Τι απομένει όταν πάψεις να είσαι όλα όσα έμαθες να είσαι; Σ’ αυτό το ερώτημα καλείται να απαντήσει ο Ορέστης που στέκεται και για πρώτη φορά μιλά σ’ έναν κύκλο Ανώνυμων Εξαρτήσεων. Είναι αλκοολικός αλλά όσο μιλά αυτό μοιάζει σαν να χάνει τον «θρόνο» μέσα του.

Ο Διονύσης (Ντένης) Μακρής για πρώτη φορά γράφει και ερμηνεύει τον δικό του έργο «Ο Κύκλος των Ανώνυμων Εξαρτήσεων», που συν-σκηνοθετεί με την Ζαφειρία Δημητροπούλου Del Angel, και μιλά για ανάγκες και προσδοκίες άλλων που γίνονται τελικά κομμάτι του εαυτού μας.

«Το έχω ερμηνεύσει ως μια δική μου διαφορετική ενηλικίωση και άλλες φορές ως κάτι το οποίο έχει μια παραπάνω ευθύνη», λέει περιγράφοντας τη μετάβαση από τη δουλειά με ομάδα πάνω σε έργα άλλων συγγραφέων σε έναν δικό του μονόλογο.

Η συνάντηση με το έργο του Εντουάρ Λουί («Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου») τα προηγούμενα χρόνια άφησε ισχυρό αποτύπωμα μέσα του και σε μια συζήτηση για τραύματα μεγάλα, βαριά και άλλα μικρά, αθώα, καθημερινά, μιλά για το σώμα μας που έχουμε μάθει να μην το ακούμε, την αναγνώριση που δημιουργεί άλλη αίσθηση του εαυτού, μια άλλη αναπνοή, αλλά και για την ανοσία με την οθόνη που τον φοβίζει.

Στον κύκλο των Ανώνυμων Εξαρτήσεων

Ξεκινά από κάποιες σκόρπιες σκέψεις του παιδιού, όπως τα βίωνε αλλά δεν ήξερε και του ενήλικα που ξέρει πια, και σταδιακά ο ήρωάς του παίρνει σάρκα και οστά και δηλώνει: «Δοκίμασα να κάνω και ψυχοθεραπεία, αλλά δεν είναι ότι με βοήθησε κι ιδιαίτερα. Δεν καταλαβαίνω τι νόημα έχει να μιλάμε για το παρελθόν έτσι γενικά και αόριστα. Εδώ στο γκρουπ έχει ένα νόημα, γιατί μιλάμε για συγκεκριμένα πράγματα. Θεωρώ ότι είχα μια πολύ φυσιολογική παιδική ηλικία…», λέει και βουτάει στον κύκλο των Ανώνυμων Εξαρτήσεων.

«Είναι αρκετά προσωπικό, έχει όμως και στοιχεία μυθοπλασίας», αναφέρει ο Ντένης Μακρής. «Μάλιστα μετά την παράσταση “Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου” του Εντουάρ Λουί που παρουσιάσαμε με την Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων τα προηγούμενα χρόνια, επιβεβαιώθηκε μέσα μου κάτι πολύ συγκεκριμένο σε σχέση με το πώς θέλω να αντιμετωπίζω τον εαυτό μου επί σκηνής, αλλά και γενικότερα. Αυτό το είδος κειμένου του Λουί, το τόσο προσωπικό και ειλικρινές, το οποίο λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους, μου μετακίνησε κάτι πολύ πυρηνικό και έτσι ήθελα με έναν αντίστοιχο προσωπικό τρόπο να μιλήσω για τις δικές μου βαθύτερες σκέψεις, για τον τρόπο που μεγαλώνουμε, για τον τρόπο που σκεφτόμαστε, για τον τρόπο που οριζόμαστε από διάφορες ταυτότητες και συμπεριφορές, ενώ στην ουσία πολλές φορές είναι φίλτρα. Είναι πράγματα που έχουν μπει στην πορεία των χρόνων από ανάγκες ή προσδοκίες άλλων και τα θεωρούμε μετά από ένα σημείο κομμάτι του εαυτού μας. Γι’ αυτό και είναι πολύ δύσκολο να τα εντοπίσεις, να τα καταλάβεις, να τα διαχωρίσεις. Και κάπως έτσι ξεκινάει αυτό το έργο. 

