Κατέβηκα τη Συγγρού κι έφτασα στο Νιάρχος (ξέρετε το Ίδρυμα) κάθισα κει στο συντριβάνι μπροστά και περίμενα να φτάσει η ώρα να συναντήσω αυτή τη γυναίκα που ‘χει τολμήσει πολλά. Το να τολμήσεις είναι το πρώτο βήμα που θεωρείται κι από κάποιους εύκολο, το δύσκολο είναι το δεύτερο βήμα το να τα καταφέρεις κι η Μαρία Καστίγιο ντε Λίμα τα ‘χει καταφέρει. Θα διαβάσετε παρακάτω τι και πώς γιατί τα παραθέτει πολύ ορθά και δίχως παράπονα. Ήρθε στην Αθήνα για να ερμηνεύσει την Κασσάνδρα του Αργεντινού συνθέτη Πάβλο Ορτίς σε κείμενο του Ουρουγουανού δραματουργού Σέρχιο Μπλάνκο σε σκηνοθεσία Ντιάνας Θεοχαρίδη και Αλέξανδρου Ευκλείδη.

Ήτανε λίγο πριν την πρόβα τους και μπήκα μέσα στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής όσο ο φωτιστής ρύθμιζε τα φώτα ’γω χάζευα το απλό μα τόσο όμορφο σκηνικό με τα τραπεζάκια, τις καρέκλες και αυτό τον διάδρομο με το πλακάκι που μου θύμιζε κάτι σαν καφενέ μέσα σε κάποιο νεοκλασικό σπίτι. Αναρωτιόμουν γιατί την επικοινωνούν ως «μια τολμηρή σύγχρονη όπερα δωματίου»; Το κείμενο πια πόσο «τολμηρό» μπορεί να είναι, όταν το παρουσιάζεις μέσα σε έναν τόσο οικείο εικαστικά χώρο; Υποθέτω η σύνθεση μπορεί να είναι τολμηρή αλλά πόσο «τολμηρή» να ‘ναι πια κι αυτή; Τη φωνή της Μαρία Καστίγιο ντε Λίμα την άκουσα για την έρευνα της συνέντευξης και ομολογώ είναι ιδιαίτερη η χροιά της και οι αποχρώσεις που σου αφήνει στο μυαλό αλλά είναι αυτό κάτι το «τολμηρό»;

Και τότε μπήκε στη σκηνή η Μαρία και γέμισε ο χώρος, γιατί όχι μόνο είναι μια γυναικάρα ψηλή και πληθωρική μα έχει μια ενέργεια που θα τολμήσω να πω υπερβαίνει το «τολμηρή». Φορούσε κατακόκκινα ρούχα και την πλησίασα, συστηθήκαμε και όταν δώσαμε τα χέρια την ένιωσα τη ζέστα της ψυχής της και την καλοσύνη της, αυτές οι αρετές φαινόταν και στο χαμογελαστό πρόσωπό της. Δεν σας κρύβω ότι τα έχασα λίγο γιατί ένιωσα ότι κάπου ακόμα και σε κάποια άλλη ζωή έχουμε ξανασυστηθεί. Τα έχασα τόσο που το πρώτο πράγμα που της είπα στ’ αγγλικά μετά τo όνομά μου ήταν το «Είναι κρίμα που τις τηλενουβέλες στην Ελλάδα τις μεταγλωττίζουν αλλιώς με τόσες που ’χω δει θα μπορούσα να σου πάρω τη συνέντευξη στη γλώσσα σου». Γελάσαμε, καθίσαμε και τη συνομιλία μας αρχίσαμε…

Πρώτη φορά στην Ελλάδα. Πιστεύεις θα προλάβεις να δεις την Ακρόπολη;

Ναι, είναι η πρώτη φορά που επισκέπτομαι αυτή την υπέροχη πόλη. Έχω βρεθεί κοντά στην Ακρόπολη, πηγαίνοντας για βόλτα στην Πλάκα, αλλά, δυστυχώς, δεν πιστεύω ότι θα έχω τον χρόνο να δω τον Παρθενώνα. Οι πρόβες είναι καθημερινές και πολύ απαιτητικές και πρέπει να προσέχω πολύ. Ωστόσο, κάτι μου λέει μέσα μου ότι δεν θα είναι η τελευταία φορά που θα έρθω στην Ελλάδα. Σίγουρα την επόμενη φορά θα έχω τον χρόνο να πάω να δω από κοντά αυτό το θαύμα της ανθρωπότητας.

