Μπορεί ένας δήμιος να είναι ευαίσθητος; Και μπορεί μια επανάσταση να ξεκινήσει από ένα βασιλικό διάταγμα που φτάνει με ταχυδρομικό περιστέρι; Στον παράλογο κόσμο του «Η Μπαλάντα ενός Ευαίσθητου Δήμιου», όλα είναι πιθανά. Ακόμη και το να βρεθείς μπροστά στην αγχόνη και, αντί να αποδεχτείς τη μοίρα σου, να αποφασίσεις να συνδικαλιστείς.
Σε μια υποβαθμισμένη επαρχία της μεσαιωνικής Αγγλίας, ένας υφαντουργός ετοιμάζεται να εκτελεστεί, ένας δήμιος αρχίζει να αμφισβητεί το σύστημα που υπηρετεί και μια επανάσταση βρίσκεται προ των πυλών. Μόνο που τίποτα δεν εξελίσσεται όπως θα περίμενε κανείς. Η εξουσία γελοιοποιείται, οι κοινωνικές ανισότητες γίνονται αντικείμενο καυστικής σάτιρας και η Ιστορία μοιάζει να γράφεται από ανθρώπους που μάλλον δεν έχουν ιδέα τι κάνουν. Με το ανατρεπτικό χιούμορ των Monty Python να διατρέχει την παράσταση, ο Γιάννης Κεντρωτάς υπογράφει μια αναρχική μουσική κωμωδία, την οποία σκηνοθετεί ο Μιχάλης Κοιλάκος, συνδυάζοντας το θέατρο του παραλόγου, τη ζωντανή μουσική και τη μαύρη κωμωδία. Πίσω από τις αλλεπάλληλες κωμικές ανατροπές, ωστόσο, κρύβονται ερωτήματα απολύτως σύγχρονα: Πόσο εύκολα υπακούμε στην εξουσία; Πότε αποφασίζουμε να αντισταθούμε; Και τελικά, τι χρειάζεται για να ξεκινήσει μια επανάσταση;
Με αφορμή την παράσταση, συζητάμε με τη Μαρία Μπαλούτσου, που υποδύεται τη Μαρί, μια γυναίκα η οποία ανυπομονεί να γίνει πλούσια χήρα, και τον Γιώργο Ντούση, που κινείται ανάμεσα στον ρόλο του τροβαδούρου, του ιππότη και του βασιλιά της Σκωτίας.
Μαρία Μπαλούτσου
Η Μαρί φαίνεται να έχει έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο: να γίνει επιτέλους πλούσια χήρα. Πώς προσεγγίσατε έναν χαρακτήρα που αντιμετωπίζει τον επικείμενο θάνατο του συζύγου της μάλλον σαν ευκαιρία παρά ως τραγωδία;
Καταρχάς, μιλάμε για θεατρικό έργο το οποίο απέχει πολύ από τον ρεαλισμό. Οπότε δεν μπορώ να πω ότι προσέγγισα τον ρόλο, ως αληθινό χαρακτήρα, ως χαρακτήρα που έψαξα να βρω τα βαθιά του κίνητρα, ή το βιογραφικό του, ή τι κρύβεται κάτω από κάθε ατάκα που λέει. Στην κωμωδία – και ιδιαίτερα σε τέτοιου είδους κωμωδία – οι ρόλοι είναι στερεότυπα, είναι καρικατούρες, τραβηγμένοι και μονοδιάστατοι. Δεν είναι άνθρωποι που συναντάς στην καθημερινότητα. Μπορεί να μοιάζουν, μπορεί να μας θυμίζουν αληθινούς ανθρώπους, αλλά σίγουρα απέχουν πολύ από την αλήθεια. Τι κάνει λοιπόν η κωμωδία; Μαζεύει όλα τα χαρακτηριστικά που διακρίνουμε στην κοινωνία και φτιάχνει έναν χαρακτήρα που τα αποτυπώνει. Έτσι προσεγγίζουμε και αυτόν τον ρόλο. Αρχικά επιφανειακά. Βάζοντας ένα στόχο, τον κύριο. Θέλει να πεθάνει ο άντρας της για να πάρει την κληρονομιά. Τόσο απλό, τόσο καθαρό. Δεν έχει δεύτερες σκέψεις (όπως θα είχε μια αληθινή γυναίκα). Το αστείο αυτού του χαρακτήρα δεν βγαίνει από τις εναλλαγές των συναισθημάτων, αλλά από τις εναλλαγές του στόχου του και των καταστάσεων που αντιμετωπίζει κάθε φορά.

