Nαι, ακριβώς. Το να γεννιέσαι σε ένα γυναικείο κορμί, το να έχεις ένα γυναικείο κορμί, είναι μια συλλογική εμπειρία. Για παράδειγμα, δεν ξέρω πώς είναι στα ελληνικά, αλλά μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον ότι στα εσθονικά η λέξη για τα γυναικεία γεννητικά όργανα έχει την ίδια ετυμολογική προέλευση με τη λέξη ντροπή. Οπότε σκεφτόμουν ότι όταν γεννιέσαι με ένα γυναικείο κορμί, γεννιέσαι με ντροπή. Το θέμα λοιπόν είναι πώς να βγάλεις αυτή την ντροπή από πάνω σου επαναδιεκδικώντας το σώμα σου. Ήθελα να το εξερευνήσω με αυτές τις γενναίες γυναίκες που μοιράστηκαν τις ιστορίες τους και την εμπειρία τού να έχεις γυναικείο σώμα. Πώς θα μπορούσαμε να έχουμε την ιδιοκτησία του σώματός μας από την αρχή; Είναι τόσο κοινωνικά προγραμματισμένο που όταν κάποιες γέννησαν τις δικές τους κόρες, το πρώτο τους βλέμμα είχε να κάνει με το πώς μοιάζουν. Είναι όμορφες; Υπάρχει αυτή η εσωτερικευμένη πίεση προς τα γυναικεία σώματα. 

Κι όταν μελετούσα τα λαογραφικά μας αρχεία, έπεσα πάνω σε αυτά τα παραδοσιακά τραγούδια, εκατονταετίας και βάλε, τα οποία τα τραγουδούσαν στη σάουνα όταν γεννιόταν ένα κορίτσι. Εκείνο λοιπόν που βασικά έλεγαν οι στίχοι είναι ότι το κορίτσι πρέπει να είναι όμορφο, πρέπει να παντρευτεί και δεν πρέπει να γίνει τσούλα… Kαι πάει λέγοντας. Η θέση μου είναι πως είναι πολύ σημαντικό να έχουμε κριτική στάση απέναντι στην παράδοση, με την έννοια ότι θα μεταβιβάσω στην κόρη μου τη δύναμη της κουλτούρας της σάουνας καπνού, τη δύναμη των τραγουδιών, αλλά επίσης και τη δύναμη να επιλέξει τις δικές της λέξεις. Δεν θα της μεταβιβάσω σκέτα αυτό που υπήρχε και τώρα πρέπει να τραγουδήσουμε ξανά για τσουλιά. Όχι.

Έχετε δει τις «Γυναικείες Κουβέντες» της Σάρα Πόλεϊ; Βγήκε ένα χρόνο πριν τη δική σας ταινία, έχει αρκετά κοινή θεματική με τη δική σας για τραυματικές εμπειρίες γυναικών και κέρδισε μάλιστα και το όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου. Μου φαίνονται όμως τόσο διαμετρικά αντίθετες ταινίες, γιατί η δική σας είναι αληθινή και αυθεντική, ενώ εκείνη μου έδινε την εντύπωση ότι δεν απεικονίζει γυναίκες αλλά ιδέες γυναικών και ότι δεν τους βάζει στο στόμα δικά τους λόγια αλλά τσιτάτα του συρμού. Και δεν έχει να κάνει με το ότι «Η Αδελφότητα της Καπνιστής Σάουνας» είναι ντοκιμαντέρ και το «Γυναικείες Κουβέντες» μυθοπλασία.

