Λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα του “GRAUTS” στην Πειραιώς 260, η Κλεοπάτρα Μάρκου μιλά για μία από τις πιο απαιτητικές εμπειρίες της μέχρι σήμερα. Στην παράσταση του Γιάννη Μαυριτσάκη, όπου υποδύεται την Αρχηγό μιας αινιγματικής σέχτας, προσεγγίζει τον ρόλο της περισσότερο ως μια δύναμη αποσταθεροποίησης παρά σαν έναν χαρακτήρα με ψυχολογικά χαρακτηριστικά.
Η συζήτησή μας ξεκινά από το σύμπαν του έργου, τις παραισθησιογόνες αναζητήσεις της δεκαετίας του ’70 και τη σύγκρουση ανάμεσα στον έλεγχο και το χάος, για να φτάσει σταδιακά σε προσωπικά και υπαρξιακά ερωτήματα. Τι συμβαίνει όταν χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια μας; Πόσο έτοιμοι είμαστε να εγκαταλείψουμε την ασφάλεια των βεβαιοτήτων μας; Και τι σημαίνει τελικά ελευθερία σε μια εποχή που εξακολουθεί να αναζητά σωτήρες;
Για την ίδια, το “GRAUTS” ξεπερνά τα όρια μιας θεατρικής εμπειρίας. Μοιάζει με μια διαρκή αναμέτρηση με τον έλεγχο, την ευθύνη, τις βεβαιότητες και τις κατασκευές που χτίζουμε γύρω από τον εαυτό μας.

«Η Αρχηγός είναι μια δύναμη αποσταθεροποίησης»
Λίγο πριν από την πρεμιέρα, αισθάνεστε έτοιμη;
Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να πει πραγματικά ότι είναι έτοιμος. Κάθε μέρα ξυπνάς και αφουγκράζεσαι το σώμα σου. Όλα είναι υπό διαπραγμάτευση στο εδώ και τώρα. Αν πεις ότι είσαι έτοιμος, κάπως χάνεις και το παιχνίδι και την αίσθηση της πραγματικότητας. Γιατί η ίδια η ζωή σε εκπλήσσει. Ο εαυτός σου σε εκπλήσσει κάθε μέρα.
Η αλήθεια είναι ότι το θέατρο είναι ένα επάγγελμα που απαιτεί ψυχή τε και σώματι. Είναι μια διαρκώς ρευστή διαδικασία, που απαιτεί μεγάλη προσπάθεια και συνεχή εγρήγορση. Οπότε όχι, δεν θα έλεγα ότι αισθάνομαι έτοιμη. Αισθάνομαι ότι βρίσκομαι μέσα στη διαδικασία.
Η Αρχηγός της σέχτας που υποδύεστε είναι ένας ιδιαίτερα αινιγματικός χαρακτήρας. Πώς την προσεγγίσατε;
Η αλήθεια είναι ότι δεν την αντιμετωπίσαμε ως χαρακτήρα με ανθρώπινους ή ψυχολογικούς όρους. Η Αρχηγός δεν είναι ηρωίδα. Είναι μια δύναμη, μια οντότητα. Απέναντί της βρίσκεται ο Παρουσιαστής, ο οποίος εκπροσωπεί έναν κόσμο λογικής, τάξης, ελέγχου, τον κόσμο των media. Εκείνη έρχεται για να αποσταθεροποιήσει αυτό το σύμπαν και να κλονίσει τον πυρήνα του.
Δεν είναι μια μορφή που μπορεί να ταξινομηθεί εύκολα. Έχει μια ρευστότητα. Αλλάζει συνεχώς σχήματα, μεταστοιχειώνεται, μπαίνει κάθε φορά σε διαφορετικές περιοχές για να επιτελέσει τη λειτουργία της, που είναι η αποδόμηση και η αποκάλυψη.