Έχεις φίλους και δικό σου fan club στην Αθήνα;

Όχι, προς το παρόν! Γνωρίζω πολλές υπέροχες προσωπικότητες στη Λυρική. Ο μόνος φίλος που έχω έως τώρα στην Αθήνα είναι ο σκηνοθέτης μου, ο αγαπητός Αλέξανδρος Ευκλείδης, αλλά είμαι σίγουρη ότι μετά τις παραστάσεις της όπερας «Κασσάνδρα» θα αποκτήσω περισσότερους φίλους εδώ, με τους οποίους θα μπορώ να διατηρώ επαφή μέσω των social media, μέχρι την ημέρα που θα επιστρέψω.

Μου είπες ότι σου άρεσε το πουκάμισο μου με την Hello Kitty. Εσύ πόσο pop είσαι; Ποιοι ήτανε οι αγαπημένοι σου χαρακτήρες από την ποπ κουλτούρα;

Λατρεύω την pop κουλτούρα. Είχα την ευκαιρία να παίξω στο θέατρο και ήταν θαυμάσιο. Το κοινό μπορεί να είναι, διαφορετικό από αυτό της όπερας, αλλά είναι εξίσου ενθουσιώδες. Στην «Κασσάνδρα» υπάρχουν και μικρές πινελιές pop art με την εμφάνιση ενός πολύ γνωστού χαρακτήρα από την Looney Tunes που δεν θα αποκαλύψω. Μερικοί από τους αγαπημένους χαρακτήρες είναι οι Ροζ Πάνθηρας και Pinky and the Brain, καθώς και η σκοτεινή αισθητική των ταινιών του Τιμ Μπάρτον. Λατρεύω, επίσης, την pop μουσική και να ακούω Madonna, Amy Winehouse, Freddie Mercury και Fito Páez, μεταξύ άλλων. Επίσης, αγαπώ τον κινηματογράφο. Πολλές ταινίες με έχουν διαμορφώσει ως άτομο και καλλιτέχνη. Είμαι φαν των ταινιών βασισμένων στα βιβλία του Στίβεν Κινγκ και όλων των ταινιών του Πέδρο Αλμοδόβαρ, οι ταινίες του οποίου έχουν σημαδέψει τη ζωή μου. Λατρεύω, επίσης, τον ιταλικό κινηματογράφο, την αισθητική του αγαπημένου μου Ντάριο Άρτζεντο, είμαι πολύ φαν. Ταινίες που με έχουν διαμορφώσει ως καλλιτέχνη είναι ο «Μάγος του Οζ», «Οι Μάγισσες», «Μαθήματα Πιάνου, «Αμαντέους».

Αγαπούσες τη μουσική και συνέθετες όπερες από τα 15 σου χρόνια. Γνώριζες δηλαδή από μικρή ότι θα γίνεις καλλιτέχνιδα;

Είχα από πολύ μικρή ηλικία, από μόλις δύο ετών, μια ιδιαίτερη ικανότητα να κάνω τους άλλους να με ακούν να τραγουδώ. Πάντα μου άρεσε να τραβώ την προσοχή και να είμαι το επίκεντρο της συζήτησης και να αμφισβητώ το κατεστημένο. Κάπως έτσι, πάντα ήξερα ότι ήθελα να γίνω καλλιτέχνης, να βρίσκομαι πάνω στη σκηνή και να διηγούμαι στο κοινό μια αλήθεια, ένα μήνυμα, μια ιστορία φτιαγμένη από μουσική και θεατρικότητα… Όταν ήμουν 15 ετών άρχισα να συνθέτω την πρώτη μου όπερα με όσα λίγα ήξερα για τη μουσική. Έτρεχα στους διαδρόμους του ωδείου ψάχνοντας τους καθηγητές σύνθεσης για να τους κάνω ερωτήσεις, ζούσα στη βιβλιοθήκη του ωδείου, όπου διάβαζα αμέτρητα βιβλία για αρμονία, αντίστιξη, όπερα, βιογραφίες συγγραφέων, ήθελα να μάθω τα πάντα, διψούσα για μάθηση! Πάντα ήξερα ότι η μουσική θα ήταν η ζωή μου. Πήγαινα σε όλες τις συναυλίες που γίνονταν στην πόλη μου, έβρισκα εισιτήρια για το Teatro Argentino, το δεύτερο πιο σημαντικό θέατρο όπερας στην Αργεντινή. Έδινα αυτά τα εισιτήρια στους φίλους και τους συμμαθητές μου στο ωδείο ώστε να μπορούν όλοι να απολαύσουν και να ανακαλύψουν την όπερα. Ήδη η όπερα, στα 16 μου χρόνια, ήταν η ζωή μου.

