Το ελληνικό πρωινό έχει μια ιστορία που μας συνοδεύει από την αρχαιότητα. Στην κλασική εποχή ονομαζόταν «ακράτισμα». Ήταν απλό, σχεδόν λιτό, μα ουσιαστικό: ψωμί κριθαρένιο ή σιταρένιο, βουτηγμένο σε άκρατο κρασί, δηλαδή κρασί χωρίς νερό. Δίπλα του βρίσκονταν όσα χάριζε η γη: ξερά σύκα, αμύγδαλα, καρύδια και άλλοι ξηροί καρποί, ελιές και τυρί. Όταν υπήρχε αφθονία, το τραπέζι εμπλουτιζόταν με όσπρια, όπως φακές, κουκιά και ρεβίθια σε μορφή πουρέ ή χυλού. Για γλυκύτητα χρησιμοποιούσαν το μέλι, μοναδικό γλυκαντικό της εποχής, ενώ τα φρούτα: σύκα και σταφύλια, φρέσκα ή αποξηραμένα, συμπλήρωναν τη διατροφή. Το ακράτισμα δεν ήταν πλούσιο σε ποικιλία, αλλά ήταν πλούσιο σε θρεπτική αξία. Έδινε δύναμη για την ημέρα που ξεκινούσε, ήταν δεμένο με τον τόπο και τη μνήμη του.
Στους νεότερους χρόνους, το ελληνικό πρωινό συνέχισε να έχει την ίδια σεμνή αυτάρκεια. Στα χωριά της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, η μέρα ξεκινούσε με πίτες, χορτόπιτες γεμάτες άγρια χόρτα της εποχής, τυρόπιτες με τοπικά τυριά ή μπουγάτσες που ζέσταιναν τα κρύα πρωινά. Στα νησιά, το τραπέζι είχε παξιμάδια, ελιές, φρέσκα φρούτα και ντόπια τυριά. Ο τραχανάς με φρεσκοτριμμένη φέτα, ζεστός και θρεπτικός, ήταν απαραίτητος τον χειμώνα, ενώ το γιαούρτι με μέλι και ξηρούς καρπούς παρέμενε σταθερή επιλογή σχεδόν σε κάθε σπίτι. Το ψωμί ζυμωτό, πάντα παρόν, συνοδευόταν από τυρί, μαρμελάδα σπιτική ή γλυκό του κουταλιού.

Και πάνω απ’ όλα, υπήρχαν τα βότανα. Το φλιτζάνι με τσάι του βουνού, φασκόμηλο ή φλησκούνι ήταν το πιο χαρακτηριστικό ξεκίνημα της ημέρας. Δεν ήταν τάση, ήταν παράδοση. Ήταν η καθημερινή μας επαφή με τη φύση, η μυστική γέφυρα που ένωνε τον άνθρωπο με τον κύκλο των εποχών. Το ελληνικό πρωινό ήταν πάντα λιτό, αυτάρκες και αυθεντικό. Δεν χρειάστηκε ποτέ ξένες συνταγές για να σταθεί, αρκούσε η γη και όσα εκείνη πρόσφερε.
Κι όμως, σήμερα, η εικόνα έχει αλλάξει. Ένα πρωινό που θα μπορούσε να σερβιριστεί παντού, δεν είναι ελληνικό. Στους μπουφέδες πολλών ξενοδοχείων συναντά κανείς επιλογές που θα μπορούσαν να βρίσκονται σε οποιαδήποτε πόλη του κόσμου: «μοντέρνες» γεύσεις θα έλεγα, διεθνείς τάσεις, πιάτα που εντυπωσιάζουν με τη μόδα τους αλλά δεν λένε τίποτα για την ψυχή του τόπου. Αντί, για τραχανά με τριμμένη φέτα, αυγοφέτες, παραδοσιακές πίτες, χορτόπιτες της Ηπείρου, καλτσούνια της Κρήτης ή μπουγάτσες της Μακεδονίας, εμφανίζονται γλυκίσματα ξένα στο τραπέζι μας, γαλλικά κρουασάν, αυγά ποσέ, γερμανικά λουκάνικα, ξεροψημένο μπέικον, πανκέικ και βάφλες με νουτέλα. Αντί για τσάι του βουνού, φασκόμηλο, δίκταμο ή χαμομήλι, βρίσκουμε μαύρο ή πράσινο τσάι, ροφήματα με ιστορία αλλά όχι τη δική μας. Το ελληνικό πρωινό δεν έχει ανάγκη από γεύσεις ξένες προς την ταυτότητά του, έχει τη δική του φωνή που αχνίζει σε κάθε φλιτζάνι βοτάνου.

Το ελληνικό πρωινό δεν είναι απλώς ένα γεύμα, είναι μνήμη, ταυτότητα, πολιτισμός. Οι πίτες δεν είναι μόνο φαγητό, είναι τρόπος ζωής κι έκφραση αυτάρκειας. Η Ελλάδα διαθέτει έναν πραγματικό θησαυρό προϊόντων: τραχανά, γιαούρτι, θυμαρίσιο μέλι, τυριά ΠΟΠ, παξιμάδια, χειροποίητα ζυμαρικά, γλυκά του κουταλιού, φρούτα εποχής, βότανα. Όλα αυτά δεν είναι μόνο υλικά, είναι μέρος της παράδοσης, μικρές αφηγήσεις που συνθέτουν την ιστορία του τόπου.
Και αυτό είναι που συγκινεί τον φιλοξενούμενο. Ο ταξιδιώτης δεν φτάνει σε έναν τόπο για να γευτεί το γνώριμο αλλά το αυθεντικό. Έρχεται για να γευτεί το αληθινό, το διαφορετικό, για να νιώσει ότι η γη του τόπου μιλά μέσα από το πιάτο του. Ένα ντόπιο πρωινό, με ψωμί, μέλι, πίτες, τυριά, φρούτα και βότανα, δεν είναι απλώς τροφή, είναι έκφραση πολιτισμού. Κάθε φλιτζάνι τσάι του βουνού, κάθε μπουκιά ζυμωτού ψωμιού κουβαλά μνήμη και μεταδίδει ιστορία. Το ελληνικό πρωινό είναι κομμάτι της πολιτισμικής μας συνέχειας, όπως τα μνημεία, η γλώσσα ή τα έθιμα. Όταν χάνεται πίσω από δανεισμένες συνήθειες, δεν χάνεται μόνο μια διατροφική συνήθεια, αποδυναμώνεται ένας κρίκος της αλυσίδας του πολιτισμού μας.
Η αναβίωσή του δεν είναι νοσταλγία, αλλά χρέος. Γιατί ο πολιτισμός δεν σώζεται μόνο στα μεγάλα έργα, αλλά και στις μικρές πράξεις της καθημερινότητας. Το ελληνικό πρωινό είναι μία από αυτές. Και είναι καθήκον μας να το μεταφέρουμε στις νέες γενιές, να τους μάθουμε τι σημαίνει, να το κρατήσουμε ζωντανό. Γιατί αν χαθεί από το τραπέζι μας, θα χαθεί και από τη μνήμη μας. Η απώλεια της μνήμης είναι πάντοτε η απώλεια του ίδιου του πολιτισμού.