Η βασική συνθήκη του έργου είναι ένα γκρουπ με εξαρτήσεις από οτιδήποτε. Ξεκινά με αυτόν τον άνθρωπο να σηκώνεται για να μιλήσει για τη δική του εξάρτηση, που είναι ο αλκοολισμός. Στην πορεία αποκαλύπτεται ότι αυτό δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου. Έχει φυσικά δύσκολες στιγμές, αλλά έχει και πολύ αστείες. Είναι ένας άνθρωπος που αυτό που τον χαρακτηρίζει είναι οι βεβαιότητες που έχουμε όλοι για τα πράγματα. Λέει : «Ναι, πίνω και έχω καταλάβει ότι πίνω, αλλά για να είμαι εδώ, σίγουρα δεν έπινα μόνο για να περνάει η ώρα. Κάτι έχει αρχίσει να ενοχλεί και μένα και το σώμα μου». Αυτό το κέλυφος λίγο λίγο ανοίγει μέσα από την έκθεση. Έχει προηγηθεί κι ένα γεγονός εκείνο το πρωί που τον έχει τρομάξει, το έχει κάνει να μετακινηθεί ακόμα περισσότερο. Κι ενώ τόσο καιρό που πήγαινε δεν σηκωνόταν να μιλήσει, σήμερα λέει: «Θα σηκωθώ». 

Είναι μια αφορμή να συναντηθεί κι αυτός με ανθρώπους και με τις εξαρτήσεις τους. Όλων των ειδών. Αυτά τα αθώα, τα υποδόρια, τα αδιόρατα που όλοι μπορεί να έχουμε, χωρίς απαραίτητα να τα θεωρούμε αρνητικά ή κακά. Όπως ας πούμε το να κόβω τα πετσάκια μου ή να πίνω πολλά αναψυκτικά, που αναφέρονται κι αυτά. Το αποσυμφορητικό σπρέι που πολλοί εθίζονται σε αυτό. Τα κινητά ή η εξάρτηση με τη δουλειά μου, το να είμαι συνέχεια παραγωγικός, η εξάρτηση από ανθρώπους, απ’ το σεξ, από σχέσεις. Και σιγά σιγά καταλαβαίνουμε ότι οι εξαρτήσεις είναι πολλών ειδών τελικά. Και μετά αυτό βαθαίνει λίγο λίγο και μπορεί να είναι και η προσδοκία να είμαι καλό παιδί, να αρέσω, να αγαπιέμαι. Δεν τα ονομάζει ποτέ έτσι. Ίσως λίγο προς το τέλος σαν να ξεπροβάλλει μια πιθανότητα, σαν κάτι να καταλαβαίνει. Μια υποψία ότι τελικά μπορεί πάντα να προσπαθούσε να είναι το καλό παιδί, να είναι ο καλός μαθητής, να είναι λειτουργικός στην κοινωνία, αυτός που τα κάνει όλα σωστά. Σαν να καταρρέει λίγο το οικοδόμημα του αλκοολισμού και ν’ αρχίζει να το ξανακοιτάζει με άλλα μάτια. Και ίσως να αφήνει κι ένα υπονοούμενο ότι από σήμερα και μετά μπορεί να μην ξαναπιεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα διατηρηθεί. Ούτε εγώ δεν το ξέρω αυτό.»

Μια κοινωνία εξαρτήσεων

Κάπου εκεί ανάμεσα σε τραύματα μεγάλα, βαριά και μικρά, αθώα, καθημερινά, που όλοι έχουμε, φαίνεται να σχηματίζεται μια κοινωνία εξαρτήσεων-εξαρτημένων.

