Τι κάνεις όταν ο κόσμος γύρω σου καταρρέει; Φεύγεις, αντιστέκεσαι, θυσιάζεσαι ή προσπαθείς να σώσεις ό,τι έχει απομείνει, ακόμη κι αν χρειαστεί να προδώσεις όσα πιστεύεις; Τέσσερις άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι με αυτό το ερώτημα στην «Τσακουάλα», τη νέα θεατρική δουλειά του Γιώργου Βουρδαμή, που κάνει πρεμιέρα στο Θέατρο Θησείον. Με αφετηρία τη βραβευμένη συλλογή διηγημάτων «Κάτι θα γίνει, θα δεις» του Χρήστου Οικονόμου (Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, 2011), ο σκηνοθέτης επιστρέφει, μετά τη «Νοχαβελάνδη», με μια παράσταση για τους ανθρώπους που προσπαθούν να υπερασπιστούν τα τελευταία κομμάτια του κόσμου τους. Έναν κόσμο που μπορεί να έχει τις ρίζες του στις εργατικές γειτονιές του Πειραιά και των δυτικών προαστίων, αλλά στη σκηνή αποκτά υπαρξιακή διάσταση.
Με αφορμή την παράσταση, συζητάμε με τον Γιώργο Βουρδαμή για τη μεταφορά του λογοτεχνικού κόσμου του Χρήστου Οικονόμου στο θέατρο, τη βία και τα αδιέξοδα της σύγχρονης πραγματικότητας, τη μνήμη ενός κόσμου που χάνεται και τις μικρές πράξεις αντίστασης που μας επιτρέπουν να συνεχίζουμε να ελπίζουμε.

Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Τι σημαίνει “Τσακουάλα”; Και γιατί επιλέξατε αυτή τη λέξη για τίτλο της παράστασης;
Η Τσακουάλα είναι ένα είδος σαύρας. Αυτό που την ξεχωρίζει είναι ότι, όταν απειλείται, φουσκώνει τα πνευμόνια της και σφηνώνει σε σχισμές βράχων, ώστε να μην μπορεί να την ξεκολλήσει ο εχθρός της. Ο συγγραφέας την αναφέρει σε ένα από τα διηγήματά του και εμείς την κρατήσαμε στο μυαλό μας ως ένα παράδειγμα αντίστασης. Σαν έναν τρόπο απάντησης στον βίαιο και καταστροφικό κόσμο που μας περιβάλλει. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, η έσχατη λύση αντίστασης. Όταν δεν έχεις πώς να γλιτώσεις από κάτι που σε απειλεί, βάζεις μπροστά το ίδιο σου το σώμα.
Η Τσακουάλα βασίζεται στη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις». Πώς συναντηθήκατε με το βιβλίο και τι σας έκανε να θελήσετε να μεταφέρετε τον κόσμο του στη σκηνή; Συστήστε μας και τους τέσσερις ανθρώπους που βρίσκονται στο κέντρο της παράστασης.
Το βιβλίο το έφερε στο «τραπέζι» ο Χρήστος Κοντογεώργης. Ήταν μια ιδέα της Καλλιόπης Παναγιωτίδου, που το είχε διαβάσει και μας το πρότεινε. Με τον Χρήστο μεγαλώσαμε και σπουδάσαμε μαζί θέατρο και υπήρχε πάντα η σκέψη να δουλέψουμε κάποια στιγμή μαζί. Ο κόσμος των διηγημάτων είναι τα δυτικά προάστια, στα οποία έχουμε μεγαλώσει κι εμείς, κι έτσι, με έναν τρόπο, νιώσαμε ότι μας αφορά. Ότι μιλάει για έναν κόσμο κοντινό μας. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι συγκινηθήκαμε από τον κόσμο του Οικονόμου και κάπως έτσι πέσαμε στην «παγίδα» να προσπαθήσουμε να φέρουμε αυτά τα διηγήματα στη σκηνή.