Η ηρωίδα σας, Μαρί είναι μια αδίστακτη γυναίκα ή απλώς μια γυναίκα που προσπαθεί να εξασφαλίσει το μέλλον της με τα μέσα που διαθέτει;
Αδίστακτη σε καμία περίπτωση. Ούτε δολοπολόκα είναι, ούτε επικίνδυνη, ούτε femme fatale. Αυτά θα τα βλέπαμε σε μια γυναίκα της δεκαετίας του ’20 μπλεγμένης με τη μαφία. Είναι μια καθημερινή γυναίκα που προσπαθεί να περάσει μια καλή ζωή. Παντρεύεται έναν άντρα για τα λεφτά του, αρνείται με διάφορες δικαιολογίες να κάνει sex μαζί του, την τελευταία του ώρα του ζητάει να της γράψει όλη του την περιουσία και είναι διαθέσιμη να βρει τον αντικαταστάτη του πολύ πολύ άμεσα.
Το χιούμορ της παράστασης κινείται ανάμεσα στο παράλογο, τη σάτιρα και τη μαύρη κωμωδία. Πόση σοβαρότητα χρειάζεται τελικά ένας ηθοποιός για να υποστηρίξει έναν τόσο εξωφρενικό χαρακτήρα;
Για εμένα, ένας ηθοποιός χρειάζεται σοβαρότητα σε όποιον ρόλο παίζει. Από τον πιο απλό, μέχρι τον πιο σύνθετο. Αυτό είναι επαγγελματισμός και δεν έχει να κάνει με το είδος του θεάτρου. Είτε εμφανίζεσαι 5 λεπτά σε ένα έργο, είτε κάνεις παιδικό θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφο ή θέατρο ενηλίκων, οφείλεις να το αντιμετωπίζεις με την ίδια βαρύτητα και αξία. Είναι η δουλειά σου και πρέπει να την κάνεις καλά. Τώρα η κωμωδία και ειδικά αυτού του είδους η κωμωδία που μπορεί πολύ εύκολα να περάσει το όριο απαιτεί, πέρα από τη σοβαρότητα και πολλή μελέτη. Η ισορροπία ανάμεσα στο καλό και στο φτηνό αστείο είναι πραγματικά πολύ λεπτή. Πρέπει ο ηθοποιός, αλλά και ο σκηνοθέτης να έχουν πολύ καθαρή ματιά, να έχουν μελετήσει εξονυχιστικά το κείμενο, να βρουν τον σωστό ρυθμό του και να μην παγιδευτούν σε ευκολίες που προκαλούν το γέλιο. Πρέπει να μπορέσεις να αντιμετωπίσεις τον ρόλο με απόλυτη ειλικρίνεια και ρεαλισμό, ο οποίος φυσικά δεν είναι αυτός του ρεαλιστικού θεάτρου, αλλά ξεκινώντας από εκεί φτάνεις στο σημείο να τον αποτυπώσεις χωρίς υπερβολές. Στην κωμωδία δεν χρειάζεται να είσαι αστείος, ή να παίζεις τον αστείο. Πρέπει να εμπιστευτείς το κείμενο και να γίνεις αστείος μέσα από αυτά που βιώνει και παθαίνει ο χαρακτήρας σου.