Το έργο μοιάζει να κινείται διαρκώς ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση. Aφήνει τελικά ανοιχτό το πεδίο της ερμηνείας;
Ναι, αυτό είναι ένα από τα βασικά του στοιχεία. Η πρόθεσή μας είναι ο θεατής να αναρωτιέται συνεχώς τι είναι αυτό που βλέπει. Είναι πραγματικό; Είναι σκηνοθετημένο; Είναι μια ψευδαίσθηση; Είναι μια παραίσθηση;
Μέσα σε αυτό το πεδίο, ακόμη και η ίδια η Αρχηγός παραμένει ανοιχτή σε διαφορετικές ερμηνείες. Γιατί το υποκειμενικό μας βλέμμα δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την πραγματικότητα. Και ίσως αυτό είναι ένα από τα κεντρικά ερωτήματα του έργου: είμαστε αυτό που είμαστε ή αυτό που βλέπουν οι άλλοι σε εμάς;
Το έργο ανοίγει χώρο για πολλαπλές ερμηνείες. Δεν δίνει βεβαιότητες. Παίζει με τα όρια της πραγματικότητας και με τα όρια της αντίληψής μας. Περισσότερο βιώνεται παρά εξηγείται.

Χρονικά βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Τι σας ενδιαφέρει από εκείνη την εποχή;
Υπάρχουν στοιχεία που παραπέμπουν στην περίοδο μετά το Βιετνάμ, όταν πολλοί άνθρωποι είχαν απογοητευτεί βαθιά από τις κυβερνήσεις και τους θεσμούς και αναζητούσαν άλλους δρόμους πνευματικότητας. Τότε εμφανίστηκαν πολλά cults και χαρισματικές προσωπικότητες πάνω στις οποίες οι άνθρωποι πρόβαλλαν την ανάγκη τους για σωτηρία.
Η παράσταση αντλεί από αυτό το κλίμα. Θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα σύμπαν που να έχει μια σχεδόν παραισθησιογόνο επίδραση, όπου δεν είσαι ποτέ βέβαιος για το τι ακριβώς συμβαίνει.
Μου αναφέρατε στην αρχή της κουβέντας μας ότι πρόκειται για μία από τις πιο απαιτητικές εμπειρίες που έχετε ζήσει ως ηθοποιός. Τι είναι αυτό που κάνει το GRAUTS τόσο απαιτητικό;
Είναι μια πάρα πολύ απαιτητική παράσταση, γιατί απαιτεί τεράστια ποσά συγκέντρωσης σε διανοητικό, ψυχικό αλλά και σωματικό επίπεδο. Έχω διαρκώς την αίσθηση ότι βρίσκομαι σε μια ακροβασία. Και αυτό συμβαίνει γιατί στο έργο συγκρούονται δύο διαφορετικοί κόσμοι. Ο Μιχάλης (Βαλάσογλου) κι εγώ λειτουργούμε σαν δύο σύμπαντα που βρίσκονται σε συνεχή αντιπαράθεση. Δεν υπάρχω εγώ χωρίς εκείνον και εκείνος χωρίς εμένα. Η σχέση μας είναι ο ίδιος ο μηχανισμός της παράστασης.
Αυτή η αίσθηση της ακροβασίας υπάρχει τόσο στη φύση του έργου όσο και στη σκηνοθετική πρόταση του Γιάννη Μαυριτσάκη. Ο στόχος είναι η δημιουργία ενός ασταθούς εδάφους. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους θεατές. Αφορά πρωτίστως και εμάς τους ίδιους, τους ηθοποιούς.
Πώς ήταν η συνεργασία με τον Γιάννη Μαυριτσάκη σε μια παράσταση με τόσο ιδιαίτερη δραματουργία;
Ο Γιάννης είχε ένα πολύ συγκεκριμένο όραμα για το σύμπαν του έργου, αλλά δεν υπήρχε ένας προκαθορισμένος δρόμος για το πώς θα φτάναμε εκεί. Αυτό ανακαλυπτόταν διαρκώς μέσα στις πρόβες.
Είναι ένας εξαιρετικά οξυδερκής άνθρωπος, με μια αδιάκοπη εσωτερική φλόγα και μια διαρκή επαγρύπνηση. Μέσα από τη διαίσθηση και τη σκέψη του μάς ωθούσε συνεχώς προς την κατεύθυνση της υπέρβασης των ορίων μας, ώστε να αποκαλυφθεί σταδιακά η φύση αυτού του σύμπαντος που έχει γράψει.
Παρότι η κατεύθυνσή του ήταν πολύ συγκεκριμένη, η διαδικασία παρέμεινε ζωντανή και δυναμική. Κανείς μας δεν ήξερε από την αρχή πώς ακριβώς θα χτιστεί όλο αυτό. Το ανακαλύπταμε όλοι μαζί. Γι’ αυτό και οι πρόβες είχαν κάτι το πυρετώδες αλλά και συγκινητικό. Και συνεχίζουν να το έχουν. Ακόμη και τώρα αισθάνομαι ότι η παράσταση βρίσκεται σε μια διαδικασία διαρκούς μεταμόρφωσης.