Αυτή είναι η επιδίωξή μου, ο αγώνας μου. Ότι δεν θα είναι μια ιδέα γύρω από κάτι, αλλά  κάτι πολύ πιο ενστικτώδες, κάτι που το νιώθεις στο σώμα σου, μια εμπειρία που σωματοποιείται. Και όντως δεν έχει να κάνει με το αν είναι ντοκιμαντέρ ή μυθοπλασία. Μπορεί να είναι μυθοπλασία, μπορεί να είναι fantasy, αλλά και τότε να το εισπράττεις ως βίωμα. Αλλά όπως είπα καιροφυλακτούν πολλές παγίδες στην κινηματογραφική βιομηχανία, οι οποίες σκοτώνουν την τέχνη και κάνουν τους δημιουργούς να χάνουν το δρόμο τους. Γι’ αυτό θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό να δημιουργεί κανείς μέσω μεθόδων όπως εκείνες που προανέφερα. Δεν είναι οικουμενικές μέθοδοι. Ο καθένας μας μπορεί να έχει τη δική του, να βρει τη δική του μέσω της οποίας θα συνδεθεί με τη φωνή του, με το σύμπαν, με τη φύση. Βασικά αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν πρέπει να σε παρασύρουν και να σε ξεστρατίσουν οι απαιτήσεις της βιομηχανίας κι ότι ως καλλιτέχνης πρέπει να κάνεις το δικό σου. Και να μην σκέφτεσαι τις απαιτήσεις, ότι πρέπει να τικάρεις τα κουτάκια, ότι αυτό τώρα είναι στη μόδα. Αν το κάνω θα το κάνω επειδή ως καλλιτέχνης το νιώθω αληθινά στο κορμί μου.

Και βασικά η εμπειρία στο μοναστήρι μου έδωσε ως δώρο μια μέθοδο. Έμεινα 26 ημέρες, χωρίς διάβασμα, γράψιμο, ομιλία. Και η έμπνευση ήρθε εκεί και τότε. Πήγα και μιλησα σε μια μοναχό. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που επιτρεπόταν να του μιλήσεις. Και της είπα ότι έχω ένα πολύ δυνατό όραμα για μια ταινία. Μπορώ να έχω ένα χαρτί κι ένα στυλό; Μου απάντησε πως απαγορεύεται, αλλά συνέχισε λέγοντάς μου ότι ξέρεις όταν κάτι υπάρχει στα αλήθεια στο κορμί σου κι όταν έχεις ένα τόσο έντονο όραμα θα σου μείνει, οπότε φύγε τώρα και συνέχισε τον διαλογισμό σου, δεν χρειάζεται να επεξεργάζεσαι την ιδέα σου, ας την για λίγο. Και δες αν βγαίνοντας από το μοναστήρι θα έχει μείνει μέσα σου. Τότε ναι, θα σημαίνει ότι κάτι υπάρχει εδώ. Κι αυτή τη μέθοδο την ακολουθώ πια. Αναφέρομαι στα πολύ πρώτα στάδια μιας ιδέας. Όταν μου έρχεται μια πιθανή ιδέα για το ποια θα είναι η επόμενη ταινία, την καταπιέζω και δεν τη γράφω απ’ την αρχή. Την αφήνω στην άκρη. Και μετά προσπαθώ να δω αν αρχίζει η ιδέα να με καταδιώκει και να έρχεται στα όνειρά μου, ώστε να καταλάβω ότι έχω ανάγκη να το κάνω. Και αν μετά, ύστερα από ένα μήνα ή δύο, μου χτυπά την πόρτα, τότε καταλαβαίνω ότι έρχεται από κάπου βαθιά και όχι από τη βιομηχανία ή από κάπου αλλού. Και φυσικά όταν αφιερώνομαι σε αυτό το μονοπάτι, τότε αρχίζω και γράφω κάθε μέρα κλπ. 