Γιώργος Ντούσης
Στην παράσταση είστε ταυτόχρονα ο βάρδος που αφηγείται μουσικά την ιστορία και ο ηθοποιός που ενσαρκώνει πρόσωπα της εξουσίας. Πόσο εύκολη είναι αυτή η εναλλαγή;
Υποκριτικά, αυτή η εναλλαγή είναι ένα απολαυστικό παιχνίδι από διαφορετικές οπτικές, ρυθμούς και συμπεριφορές. Από εκείνον που αφηγείται την ιστορία περνώ σε εκείνους που πιστεύουν ότι την φτιάχνουν, ότι την καθορίζουν. Η αντίθεση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και τα πρόσωπα εξουσίας είναι ενδιαφέρουσα. Ο βάρδος παρατηρεί, αφηγείται και σχολιάζει ενώ ο βασιλιάς και ο ιππότης είναι μέρος του μηχανισμού που προσπαθούν να συντηρήσουν μια παράλογη τάξη των πραγμάτων. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στη φαντασία, στον λόγο και τη μουσική απέναντι στους νόμους, τα διατάγματα και τους δήμιους. Κι έχει και μια παράξενη ειρωνεία, οι βασιλιάδες κυβερνούν τον κόσμο αλλά αυτοί που θα πουν την ιστορία τους και θα μείνει στην ιστορία είναι οι βάρδοι.
Η ζωντανή μουσική αποτελεί βασικό συστατικό αυτής της μεσαιωνικής, αναρχικής κωμωδίας. Πώς συνομιλεί η μουσική του Κώστα Χαριτάτου με το χιούμορ και τον ρυθμό της παράστασης;
Η κωμωδία είναι σε μεγάλο βαθμό ζήτημα ρυθμού. Μια παύση, μια μουσική φράση, μια ξαφνική αλλαγή μπορούν να ανατρέψουν ολόκληρη τη σκηνή, να την απογειώσουν ή να τη βυθίσουν. Στη δική μας περίπτωση, η ζωντανή μουσική φέρνει στην παράσταση κάτι από τη λαϊκή θεατρική παράδοση, όπου οι μουσικοί και οι ηθοποιοί αφηγούνται μαζί την ιστορία. Και νομίζω πως αυτό ταιριάζει απόλυτα στον αναρχικό χαρακτήρα του έργου. Η μουσική του Κώστα (Χαριτάτου) δεν συνυπάρχει απλά με τη θεατρική δράση αλλά την καθορίζει, την κουρδίζει και αποτελεί οργανικό μέρος της παράστασης. Είμαστε πολύ τυχεροί γι’ αυτή τη συνεργασία, γιατί ο Κώστας δεν έγραψε απλά τη μουσική αλλά τη δίδαξε και της έδωσε έναν πολύ ξεχωριστό χαρακτήρα. Κι εγώ προσωπικά πολύ χαρούμενος που μετά από αρκετό καιρό που είχα να το κάνω με στρίμωξε να κάτσω και να μελετήσω κιθάρα που την είχα λίγο παραμελήσει.
Από τον Ιππότη μέχρι τον Βασιλιά της Σκωτίας, υποδύεστε πρόσωπα που εκπροσωπούν την εξουσία σε έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν έτοιμα να ανατραπούν. Τι είναι αυτό που κάνει την εξουσία τόσο πρόσφορο πεδίο για κωμωδία; Και πόσο διαφορετική είναι τελικά η μεσαιωνική εξουσία από τη σημερινή;
Η εξουσία δεν αντιλαμβάνεται πόσο πραγματικά γελοία μπορεί να γίνει. Είναι γεμάτη σύμβολα, αξιώματα και μια θεϊκά δοσμένη βεβαιότητα ότι έχει πάντα δίκιο. Και όσο πιο παράλογες είναι οι αποφάσεις της, άλλο τόσο ψάχνει σοβαροφανείς δικαιολογίες για να τις στηρίξει. Και απαιτεί κι από εμάς που θα τις υποστούμε να μην φέρνουμε αντιρρήσεις αλλά να τις δεχτούμε σαν θέσφατα.

Αυτό είναι ένα εξαιρετικό υλικό για την κωμωδία. Δεν χρειάζεται καν να επινοήσεις το παράλογο. Είναι απλά μπροστά σου και στο παρουσιάζουν για αναγκαία πραγματικότητα.
Φυσικά, δεν ζούμε στον Μεσαίωνα. Έχουμε προχωρήσει και έχουμε κοινωνικές κατακτήσεις που κερδήθηκαν με αγώνες και πολύ αίμα. Ωστόσο, οι μηχανισμοί της εξουσίας και οι τρόποι που δικαιολογεί τις αντιφάσεις της, παραμένουν ιστορικά σταθεροί. Οι ισχυροί εξακολουθούν να ζητούν θυσίες από τους αδύναμους, οι προνομιούχοι να υπερασπίζονται τα κλοπιμαία τους και οι αποφάσεις που εξυπηρετούν τους λίγους να παρουσιάζονται ως αναγκαίες για το καλό όλων. Στον Μεσαίωνα ο βασιλιάς εξέδιδε ένα διάταγμα και ο λαός όφειλε να υπακούσει. Σήμερα πριν την υπακοή και τα ματ, προηγείται μια συνέντευξη Τύπου. Εντυπωσιακή πρόοδος κυρίως στην επικοινωνία.

