Τι συμβαίνει όταν η επιθυμία για αναγνώριση γίνεται ισχυρότερη από την επίγνωση των ορίων μας; Ο μύθος του Φαέθοντα, του νεαρού που επιχείρησε να οδηγήσει το άρμα του Ήλιου και κατέληξε να πυρπολήσει τον κόσμο, επιστρέφει μέσα από μια νέα μουσικοθεατρική ανάγνωση που φέρνει σε διάλογο την μπαρόκ όπερα του Ζαν-Μπατίστ Λυλί (Jean-Baptiste Lully) με τη σύγχρονη ποίηση και την ηλεκτροακουστική δημιουργία. Η συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας παρουσιάζεται στις 15 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, σηματοδοτώντας την επιστροφή της ΕΛΣ στον ιστορικό χώρο μετά από 25 χρόνια.
Με αφορμή την παράσταση, συνομιλήσαμε με τη σκηνοθέτρια Σοφία Αντωνίου, τη συνθέτρια Βασιλική Λεγάκη και την Ομάδα Μουσικού Θεάτρου Ραφή για τον μύθο που εξακολουθεί να συνομιλεί με τις αγωνίες της εποχής μας, για τη φιλοδοξία, την ταυτότητα, τη συλλογική ευθύνη και την ανάγκη υπέρβασης που συχνά μετατρέπεται σε πτώση.
Σοφία Αντωνίου: «Αυτό που πάντα με γοητεύει στους μύθους είναι ότι, πίσω από τις ιστορίες τους, κρύβουν φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα που εξακολουθούν να μας αφορούν ως ανθρωπότητα»

Ο Φαέθων είναι ένα παιδί που αναζητά την ταυτότητά του και καταλήγει να καταστρέψει τον κόσμο γύρω του. Στη δική σας ανάγνωση, πρόκειται κυρίως για μια ιστορία ενηλικίωσης, για μια τραγωδία εξουσίας ή για μια ιστορία τραύματος;
Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο μύθος του Φαέθοντα μπορεί να διαβαστεί ως μια ιστορία αλαζονείας, υπερβολικής φιλοδοξίας και ανευθυνότητας. Σε ένα βαθύτερο όμως επίπεδο, αναδεικνύει ένα ολόκληρο σύστημα αξιών που καλεί τον άνθρωπο να φτάσει όσο πιο ψηλά γίνεται, να ξεχωρίσει, να γίνει «άριστος», ανώτερος από όλους τους άλλους. Ο Φαέθων δεν δρα από μόνος του. Αρχικά έρχεται αντιμέτωπος με την αμφισβήτηση της ταυτότητάς του από τον Έπαφο. Παράλληλα, η φιλόδοξη μητέρα του τον ενθαρρύνει να πιστέψει ότι είναι γιος θεού και άρα προορισμένος για κάτι εξαιρετικό. Όταν τελικά συναντά τον πατέρα του, τον Ήλιο, βρίσκεται μπροστά σε μια πατρική φιγούρα που του υπόσχεται τα πάντα. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, γιατί να μην ζητήσει και τα πάντα;
Ο Φαέθων πιστεύει ότι μπορεί να πετύχει το ακατόρθωτο. Και το πιο τραγικό είναι ότι κανείς δεν τον σταματά πραγματικά. Αντίθετα, το περιβάλλον του τροφοδοτεί τη φιλοδοξία του και ενισχύει την πεποίθηση ότι δικαιούται να υπερβεί κάθε όριο. Όταν όμως αναλαμβάνει να οδηγήσει το άρμα του ήλιου, αποτυγχάνει. Δεν πέφτει μόνο ο ίδιος· παρασύρει μαζί του ολόκληρο τον κόσμο. Η γη φλέγεται, η καταστροφή εξαπλώνεται παντού. Στο τέλος, ο Δίας τον κεραυνοβολεί για να αποτρέψει την ολοκληρωτική καταστροφή και να δώσει ένα παραδειγματικό μήνυμα: υπάρχουν όρια που δεν μπορούν να παραβιαστούν ατιμώρητα. Ωστόσο, η τραγωδία δεν βρίσκεται μόνο στην τιμωρία του Φαέθοντα. Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι όλοι έβλεπαν πως κάτι πήγαινε στραβά, αλλά κανείς δεν έκανε ό,τι χρειαζόταν για να το σταματήσει. Γι’ αυτό, στη δική μου ανάγνωση, ο Φαέθων είναι μια τραγωδία συλλογικής ευθύνης: η ιστορία ενός νέου που παρασύρεται από τις προσδοκίες, τις υποσχέσεις και τις φιλοδοξίες που του επιβάλλουν οι άλλοι, μέχρι τη στιγμή που η προσωπική του πτώση μετατρέπεται σε καταστροφή για όλους. Και ίσως γι’ αυτό ο μύθος παραμένει τόσο επίκαιρος σε έναν κόσμο που συχνά επιβραβεύει την υπέρβαση των ορίων, ακόμη κι όταν διακρίνει καθαρά τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται.