Γνώριζες επίσης από μικρή ότι είσαι ένα κορίτσι σε σώμα αγοριού; Πώς το διαχειρίστηκες αυτό μέχρι να κάνεις τη φυλομετάβασή σου; Ποιοι στάθηκαν πλάι σου;

Όχι, στα παιδικά μου χρόνια δεν σκεφτόμουν την ταυτότητα φύλου, με ενδιέφερε μόνο η μουσική. Αυτή ήταν το πάθος μου τότε και εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα (γέλια). Ποτέ δεν ένιωσα δυστυχισμένη με αυτό που ήμουν. Μόλις στα 23 μου χρόνια άρχισα να δοκιμάζω πώς είναι να είσαι γυναίκα, φορώντας γυναικεία ρούχα και τότε κατάλαβα ότι αυτή ήμουν εγώ. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και είπα: «Έγινα ξανά αυτό που ήμουν». Πιστεύω στη μετενσάρκωση… Κατά τη διάρκεια της ζωής μου είχα την αίσθηση ότι διασχίζω έναν ήδη γνωστό δρόμο. Όταν σπούδαζα μουσική, σκεφτόμουν «το ήξερα αυτό… γιατί πρέπει να το μάθω ξανά; γιατί δεν το θυμάμαι;». Επίσης, όταν πήγαινα σε μαθήματα φωνητικής με τον δάσκαλό μου, τον σπουδαίο Omar Brandán, είχα déjà vu από ένα μέρος, μια άλλη εποχή που ήμουν ήδη τραγουδίστρια. Πολλές φορές στη διάρκεια της ζωής μου είχα στιγμές σύνδεσης με την προηγούμενη ζωή μου. Έτσι, έγινα ξανά αυτό που ήμουν, μια γυναίκα, μια καλλιτέχνις που αγαπά τις προκλήσεις και τις μάχες. Πάντα λέω, η μητέρα μου με γέννησε σαν μια Βαλκυρία: με ένα σπαθί και μια ασπίδα στα χέρια. Η οικογένειά μου και οι φίλοι υποστήριξαν την απόφασή μου να αλλάξω, κάτι που μου έδωσε περισσότερη δύναμη, αν και θα το έκανα ούτως ή άλλως, χωρίς την υποστήριξη κανενός. Γιατί πιστεύω ότι πρέπει να ακούμε τη φωνή της καρδιάς μας και να ακολουθούμε τις επιθυμίες και τα σχέδιά μας χωρίς να εξαρτόμαστε από την έγκριση κανενός.

Όλοι λένε ότι είσαι ένα μουσικό φαινόμενο φωνητικά, εσύ τί φαινόμενο νιώθεις ότι είσαι Μαρία;

Ο χαρακτηρισμός «φαινόμενο» μου φαίνεται υπερβολικός. Ωστόσο, καταλαβαίνω πως δεν είναι εύκολο κάποιος να κατανοήσει μια τραγουδίστρια με τα δικά μου χαρακτηριστικά. Έχω δουλέψει σκληρά για να φτάσω σε αυτό το φωνητικό επίπεδο. Πλέον, μπορώ να ερμηνεύσω τους απαιτητικούς ρόλους του Βέρντι και στη συνέχεια να μεταβώ με άνεση στο γερμανικό ρεπερτόριο με έργα των Στράους και Βάγκνερ. Ταυτόχρονα, παραμένω πιστή στη γραμμή του μπελ κάντο, που σπούδασα με μία από τις σπουδαίες δασκάλες μου, τη διακεκριμένη σοπράνο Αντελαίντα Νέγκρι. Μαζί της έμαθα την τεχνική του legato. Όπως και στην ερμηνευτική μου τόλμη, όπου μεταμορφώνομαι πλήρως στον χαρακτήρα που ερμηνεύω, μεταδίδοντας τα συναισθήματά του στο κοινό. Θα έλεγα πως είμαι περισσότερο ένα κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο, καθώς μέσω της τέχνης μου μπορώ να κάνω τους ανθρώπους να κατανοήσουν μια άλλη πραγματικότητα για τα διεμφυλικά άτομα και πόσο μακριά μπορεί να φτάσει κάποιος με εσωτερική δύναμη, αποφασιστικότητα και αυτοεκτίμηση.