«Γι’ αυτό τελικά κράτησα κι αυτόν τον τίτλο, παρόλο που δεν ήταν ο αγαπημένος μου. Δεν μπορούσα να βρω και κάποιον άλλον. Είναι αυτό που κατακλύζει διαρκώς τη σκέψη μου, αλλά και αυτό που ακούω από τους άλλους. Μονίμως τέτοιες μικρές, αθώες ή μεγαλύτερες εξαρτήσεις. Απλώς η λέξη έχει αποκτήσει έναν πιο βαρύ χαρακτήρα, ενώ την ίδια στιγμή είναι και μέρος μιας καθημερινότητας, είναι και δίπλα μας, γύρω μας, πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Είναι μια μορφή μικρού μουδιάσματος, λίγο από εδώ, λίγο από εκεί. Σαν τη μαϊμού: πριν αφήσω το ένα κλαδί, πιάνω το επόμενο για να μπορώ να συνεχίσω. Είναι αυτό που λέει ο Γκαμπόρ Ματέ, που μ’ αρέσει: τα τραύματα με “τ” μικρό και τα τραύματα με “Τ” κεφαλαίο. Σίγουρα είναι τα μεγάλα και τα βαθιά, τα κακοποιητικά που μπορεί να στιγματίσουν τη ζωή ενός ανθρώπου. Και είναι κι αυτά που όλοι έχουμε και θεωρητικά μοιάζουν αθώα. Εκείνα τα μικρά που έχουν χτίσει προσωπικότητες, έχουν διαμορφώσει ανθρώπους και τελικά δημιουργούν αυτές τις “αθώες” εξαρτήσεις.

Είναι πολύ μακριά και πολύ κοντά μας ταυτόχρονα. Έχω φίλους και γνωστούς που μπορεί να μην θεωρούνται εθισμένοι βαριά σε κάτι, είναι λειτουργικότατοι στην καθημερινότητά τους, δουλεύουν, αλλά έχουν μια σταθερή σχέση με κάποιες ουσίες. Εγώ δεν έτυχε να έχω ποτέ μια τέτοια σχέση, αλλά καταλαβαίνω τον δρόμο που μπορεί να σε πάει εκεί. Λίγο το να μένεις στο σπίτι, λίγο η μοναξιά, λίγο μια δυσκολία με τη ζωή, με τα λεφτά, δεν θέλει και πολύ. Ή με το AI ας πούμε, αυτή η ψευδαίσθηση της παρέας και της συντροφιάς, ότι κάτι μου κρατάει το χέρι ή μου μουδιάζει λίγο τον πόνο, τις σκέψεις… Ακόμα και με το Netflix μπορεί να συμβεί, με τις σειρές. Όλα αυτά αν τα δεις λίγο στη ρίζα τους, δεν είναι και απίθανο να δεις μια ανεπαίσθητη, ασυνείδητη διάθεση για μούδιασμα. Εξαρτάται βέβαια και πόσο ειλικρινής θες να είσαι με τον εαυτό σου.

Σήμερα υπάρχει μία εγρήγορση, μία ενημέρωση σε σχέση με όλα αυτά, αλλά βρισκόμαστε και σε μια αγωνία να τα λέμε και να τα κάνουμε όλα σωστά. Οι γονείς είναι πολύ αγχωμένοι να μην πληγώσουν με τον τρόπο που πληγώθηκαν κι οι ίδιοι κι έτσι γινόμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί. “Πώς θα το πω; Μην το πω έτσι αυτο, να προσέξω…“. Το καταλαβαίνω, αλλά από τη δική μου παρατήρηση και αυτό ίσως να είναι ένα άλλο άκρο. Θέλει μια ψυχραιμία. Να δημιουργηθούν κάποιοι κανόνες, που τους χρειάζεται ένα παιδί, αλλά και μια ειλικρινής επικοινωνία μαζί του, με σεβασμό στο σώμα του και σε όσα νιώθει. Ακόμα και το “Φάε, φάε το φαγητό σου“, είχε για μένα πάντα μια βία: σε μαθαίνει να μην ακούς το σώμα σου. “Φάε, φάε” για να τελειώσεις το πιάτο χωρίς να σου δίνεται ο χώρος να μάθεις ν’ ακούς εσύ ο ίδιος αν χόρτασες τελικά ή όχι. Αυτές οι φαινομενικά αθώες φράσεις μπορούν να δημιουργήσουν τρομερή πίεση. Και κάπως έτσι μπορεί να μεγαλώσει ένας άνθρωπος που δυσκολεύεται να ακούσει το σώμα του. Δεν έμαθε να το ακούει στις απλές, καθημερινές στιγμές κι όταν συμβαίνει κάτι δύσκολο, κάτι μεγάλο, δεν ξέρει πώς να αφουγκραστεί τα συναισθηματά του, πώς ένιωσε ή πώς να φερθεί.