Η παράσταση συνομιλεί με το ανατρεπτικό σύμπαν των Monty Python, χρησιμοποιώντας το γέλιο για να μιλήσει για την κοινωνική αδικία, την εξουσία και την επανάσταση. Πιστεύετε ότι σήμερα γελάμε με την εξουσία επειδή αισθανόμαστε πως μπορούμε να την αμφισβητήσουμε ή επειδή δυσκολευόμαστε να την αλλάξουμε;
Μαρία Μπαλούτσου: Γελάμε με την εξουσία, γιατί την έχουμε απομυθοποιήσει. Δεν την εμπιστευόμαστε, δεν θεωρούμε τους κυβερνώντες πιο σπουδαίους από μας, ή ότι έχουν ένα επίπεδο έστω. Είναι πλέον άνθρωποι πολλές φορές κατώτεροι μας και αυτό αποτυπώνεται ακόμα και στον τρόπο που τους ακούμε να μιλάνε. Γελάμε, γιατί οι ίδιοι γελοιοποιούν τους εαυτούς τους δημόσια. Αυτό βέβαια είναι εξαιρετικά θλιβερό. Ίσως όμως και να είναι αυτό που οδηγεί τους χαρακτήρες μας να επαναστατήσουν ενάντια στον Βασιλιά τους.
Γιώργος Ντούσης: Και τα δύο, κι επίσης σημαντικό ότι γελώντας με την εξουσία μπορούμε με έναν τρόπο να την αμφισβητήσουμε, έστω και για μια στιγμή. Το χιούμορ μπορεί να αμφισβητήσει κάθε απολυτότητα, κάθε σύμβολο και κάθε “εθνική διακήρυξη” της εκάστοτε εξουσίας σε δευτερόλεπτα. Αυτό αγαπάμε στους Monty Python. Δεν σατιρίζουν απλώς τους εκπροσώπους της εξουσίας, αλλά αμφισβητούν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόλυτη εικόνα τους. Ανατρέπουν ιεραρχίες, θεσμούς και αντιμετωπίζουν με καχυποψία οτιδήποτε απαιτεί υπακοή. Βέβαια, το γέλιο δεν είναι επανάσταση. Πολλές φορές λειτουργεί και ως βαλβίδα εκτόνωσης με την ανοχή της εξουσίας, να γελάσουμε με όσα μας εξοργίζουν και την επόμενη μέρα να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Αλλά μπορεί να γίνει και η αρχή της αμφισβήτησης. Δεν ξέρουμε αν το θέατρο μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Ξέρουμε όμως ότι μπορεί να μην τον πάρει στα σοβαρά με τους όρους που μας το επιβάλλουν οι εξουσιαστές μας. Κι αυτό, σε μια εποχή όπου νομοθετούνται παράλογα πράγματα από τύπους κουστουμαρισμένους και με απόλυτη σοβαρότητα, δεν είναι και λίγο.
«Αν είχατε μόνο μία ευκαιρία να πείσετε κάποιον να έρθει να δει τη “Μπαλάντα ενός Ευαίσθητου Δήμιου”, τι θα του λέγατε; Και γιατί αξίζει να περάσει ένα βράδυ παρέα με έναν δήμιο, έναν μελλοθάνατο και μια επίδοξη πλούσια χήρα;»
Μαρία Μπαλούτσου: Γιατί, πού θα τους ξαναβρεί όλους αυτούς μαζεμένους;
Γιώργος Ντούσης: Έλα το Δευτερότριτο στο θέατρο Olvio για να γελάσεις με τον Μεσαίωνα και να φύγεις έχοντας αναγνωρίσει κάτι από το σήμερα. Χωρίς να χρειαστεί, να παίξεις το κεφάλι σου.