Έχετε δουλέψει συστηματικά πάνω σε μεγάλα κλασικά κείμενα και μύθους. Τι ανακαλύψατε στον Φαέθοντα που σας έκανε να θελήσετε να σκηνοθετήσετε για πρώτη φορά όπερα μέσα από αυτόν τον μύθο;
Αυτό που πάντα με γοητεύει στους μύθους είναι ότι, πίσω από τις ιστορίες τους, κρύβουν φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα που εξακολουθούν να μας αφορούν ως ανθρωπότητα. Παρότι γράφτηκαν ή αφηγήθηκαν πριν από χιλιάδες χρόνια, συνεχίζουν να συνομιλούν με τα πιο σύγχρονα άγχη, τις επιθυμίες και τα αδιέξοδά μας. Με γοητεύει επίσης η φαντασία αυτών των κειμένων και η σχεδόν απεριόριστη δραματουργική τους ελευθερία. Στους μύθους όλα είναι δυνατά: άνθρωποι συνομιλούν με θεούς, οι φυσικοί νόμοι ανατρέπονται και οι προσωπικές συγκρούσεις αποκτούν κοσμικές διαστάσεις. Αυτή η ελευθερία ανοίγει τεράστιες δυνατότητες για τη σκηνή και, ειδικά, για την όπερα. Ο Λυλί δημιουργεί έναν κόσμο όπου το ανθρώπινο και το θεϊκό συνυπάρχουν διαρκώς. Η μουσική του αποτυπώνει την ορμή της νεότητας, την επιθυμία για αναγνώριση, την αγωνία της ταυτότητας, αλλά και το βάρος της μοίρας που συνοδεύει τον ήρωα. Παράλληλα, η λαμπρότητα και η τελετουργική διάσταση της μπαρόκ όπερας προσδίδουν στον μύθο μια σχεδόν κοσμική κλίμακα, μετατρέποντας την προσωπική ιστορία του Φαέθοντα σε μια τραγωδία που αφορά ολόκληρο τον κόσμο.



Στο σημείωμά σας μιλάτε για «μια γλώσσα που ενώνει την μπαρόκ όπερα με τη σύγχρονη ποίηση». Πώς μεταφράζεται αυτή η συνάντηση επί σκηνής; Πώς συνομιλεί ένας κόσμος του 17ου αιώνα με τις αγωνίες του σήμερα;
Έχω τη χαρά να συνεργάζομαι και με μία νέα ποιήτρια, την Τώνια Τζιρίτα-Ζαχαράτου, η οποία έχει γράψει μια σειρά ποιημάτων που συνομιλούν με την όπερα και την ιστορία του Φαέθοντα. Αυτή η συνάντηση της μπαρόκ όπερας με τη σύγχρονη ποίηση δεν προκύπτει από μια προσπάθεια να «επικαιροποιήσουμε» τον μύθο ή να τον μεταφέρουμε με άμεσους όρους στο σήμερα. Αντίθετα, γεννιέται από την πεποίθηση ότι ορισμένες ανθρώπινες εμπειρίες παραμένουν διαχρονικές. Τα ποιήματα λειτουργούν ως ένας δεύτερος ποιητικός χώρος μέσα στην παράσταση. Συνοδεύουν τον μύθο, τον φωτίζουν από διαφορετικές γωνίες και δημιουργούν γέφυρες ανάμεσα στον κόσμο του έργου και τον εσωτερικό κόσμο του θεατή. Εστιάζουν κυρίως στην οπτική του Φαέθοντα, επιχειρώντας όχι να τον δικαιολογήσουν, αλλά να τον κατανοήσουν βαθύτερα. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτή η προσπάθεια να πλησιάσουμε τον ήρωα και να αφουγκραστούμε την ανάγκη του για αναγνώριση, την αγωνία της ταυτότητας και την επιθυμία του να αποδείξει ποιος είναι. Μέσα από τα ποιήματα αναδεικνύεται η σύνθετη σχέση του με τον Ήλιο – όχι μόνο ως πατέρα, αλλά και ως σύμβολο έλξης, δύναμης, φωτός και εξουσίας.