Δεν μπορείς να τα σβήσεις αυτά και είναι οκ. Δηλαδή, ακόμα κι αν μπορούσε και κάποιος να μεγαλώσει σε μια φούσκα, σε μια γυάλα, ούτε αυτό θα ήταν υγιές. Είναι μέρος της ζωής, της ατομικότητάς μας, του εγώ μας. Το θέμα είναι πώς τα αναγνωρίζουμε και τα ονομάζουμε, γιατί συνήθως ζούμε σε άγνοια, χωρίς να τα αντιλαμβανόμαστε. Θεωρούμε ότι έτσι είμαστε. “Είμαι το καλό παιδί, είμαι ο οξύθυμος, είμαι ο αντιδραστικός”. Η αναγνώριση δημιουργεί έναν άλλο χώρο, μια άλλη αίσθηση του εαυτού. Κάτι αλλάζει σε αυτές τις βεβαιότητες που έχουμε για τη ζωή, που σου έλεγα πριν. Αυτό δημιουργεί μια άλλη αναπνοή. Η σχέση με τον εαυτό μου διαμορφώνει και την αντίστοιχη σχέση που θα αποκτήσω με τον άλλο. Κι έτσι, όσο αναγνωρίζεις εσένα, αρχίζεις να αναγνωρίζεις και τον άλλο και να τον κατανοείς περισσότερο».

Σώμα – Ένας άλλος, ολόκληρος τόπος

Μιλώντας για τη σωματικότητα, ένα βασικό κομμάτι της ερμηνείας του μέσα στα χρόνια, που σε αυτή την παράσταση λειτουργεί σαν δεύτερος αφηγητής, περιγράφει την εικόνα ενός αεικίνητου παιδιού που μεγάλωσε με την ανάγκη να εξελίσσει το σώμα του διαρκώς, αναγνωρίζοντας ότι δεν είναι απλώς ένα εργαλείο, αλλά πολλά παραπάνω. Ένας άλλος, ολόκληρος τόπος που μαζί με τη σκέψη γίνεται ένα σύμπαν μαγικό.

«Ήταν πολύ συγκεκριμένη η σχέση μου με το σώμα και πολύ καθαρή. Από μικρός ήμουν σε μια ημίτρελη κατάσταση, αεικίνητος, πολύ ανήσυχος. Το σώμα μου διψούσε και κυνηγούσε διαρκώς το παιχνίδι και την ένταση, την ένταση του παιδιού. Ήθελε διαρκώς να είναι σε κίνηση, να παίζει, να χορεύει, να υπάρχει μέσα από το σώμα, χωρίς να ξέρω συνειδητά ότι το σώμα μου διψάει για όλα αυτά. Ήταν μια αυτονόητη κατάσταση. Μεγαλώνοντας άρχισα να υποθέτω και να κατανοώ ότι είναι μέρος μιας εσωτερικής, γενικότερης ανησυχίας να συναντήσω κάτι, να ενωθώ με κάτι. Και αυτή η ενέργεια που υπήρχε στο σώμα, νιώθω ότι ήταν συνδεδεμένη άρρηκτα και με αυτή την πιο εσωτερική μου δίψα και λαχτάρα για ένωση, για κατανόηση, για απαντήσεις. Αυτά συνεχίζουν να συνυπάρχουν και ως δύο και ως ένα κι όποτε ενώνονται λάμπουν και τα δυο ξεχωριστά και μαζί. 