Νιώθεις ότι σε έχουν αποδεχτεί επαγγελματικά ή σε αντιμετωπίζουν ως έναν άντρα που έγινε γυναίκα και γι’ αυτό είναι και τενόρος και σοπράνο και μας παίρνει τις δουλειές;

Από το 2013, τότε που ισχύει ο νόμος για την ταυτότητα φύλου στη χώρα μου, τα διεμφυλικά άτομα αντιμετωπίζονται με τους ίδιους όρους. Ο συγκεκριμένος νόμος είναι εξαιρετικά σημαντικός και μοναδικός στον κόσμο: επιτρέπει στους ανθρώπους να αλλάζουν ελεύθερα το φύλο τους χωρίς να χρειάζονται επεμβάσεις, επιτρέπει στα άτομα να έχουν έγγραφα με τη νέα τους ταυτότητα και υποχρεώνει το κράτος να τους παρέχει πρόσβαση στο σύστημα υγείας της χώρας. Είναι ένας σπουδαίος και υποδειγματικός νόμος, σημείο αναφοράς της LGBTQI+ κοινότητας της Αργεντινής για όλο τον κόσμο. Από την άλλη πλευρά, στον επαγγελματικό μου χώρο, εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, αισθάνομαι ως μια σοπράνο. Οι συνάδελφοι μου και ο κόσμος με αντιμετωπίζουν με σεβασμό τόσο ως καλλιτέχνιδα, όσο και ως άνθρωπο.

Ήρθες στην Αθήνα για να ερμηνεύσεις μια Κασσάνδρα που δεν είναι η αρχαία ελληνική που γνωρίζουμε από τη μυθολογία. Είναι περιπλανώμενη κι αυτή η Κασσάνδρα; Τι Κασσάνδρα είναι;

Είναι μια Ελληνίδα Κασσάνδρα, μετενσαρκωμένη σε μια διεμφυλική σεξεργάτρια. Βρίσκεται σε μια χώρα όπου δεν μιλάει τη γλώσσα, και έτσι εκφράζεται με σπαστά αγγλικά. Σε αυτό το υπέροχο κείμενο του Σέρχιο Μπλάνκο, η Κασσάνδρα πηγαινοέρχεται συνεχώς από το αρχαίο ελληνικό παρελθόν, ως Τρωάδα πριγκίπισσα, στο ζοφερό παρόν, όπου πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί για να επιβιώσει, είτε ως πόρνη, είτε ως πωλήτρια τσιγάρων, είτε ως χαρτορίχτρα. Οι παράλληλοι κόσμοι έχουν αρκετά σημεία συνάντησης, όπως η υπεράσπιση μιας αλήθειας που κανείς δεν πιστεύει και που μόνο ο χρόνος την κάνει αξιόπιστη: η απόλυτη αλήθεια. Σε αυτό το σημείο ταυτίζομαι με την Κασσάνδρα. Είχα κι εγώ μια αλήθεια (τη φωνή μου ως σοπράνο) στην οποία πολλοί δεν πίστεψαν, και σήμερα ο χρόνος την καθιστά πολύτιμη και ισχυρή, τη μετατρέπει σε αλήθεια. Η Κασσάνδρα δεν ήταν τρελή, είχε μόνο αλήθειες και αντιμετώπιζε τη ζωή της γνωρίζοντας τι θα συνέβαινε με θάρρος και πνευματικό μεγαλείο που αξίζει θαυμασμό.