Eπανέρχομαι στο ότι θα ήθελα να δημιουργώ έναν χώρο για το αόρατο, έναν χώρο που γεννιέται το μαγικό, έναν χώρο όπου ένα και ένα κάνουν τρία. Γιατί στην τέχνη τόσο κάνουν. Και αναζητώ τι πρέπει να κάνω στη διαδικασία δημιουργίας της ταινίας ώστε να μπορέσει αυτό να συμβεί. Οπότε, ναι, δεν πρόκειται μόνο για την ιδέα μιας γυναίκας. Ξεκινάω με μια ιδέα στο κεφάλι μου. Αλλά μετατρέπεται σε κάτι πολύ πιο δυνατό όταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι συναντιούνται και η μαγεία συμβαίνει. Όταν ως σκηνοθέτης έχεις κολλήσει τόσο με αυτή καθαυτή την ιδέα για την ταινία σου, μπορείς να δεις τι άλλο υπάρχει μπροστά σου και να δουλέψεις με αυτό; Ξέρω τόσες κινηματογραφικές παραγωγές και έχω ακούσει για τόσες ταινίες που το αποτέλεσμα είναι νεκρό, ακριβώς επειδή είχαν την ιδέα μιας ταινίας και μόνο. Πρέπει όμως να μεσολαβήσουν και τα θαύματα. Και για αυτό δεν αρκείς εσύ ως δημιουργός, χρειάζεται και ο συντονισμός όλης της ομάδας. Και η ομάδα επιφορτίζεται το βάρος της εγρήγορσης για τα θαύματα.  

Σε ένα σημείο της ταινίας σας ακούγεται ότι οι Εσθονοί έχουν πρόβλημα να εξωτερικεύσουν την στοργή τους, ότι η εκδήλωση της αγάπης μπορεί να φανεί ως αδυναμία, ότι επικρατεί μια ψυχρότητα. Είχατε σχετικά παράπονα τύπου «Μα δεν είμαστε έτσι» ή άλλου είδους προβλήματα με την ταινία στη χώρα σας;

Όχι, καθόλου. Κατά τη γνώμη μου όμως στην Εσθονία και γενικά σε χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης έχουμε ένα κόμπλεξ κατωτερότητας. Δεν αναγνωρίζουμε μόνοι μας την αξία μας, έχουμε την ανάγκη να μας την επιβεβαιώσουν οι ξένοι. Οπότε όταν ζητήσαμε αρχικά εγχώρια χρηματοδότηση για την ταινία, απορρίφθηκε με αιτιολογίες όπως ότι έχει μικρή φεστιβαλική αξία. Κι όταν ύστερα από επτά χρόνια έκανε πρεμιέρα στο Sundance και κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας, τα μέλη της αρμόδιας επιτροπής χρηματοδότησης ήρθαν και με συνεχάρησαν. Οπότε, όταν μέσω Sundance νομιμοποιηθήκαμε απέξω, η Εσθονία ήταν έτοιμη να αναγνωρίσει ότι υπάρχει κάτι εδώ. Και πάρα πολλοί συντονίστηκαν κι είδαν ότι είναι μια ταινία που ενδυναμώνει τις γυναίκες. Και συνέβη και το άλλο. Γυναίκες που συμμετείχαν στην ταινία και ήθελαν να μείνουν ανώνυμες, άρχισαν να ποστάρουν μόνες τους στα σόσιαλ ότι αυτή είναι η πλάτη μου, αυτό το πόδι μου κλπ. Άρχισαν να νιώθουν πολύ περήφανες που συμμετείχαν στην ταινία. Και μετά δημιουργήθηκε κάτι σαν κίνημα. Και άνθρωποι άρχισαν να συνδέονται και να φτιάχνουν τις δικές τους αδελφότητες. Η ταινία έμεινε στις εσθονικές αίθουσες επί 66 εβδομάδες. Και θυμάμαι άντρες να βγαίνουν από τις προβολές και να λένε: εμείς στη σάουνα γιατί συζητάμε για βλακείες και όχι για τα σημαντικά όπως οι γυναίκες;

Σας ευχαριστώ πολύ για την τόσο ενδιαφέρουσα συνέντευξη, αλλά και για τη συνειδητοποίηση ότι η σύνδεση γυναικείων γεννητικών οργάνων και ντροπής δεν συμβαίνει μόνο στην εσθονική γλώσσα αλλά και στα ελληνική: υπάρχει η λέξη αιδοίο και η λέξη αιδώς.