Βασιλική Λεγάκη: «Πρόκεται για ένα νέο μουσικοθεατρικό έργο στο οποίο ο μύθος του Οβιδίου, η μουσική του Lully και η σύγχρονη ηλεκτροακουστική δημιουργία συνυπάρχουν ισότιμα»

Ο «Phaëton» του Lully είναι ένα εμβληματικό έργο του γαλλικού μπαρόκ. Πώς προσεγγίσατε τη διασκευή του ώστε να διατηρήσετε τον διάλογο με το πρωτότυπο, αλλά ταυτόχρονα να δημιουργήσετε ένα νέο, αυτόνομο έργο;
Η αφετηρία της διασκευής δεν ήταν η αναπαραγωγή της όπερας του Λυλί, αλλά η επιστροφή στον ίδιο τον μύθο, όπως αυτός παρουσιάζεται στις “Μεταμορφώσεις” του Οβιδίου. Η δραματουργική πλοκή διαμορφώθηκε με βάση το κείμενο του Οβιδίου και, στη συνέχεια, επιλέχθηκαν και ανασυντέθηκαν μέρη από την “Phaëton” του Lully, ώστε να υπηρετήσουν αυτή τη νέα αφηγηματική διαδρομή. Στη δομή του έργου εντάσσονται επίσης σκηνές από την όπερα οι οποίες δεν απαντούν στο οβιδιακό κείμενο, όπως η σκηνή του Πρωτέα, η οποία λειτουργεί ως ένας ακόμη κρίκος σε έναν κόσμο διαρκών μεταμορφώσεων.
Σε μουσικό επίπεδο, με ενδιέφερε να διατηρήσω έναν ουσιαστικό διάλογο με την αισθητική του γαλλικού μπαρόκ χωρίς να επιδιώξω μια ιστορική ανακατασκευή. Η ενορχήστρωση γράφτηκε για ένα μικρό σύνολο αποτελούμενο από όμποε/ αγγλικό κόρνο, βιόλα και ακορντεόν, καθώς και για τέσσερις φωνές⋅ υψίφωνο, μεσόφωνο και δύο βαρύτονους. Πρόκειται για έναν μη συμβατικό συνδυασμό, ο οποίος απομακρύνεται εξαρχής από την ηχητική ταυτότητα μιας μπαρόκ ορχήστρας, αλλά ταυτόχρονα επιτρέπει τη δημιουργία ηχοχρωμάτων που διατηρούν κάτι από τη διαύγεια, τη θεατρικότητα και την εκφραστικότητα του ύφους του Λυλί. Μικρές παρεμβάσεις στην αρμονία, στον ρυθμό, στο τέμπο και στη μουσική ροή συμβάλλουν επίσης σε αυτή τη σύγχρονη προσέγγιση χωρίς να αλλοιώνουν το πρωτογενές υλικό.
Ωστόσο, το στοιχείο που καθορίζει περισσότερο την αυτονομία του έργου είναι η παρουσία των ακουσματικών και ηλεκτρονικών συνθέσεων. Αυτά τα μέρη δεν λειτουργούν ως απλές γέφυρες ανάμεσα στις σκηνές ούτε ως συνοδευτικό υλικό· αποτελούν έναν ισότιμο δραματουργικό και μουσικό άξονα του έργου. Βρίσκονται στην αρχή, στο τέλος και σε κομβικά σημεία της δράσης, άλλοτε προωθώντας την πλοκή και άλλοτε δημιουργώντας έναν αυτόνομο χώρο ακρόασης και στοχασμού. Με ενδιέφερε ιδιαίτερα η συνάντηση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον ήχο: από τη μία, η ρητορική, η θεατρικότητα και η δομική σαφήνεια του μπαρόκ· από την άλλη, η ελευθερία της ηλεκτροακουστικής σύνθεσης, όπου ο ίδιος ο ήχος γίνεται φορέας νοήματος και αφήγησης. Αυτή η συνύπαρξη δεν αντιμετωπίζεται ως αντίθεση αλλά ως δημιουργική συνομιλία. Έτσι, το έργο δεν αποτελεί ούτε μια αναβίωση του Λυλί ούτε μια απλή διασκευή του, αλλά ένα νέο μουσικοθεατρικό έργο στο οποίο ο μύθος του Οβιδίου, η μουσική του Lully και η σύγχρονη ηλεκτροακουστική δημιουργία συνυπάρχουν ισότιμα.