 

Υπάρχει κάποια φράση της Κασσάνδρας που όταν την ερμηνεύεις ανατριχιάζεις;

Ναι, όταν λέει «Τώρα ξέρετε την αλήθεια, την πραγματική τραγωδία της Κασσάνδρας… Σιωπή… δεν είναι εύκολο για μένα, αλλά έχω τελειώσει»… Μέσα σε αυτή τη λέξη «σιωπή» βρίσκεται η απαίτηση για σεβασμό σε όσ@ δεν πρόλαβαν να πουν την αλήθεια τους, για τα τρανς άτομα που σκοτώθηκαν από μίσος, για όσ@ πέθαναν θύματα του κοινωνικού διαχωρισμού, για όσ@ δεν είχαν πρόσβαση στην υγεία και την εκπαίδευση… στην απλή κοινωνική ζωή των άλλων ανθρώπων, η Κασσάνδρα ζητάει σιωπή με βαθιά και βαριά φωνή… Σιωπή, για να συνειδητοποιήσουμε τι έχει γίνει λάθος και δεν πρέπει να ξαναγίνει, σιωπή για να τιμήσουμε τη μνήμη, σιωπή για να κατανοήσουμε μια αλήθεια, σιωπή για να τελειώσει το μίσος και να γεννηθεί η αγάπη και η ένωση μεταξύ αδελφών.

Κάποτε έκανες το «πείραμα» σου, την drug περσόνα Maria Vkallasova από τη Ρωσία. Μου θυμίζει λίγο Μαρία Κάλλας το όνομα ε; Πώς σου ήρθε και την έκανες Ρωσίδα;

Η Maria Vkallasova ήταν ένας λυρικός drag χαρακτήρας που επινόησα το 2011 (δύο χρόνια πριν ισχύσει ο νόμος για την ταυτότητα φύλου στην Αργεντινή), όταν βρισκόμουν στη φάση της φυλομετάβασής μου. Ήταν για μένα ένα κοινωνικό «πείραμα» για να δω πώς θα αντιδρούσαν οι άνθρωποι γύρω μου στην επερχόμενη αλλαγή μου… Μιλούσε με ψιλή, ψεύτικη φωνή και ήταν υπερβολική. Μια παλιά ντίβα της όπερας, ένα μείγμα μεταξύ Μαρίας Κάλλας και Γκένας Ντιμίτροβα, αλλά Ρωσίδα, ώστε να μπορώ να προσποιούμαι τη ρωσική προφορά όταν μιλούσα ισπανικά. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν με γνώριζαν και πίστευαν ότι ήταν πραγματικό πρόσωπο. Παράλληλα, έκανα συναυλίες όπου πήγαινε όλη η ελίτ του Μπουένος Άιρες, και ο κόσμος εντυπωσιαζόταν με τις φωνητικές μου ικανότητες. Η Vkallasova ήταν η πύλη εισόδου στη ζωή της Μαρίας Καστίγιο ντε Λίμα. Η αγαπημένη μου Vkallasova βοήθησε τους ανθρώπους να αρχίσουν να με καταλαβαίνουν και να με αγαπούν ως γυναίκα και ως καλλιτέχνιδα.

Είχα κι άλλα πολλά να τη ρωτήσω μα έπρεπε ν’ αρχίσει άμεσα η πρόβα και ’γω να επιστρέψω σπίτι. Φεύγοντας άκουσα λίγο τη φωνή της και κοντοστάθηκα, επέστρεψα μέσα κι ένας όγκος φωνής, που δεν συγκρίνεται με οτιδήποτε είχα ακούσει από εκείνη στο internet για την έρευνά μου, γέμισε τον χώρο. Όπως είπε κι ένας υπάλληλος του χώρου «Σηκώνει τη σκόνη από τα καθίσματα η φωνή της».
Κάθισα ξανά στο συντριβάνι μπροστά, σκεφτόμουν το «ο τολμών νικά». Τολμηρή στη ζωή της η Μαρία Καστίγιο ντε Λίμα και νίκησε, γι’ αυτό είναι «τολμηρή» και η Κασσάνδρα της λοιπόν. Τυχεροί όσοι την απολαύσουμε και ελπίζω να μας ξανάρθει …τέτοιους «τολμηρούς» καλλιτέχνες τους χρειαζόμαστε ανάμεσά μας.

Info

Η «Κασσάνδρα» των Πάβλο Ορτίς και Σέρχιο Μπλάνκο σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