Οι τέσσερις άνθρωποι που βρίσκονται στο κέντρο της δικής μας διασκευής είναι ένα αντρόγυνο που βρίσκεται σε σύγκρουση: ο άντρας θέλει να φύγουν και να σωθούν, ενώ η γυναίκα θέλει να μείνουν και να αντισταθούν. Είναι ο μικρός αδελφός του άντρα, που επιλέγει την αντίσταση και τελικά καταστρέφεται μέσα σ’ αυτήν. Και ένας οικογενειακός φίλος, ο οποίος τους προδίδει, πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα προστατεύσει τον κόσμο τους και θα αποφευχθεί η καταστροφή. Με έναν τρόπο είναι τέσσερις διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: τι κάνεις όταν ο κόσμος σου απειλείται; Φεύγεις; Αντιστέκεσαι; Θυσιάζεσαι; Ή προδίδεις, πιστεύοντας ότι έτσι θα σώσεις ό,τι μπορεί να σωθεί;

Τα διηγήματα του Οικονόμου έχουν μια πολύ ιδιαίτερη γλώσσα, αλλά και έναν κόσμο βαθιά ριζωμένο στις γειτονιές του Πειραιά και των δυτικών προαστίων. Πώς μεταφέρεται αυτός ο κόσμος στη σκηνή χωρίς να χαθεί η αίσθηση του τόπου και, κυρίως, χωρίς οι ήρωές του να μετατραπούν σε “κοινωνικούς τύπους”;
Ο τόπος έχει αντιμετωπιστεί αρκετά αφαιρετικά. Οι χαρακτήρες είναι περισσότερο σαν ζωάκια κλεισμένα σε έναν τόπο που ρημάζει. Δεν είναι αναγκαστικά άνθρωποι των δυτικών προαστίων, παρόλο που εκεί τοποθετούνται μέσα στα διηγήματα και στην παράστασή μας. Είναι άνθρωποι της εργατικής τάξης, αλλά με έναν πιο, συμβολικό, τολμώ να πω, τρόπο. Σιγά σιγά καταλαβαίνω ότι δουλεύω με έναν τρόπο αρκετά αποδομητικό. Προσπαθώ να αφαιρώ από τα πράγματα τα ταυτοτικά τους στοιχεία, ώστε να μένει, κατά κάποιον τρόπο, ο υπαρξιακός τους πυρήνας. Να μην έχει τόση σημασία πού ακριβώς είναι αυτοί οι άνθρωποι, αλλά τι τους συμβαίνει όταν βρίσκονται αντιμέτωποι μ’ ένα αδιέξοδο όταν τους αφήσεις μόνους απέναντι σε αυτό που τους απειλεί.
Υπάρχει κάτι πολύ δυνατό στη φράση «υπερασπίζονται τα τελευταία κομμάτια του κόσμου τους». Ποια είναι αυτά τα κομμάτια για τους δικούς σας ήρωες; Η αξιοπρέπεια, οι σχέσεις, η μνήμη, η αίσθηση ότι εξακολουθούν να έχουν κάποια επιλογή;
Οι σχέσεις, η μνήμη και η ελπίδα, μου έρχεται να πω αυθόρμητα. Οι σχέσεις είναι από τα λίγα πράγματα που τους κάνουν να παραμένουν άνθρωποι. Μέσα από αυτές διαπραγματεύονται, κατά κάποιον τρόπο, την ανθρωπιά τους. Είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται, αγαπούν, συγκρούονται, προδίδουν ο ένας τον άλλον, αλλά και προσπαθούν να κρατηθούν ο ένας από τον άλλον. Μετά είναι η μνήμη. Η μνήμη ενός κόσμου που χάνεται. Μια μνήμη ατελής και ανθρώπινη, που δεν καταγράφει απλώς το παρελθόν αλλά κουβαλάει μαζί της την εμπειρία του. Μια αναλογική μνήμη, με μυρωδιές, συναντήσεις, τραγούδια και παρέες. Σε αντίθεση με μια ψηφιακή μνήμη, καταγραφική, αλάνθαστη και παντοδύναμη. Και τέλος η ελπίδα που δημιουργεί πιθανότητες. Μας κάνει να ονειρευόμαστε και να παράγουμε μέλλοντα. Μας δίνει τη δυνατότητα να φανταστούμε. Και ίσως εδώ συναντάμε αυτό που ο Καστοριάδης ονομάζει «φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας»: την ικανότητά μας να φανταζόμαστε και να δημιουργούμε κόσμους που δεν υπάρχουν ακόμη.