«Το έργο σε καλεί να μπεις σε ένα κανάλι μη ελέγχου»
Παρότι το έργο αντλεί στοιχεία από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, μοιάζει να συνομιλεί έντονα με το σήμερα. Ποιό είναι το θέμα, ανάμεσα στα πολλά που φέρνει στο παρόν μας και σας αφορά περισσότερο προσωπικά;
Ένα από τα θέματα που προσωπικά με κραδαίνουν περισσότερο και με αφορούν είναι η ανθρώπινη ανάγκη να παραδίδει την ελευθερία του σε κάποιον που υπόσχεται ότι θα τον καθοδηγήσει ή θα τον σώσει. Για μένα αυτό είναι τρομερά επικίνδυνο, γιατί δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ασφάλειας και ταυτόχρονα μια βαθιά ανελευθερία.
Η ελευθερία έχει να κάνει με την ανάληψη ευθύνης. Αν δεν αναλάβεις την ευθύνη του εαυτού σου, κινδυνεύεις να προδώσεις την ίδια σου τη φύση, αφήνοντας κάποιον άλλον να κάνει τη δουλειά για εσένα. Αυτό γεννά αδράνεια, εφησυχασμό, έλλειψη επαγρύπνησης.
Και όταν αυτή η στάση δεν αφορά μόνο το άτομο αλλά γίνεται συλλογική, τότε δημιουργείται ένα εύφορο έδαφος για κάθε είδους ηγέτες και εξουσίες. Για ανθρώπους που εμφανίζονται ως σωτήρες και τελικά καταλήγουν να καθορίζουν τις ζωές των άλλων. Γι’ αυτό πιστεύω ότι το έργο είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Δεν μιλά μόνο για μια συγκεκριμένη εποχή. Μιλά για έναν μηχανισμό που επανέρχεται διαρκώς στην ανθρώπινη ιστορία.


Υπήρξε κάτι που ανακαλύψατε για τον εαυτό σας μέσα από αυτή τη διαδικασία;
Ναι. Αυτή η αναμέτρηση με το ασταθές έδαφος ήταν και παραμένει πολύ έντονη. Υπάρχει πάντα η τάση να πηγαίνεις προς την ασφάλεια. Το έργο όμως σε καλεί να αντισταθείς σε αυτή την τάση. Να μπεις σε ένα κανάλι μη ελέγχου. Για μένα αυτό σήμαινε αναμέτρηση με προσωπικούς φόβους, με κατασκευές που είχα δημιουργήσει για τον εαυτό μου, με πράγματα που θεωρούσα δεδομένα. Πολλές φορές κλονίζεσαι. Καταρρίπτονται ψευδογνώσεις, πεποιθήσεις, εικόνες που είχες για τον εαυτό σου και για τον κόσμο.
Υπάρχει μια φράση της Αρχηγού που με έχει σημαδέψει: «Δεν είχαν τη γενναιότητα να αποδεχτούν την ανεπάρκειά τους». Νομίζω ότι αυτό είναι ένα από τα μεγάλα ζητήματα του έργου. Τι συμβαίνει όταν σου αποκαλύπτεται κάτι για τον εαυτό σου; Έχεις τη δύναμη να το αντέξεις; Και μετά τι κάνεις μ’ αυτό;
Ποια είναι η ευχή και ελπίδα σας λίγο πριν από την πρεμιέρα;
Δεν χρησιμοποιώ εύκολα τη λέξη «ελπίδα». Προτιμώ τη λέξη «πίστη», γιατί η πίστη εμπεριέχει μόχθο, αφοσίωση, πράξη.
Θέλω να πιστεύω ότι μέσα από αυτή την παράσταση θα αποκαλυφθεί κάτι στον καθένα μας. Δεν ξέρω τι είναι αυτό. Θέλω να πιστεύω ότι μέσα από αυτή την παράσταση θα αποκαλυφθεί κάτι στον καθένα μας. Δεν γνωρίζω τι μπορεί να είναι αυτό για τον καθένα ξεχωριστά. Εύχομαι όμως να υπάρξει μια μετακίνηση, να ανοίξει ένα βαθύτερο πεδίο, ένα κανάλι που να αγγίξει κάτι πολύ πυρηνικό μέσα μας.