Μπαίνοντας στο θέατρο, αντιλήφθηκα πόση σχέση έχει τελικά το σώμα με τον λόγο, με την αφήγηση, με τη σκέψη, με την ανάγκη που έχω να πω μια ιστορία. Κι έτσι επιβεβαιώθηκε εκείνη η πρώτη μου υπόθεση. Είναι αναπόφευκτα ένα. Από το πώς θα κουνήσω τα δάχτυλά μου, πώς θα τρέξω, πώς θα περπατήσω, πώς θα υπάρξει μια άπνοια άρα μια ακινησία. Και πώς όλα αυτά τα σωματικά θα συνδεθούν με την εσωτερικότητα, τη σκέψη, την ανάγκη, τη διάθεση να μη μιλήσω εκείνη την ώρα. Πώς μιλάω όταν το σώμα είναι ακίνητο ή πώς μιλάω όταν τρέχει; Πώς κινείται το μέσα σε σχέση με το έξω και πώς το αντίστροφο. Στην ομάδα όλα αυτά τα χρόνια δουλεύαμε έτσι, εξού και το όνομα η Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων. Τα ”μικρά” πράγματα ήταν ακριβώς αυτά: ο λόγος, η κίνηση και η μουσική.

Δυστυχώς την ίδια στιγμή μεγαλώνουμε αποκομμένοι από το σώμα, είτε λόγω της οθόνης είτε λόγω των φόβων. Αρχίζει και κλείνει το σώμα και είναι εμφανές στη ζωή, πόσο μάλλον και στη σκηνή. Πολλοί ηθοποιοί είναι αποκομμένοι από το σώμα, καμιά φορά και συνειδητά, γιατί δεν θεωρούν ότι αφηγείται διαρκώς, μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Είναι όμως σπουδαίος αυτός ο τόπος όπου το σώμα συναντάει τη σκέψη, την ανάγκη και συνομιλούν. Για μένα είναι ένα σύμπαν μαγικό.

Θέλω να πιστεύω ότι μειώνονται οι άνθρωποι που είναι σε μια απόλυτη άγνοια με το σώμα τους. Υπάρχουν πάρα πολλοί. Στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε τι μας γίνεται με το σώμα μας, αλλά λίγο λίγο αυξάνονται και οι άνθρωποι που έστω αναρωτιούνται «τι κάνω τελικά στο σώμα μου;». Πώς του φέρομαι έτσι, τι τρώω, τι σχέση έχω με τα συναισθήματά μου ή πώς απάντησα στον άλλον τελικά; Ή ακόμα πιο λεπτά αν το πάμε και με τις σκέψεις μας τις ίδιες. Τι σκέψεις κάνω στο σπίτι μόνος μου ή πριν κοιμηθώ. Που εκεί κι αν έχει βία, η ίδια μου η σκέψη απέναντι στον εαυτό μου.

Εδώ ο ρόλος ξεκινάει με αφορμή ένα πιο κλειστό σώμα αρχικά, οπότε έχει μια σωματικότητα με πιο σκληρά, πιο κλειστά χαρακτηριστικά. Μπορεί να μην μοιάζουν με πιο χορευτικά-σωματικά χαρακτηριστικά ή με στοιχεία τα οποία μπορεί να έχουν μια πιο εξωστρεφή αίσθηση, αλλά και αυτά τα πιο κλειστά, τα οποία μπορεί να είναι διογκωμένα, δημιουργούν ένα σύμπαν και έναν κόσμο που είναι γοητευτικός. Ανακάλυψα και εκεί πολύ ωραίες σωματικές ποιότητες που είτε έχουν έξαρση, είτε είναι μαλακές, είτε είναι χαμηλές, είτε είναι δυνατές και δημιουργούν μια τρομερή πυκνότητα και εκρηκτικότητα στον χώρο από άλλη μεριά.»