Από τη Νοχαβελάνδη περνάτε τώρα στην Τσακουάλα. Υπάρχει ένα νήμα που συνδέει τις δύο δουλειές; Υπάρχουν άνθρωποι ή καταστάσεις που διαπιστώνετε ότι σας απασχολούν ξανά και ξανά ως σκηνοθέτη;
Υπάρχει ένα νήμα, κυρίως στον τρόπο σκηνοθεσίας και στην αντιμετώπιση του λόγου και του σώματος. Ξαναπροσπαθώ να ανακαλύψω τι κάνει το σώμα ανεξάρτητα από τον λόγο και τι κάνει ο λόγος ανεξάρτητα από το σώμα, και στη συνέχεια να δω πώς αυτά τα δύο μπορούν να συναντηθούν. Θεματολογικά, νομίζω ότι δεν μπορώ να ξεφύγω από το αδιέξοδο του σύγχρονου κόσμου, όπως τον νιώθω και τον βλέπω με τα μάτια μου. Ανθρώπους βίαιους και βιασμένους, που παράγουν και καταναλώνουν ασταμάτητα, ενώ η φύση γύρω τους και ο κόσμος μέσα τους καταστρέφονται. Μια προσπάθεια να καταλάβω πώς στεκόμαστε ως άνθρωποι μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει όλο και περισσότερο αδιέξοδος.


Οι ιστορίες του Οικονόμου κουβαλούν τη σκιά της οικονομικής κρίσης. Σήμερα, αρκετά χρόνια αργότερα, τι έχει αλλάξει για αυτούς τους ανθρώπους; Ή μήπως άλλαξε το λεξιλόγιο με το οποίο περιγράφουμε την επισφάλεια, αλλά όχι η ίδια η εμπειρία;
Όπως σας είπα και νωρίτερα, μάλλον αντιμετωπίζω τα πράγματα με έναν πιο αφαιρετικό ή αποδομητικό τρόπο. Η κρίση και η επισφάλεια στην παράστασή μας δεν υπάρχουν με την κυριολεκτική τους σημασία. Προσπαθούμε να βρούμε το εσώτερο πρόβλημα που βρίσκεται από κάτω: τη σχέση των ανθρώπων με τον εαυτό τους, με τους γύρω τους και με τις δυνάμεις εξουσίας που τους περιβάλλουν και τους χρησιμοποιούν ως εργατική τάξη. Έχει πραγματικά αλλάξει ο κόσμος της οικονομικής κρίσης του 2009; Αποκαλύφθηκε μια βαθύτερη κρίση και συνεχίζουμε από εκεί που το αφήσαμε; Μήπως ζούμε πλέον μέσα σε μια διαδοχή κρίσεων, σε ένα σύστημα εκμετάλλευσης και μιας καταστροφικής ανάπτυξης που συντηρεί ένα οικονομικό μοντέλο το οποίο, έτσι κι αλλιώς, μοιάζει να έχει ημερομηνία λήξης; Δεν ξέρω αν έχει αλλάξει η εμπειρία της επισφάλειας. Μάλλον όχι. Ίσως αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι έχουμε συνηθίσει να ζούμε μέσα σε αυτήν. Και τα πράγματα μοιάζουν να γίνονται όλο και πιο δύσκολα, όλο και χειρότερα.
Τι θα θέλατε να κουβαλήσει μαζί του ο θεατής βγαίνοντας από το Θησείον;
Την ελπίδα και την πιθανότητα αντίστασης σε μικρές αποστάσεις, με μικρά βήματα. Και τη γοητεία ενός κόσμου που ακόμα έχει μυρωδιές, συναντήσεις και μνήμες. Ενός κόσμου ατελούς, εύθραυστου, αλλά ακόμα ζωντανού, ανοιχτού σε απροσδόκητες πιθανότητες.