Μια διαφορετική ενηλικίωση

Από μικρή ηλικία προσπαθούσε να γράφει, να εκφράζεται μέσα από τις λέξεις φλερτάροντας με την ποίηση στην πιο κλασική αλλά και στην πιο ελεύθερη μορφή της. Θεατρικά μεταβαίνοντας από έργα άλλων συγγραφέων στο δικό του κείμενο και από την δουλειά στην ομάδα στον μονόλογο, ζει μια δική του, διαφορετική ενηλικίωση.

«Είναι ένα κομβικό σημείο γιατί όντως υπάρχει μια μετάβαση από αυτό που έκανα μέχρι τώρα, δουλεύοντας πάνω σε έργα άλλων συγγραφέων ή με συγκεκριμένες ομάδες. Τώρα ούτε το ένα ισχύει ούτε το άλλο και αυτό το χαίρομαι και το θέλω πολύ. Το περίμενα, χωρίς να σημαίνει ότι το προηγούμενο με ταλαιπωρούσε. Το αντίθετο. Μιας που ήρθε η ώρα του όμως, χαίρομαι που γεννιέται έτσι αβίαστα και οργανικά, χωρίς να το πιέσω. Το έχω ερμηνεύσει ως μια δική μου διαφορετική ενηλικίωση. Άλλες φορές το βλέπω ως κάτι που έχει μια παραπάνω ευθύνη. Σίγουρα έχει πολλή χαρά, ανυπομονησία και προσμονή για κάτι πιο προσωπικό, πιο αυτάρκες, αυτόνομο. Το έχω ανάγκη να το κάνω για μένα, γιατί είναι και μέρος αυτού που συζητάμε: των όποιων αθώων εξαρτήσεων μπορεί να έχω καλλιεργήσει κι εγώ στη ζωή μου και άρα και στη δουλειά. Του πώς έχω μάθει να υπάρχω μέσα από άλλους συγγραφείς, μέσα από άλλες ομάδες, μέσα από καταστάσεις που μπορεί να μοιάζουν πιο ασφαλείς.

Ποτέ δεν λέω ποτέ, αλλά δεν νιώθω, τουλάχιστον τώρα, ότι ανοίγει κάποια συγγραφική καριέρα. Εγώ ήθελα πολύ να μιλήσω γι’ αυτά, δεν νιώθω ότι μετά από αυτό θα έρθει άμεσα τουλάχιστον κάτι άλλο. Μπορεί να έρθει, αλλά αυτό μοιάζει τόσο πηγαίο που ίσως να είναι και μοναδικό. Ούτε το κομμάτι της σκηνοθεσίας το βιώνω έτσι. Δεν μου λείπει. Αν έρθει, θα έρθει όπως ήρθε και η ανάγκη να γράψω.»

«Στις συναντήσεις… εκεί είναι όλα»

Κοιτώντας πίσω, τον χρόνο που περνάει, τα 16 χρόνια από τότε που αποφοίτησε από το Εθνικό Θέατρο, αυτό που παραμένει αμετάβλητο είναι η ανάγκη για σύνδεση. Και αυτό είναι που τον γεμίζει με ελπίδα.

«Δεν έχουν αλλάξει πολλά από τότε. Η βασική προτεραιότητα που είχα και τότε και τώρα, που με οδήγησε στο θέατρο και με οδηγεί ακόμα, είναι αυτή η πολύ πηγαία, ατόφια ανάγκη για σύνδεση, για επικοινωνία, για επαφή. Για έναν κοινό τόπο όπου συνεννοούμαστε, που μας φέρνει κοντά κάτι ανώτερο από εμάς και μέσα απ’ αυτό ανεβαίνουμε κι εμείς. Κάπου είχα διαβάσει ότι οι σχέσεις σχηματίζουν πάντα ένα τρίγωνο. Εμείς οι δυο και κάτι ακόμα: ένας έρωτας, ένα παιδί, μια δουλειά, μια δημιουργία, κάτι κοινό. Αυτό το κοινό που σε συνδέει με τον άλλο βαθιά, είναι για μένα αυτό που με κινούσε πάντα. Κάτι που μικραίνει λίγο το εγώ σου, σε βγάζει από εσένα και σε επιστρέφει με έναν πιο υγιή τρόπο, γιατί πια βάζεις το εαυτό σου στην υπηρεσία του όποιου κοινού σκοπού. Άρα, είτε είναι το κείμενο, είτε οι συνεργάτες, είτε η εμπειρία, αυτό είναι το βασικό κριτήριο. 

Απλώς μικρότερος μπορεί να ήμουν λίγο πιο σκληρός, λίγο πιο κλειστός. Να ήταν λίγο πιο κοντόφθαλμη η σκέψη μου σε σχέση με κάποια πράγματα. Να θεωρούσα ότι άμα ανοιγόμουν οπουδήποτε θα έχανα κάτι από την προσωπικότητά μου, απ’ την ιδεολογία που είχα τότε, τη σημαία που νόμιζα ότι κρατούσα. Μεγαλώνοντας δεν είναι ότι αυτά χάνουν την αξία τους, αλλά καταλαβαίνεις ότι δεν εξαρτάται ολόκληρη η ζωή σου από μια σημαία, από μια ιδέα. Είσαι αυτό που είσαι και αν αλλάξουν ή μετακινηθούν κάποια πράγματα, δεν σημαίνει ότι μετακινείσαι και εσύ. Γι’ αυτό δυσκολεύομαι πολλές φορές με τις ιδεοληψίες, τους δογματισμούς. Αυτές οι σημαίες και οι πολύ έντονες στάσεις απέναντι στα πράγματα είναι που δημιουργούν τα κλειστά μυαλά. Δεν λέω, από την άλλη βέβαια, να είμαι όπου φυσάει ο άνεμος, να είμαι καλά με τα πάντα. Προφανώς κι έχω προτιμήσεις, αλλά όχι με εκείνον τον κλειστό, στενό τρόπο που είχα τότε. Κάπως σαν να δυνάμωσε λίγο ένας δικός μου άξονας.

Παρόλα αυτά με φοβίζει το ίδιο μου το μυαλό, οι ίδιες μου οι σκέψεις. Μια αίσθηση μικρών συνηθειών που μπορούν να δημιουργήσουν κάτι μη αναστρέψιμο. Να γίνομαι ας πούμε σιγά σιγά ένας άνθρωπος που «βολεύεται» κάπου. Σίγουρα με φοβίζουν οι απότομες αλλαγές, τα σοκ. Να χάσεις ξαφνικά, από τη μια μέρα στην άλλη, κάτι πολύ ζωτικό: έναν άνθρωπο ή κάτι από σένα, από το σώμα σου. Κάπως συνδέονται για μένα αυτοί οι φόβοι, με την αίσθηση οτί μπορεί να χάσω κάτι και να μην μπορώ να επιστρέψω. Να πάθω ας πούμε ανοσία με την οθόνη και να μην ξαναγυρίσω ποτέ σε μια ηρεμία, να κοιμάμαι και να ξυπνάω με μια οθόνη.

Ελπίδα βρίσκω στις συναντήσεις θα πω ξανα. Στις μικρές και στις μεγάλες ενώσεις με τους άλλους και με τον εαυτό μου. Εκεί είναι όλα. Εκεί ξεχνάω και οθόνες και τα πάντα. Όταν είμαι στη σιωπή με τον εαυτό μου και απλώς αναπνέω ή και με κάποιον άλλον, είτε μιλάμε είτε όχι, η σύνδεση μπορεί να είναι τόσο πηγαία, τόσο αβίαστη, που ο χρόνος παύει να υπάρχει. Κι η ένωση αυτή μοιάζει τότε, το πιο φυσικό και αδιαπραγμάτευτο σπίτι που είχα ποτέ.»

Info

«Ο Κύκλος των Ανώνυμων Εξαρτήσεων» | Θέατρο ΜΕΤΣ

*Ευχαριστούμε το Sympan (Αιτωλικού 7, Πειραιάς 185 45) για τη φιλοξενία και τη διάθεση του χώρου του για τη φωτογράφιση.