Ο μύθος του Φαέθοντα μιλά για την υπέρβαση των ορίων και το τίμημα της ύβρεως. Υπήρξε κάποιο μουσικό ή ηχητικό στοιχείο μέσα από το οποίο θελήσατε να αποδώσετε αυτή τη διαρκή κίνηση ανάμεσα στην απογείωση και την πτώση;
Αυτή η κίνηση ανάμεσα στην απογείωση και την πτώση διαπερνά ολόκληρη τη μουσική δομή του έργου. Το εισαγωγικό ακουσματικό μέρος λειτουργεί ήδη ως μια ηχητική προαναγγελία της πτώσης του Φαέθοντα⋅ ένας κόσμος ήχων που μοιάζει να αναδύεται, να διαστέλλεται και τελικά να χάνει τη σταθερότητά του. Με ενδιέφερε ιδιαίτερα η ιδέα ότι η ύβρις δεν είναι μόνο μια δραματουργική έννοια αλλά και μια ηχητική κατάσταση. Τη στιγμή που κάτι επιχειρεί να ξεπεράσει τα όριά του, αρχίζει ταυτόχρονα να κινδυνεύει να χάσει την ισορροπία του. Αυτό το στοιχείο εμφανίζεται τόσο στα ηλεκτροακουστικά μέρη όσο και στη σχέση ανάμεσα στις διαφορετικές μουσικές γλώσσες του έργου. Η συνύπαρξη της μπαρόκ αισθητικής του Λυλί με τη σύγχρονη ηλεκτροακουστική γραφή δημιουργεί μια διαρκή αίσθηση μετάβασης, σαν η μουσική να βρίσκεται συνεχώς ανάμεσα σε δύο κόσμους χωρίς να ανήκει ολοκληρωτικά σε κανέναν από τους δύο. Ίσως τελικά η απογείωση και η πτώση να μην αποτελούν δύο αντίθετες καταστάσεις, αλλά δύο όψεις της ίδιας κίνησης. Ο Φαέθων πέφτει ακριβώς επειδή θέλησε να πετάξει ψηλότερα από όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Με έναν αντίστοιχο τρόπο, η μουσική του έργου κινείται διαρκώς προς την υπέρβαση των δικών της ορίων, περνώντας από τον κόσμο του μπαρόκ σε έναν σύγχρονο ηχητικό χώρο και επιστρέφοντας ξανά. Αυτή η συνεχής ταλάντωση γίνεται, για μένα, η βαθύτερη μουσική εικόνα του ίδιου του μύθου.

Τι σας γοητεύει περισσότερο στον Φαέθοντα ως σύγχρονη φιγούρα; Τι μπορεί να αναγνωρίσει ένας σημερινός θεατής σε αυτόν τον ήρωα;
Αυτό που με γοητεύει περισσότερο στον Φαέθοντα είναι ότι δεν είναι απλώς μια μορφή ύβρεως, αλλά μια βαθιά ανθρώπινη φιγούρα αναζήτησης ταυτότητας. Στον πυρήνα του μύθου βρίσκεται η ανάγκη του να αποδείξει ποιος είναι, να επιβεβαιώσει την καταγωγή του και να διεκδικήσει μια θέση στον κόσμο. Αυτή η ανάγκη παραμένει εξαιρετικά σύγχρονη. Νομίζω ότι ένας σημερινός θεατής μπορεί εύκολα να αναγνωρίσει στον Φαέθοντα την επιθυμία για υπέρβαση, την ανάγκη για αναγνώριση, αλλά και τον κίνδυνο που συνοδεύει την αδυναμία να αποδεχτούμε τα όριά μας. Ζούμε σε μια εποχή όπου ενθαρρυνόμαστε συνεχώς να ξεπερνάμε τον εαυτό μας, να διεκδικούμε το αδύνατο, να εκθέτουμε δημόσια τις φιλοδοξίες μας. Ο Φαέθων ενσαρκώνει ακριβώς αυτή τη γοητευτική αλλά και επικίνδυνη ανθρώπινη παρόρμηση. Ταυτόχρονα, δεν με ενδιαφέρει να τον δω ως έναν ήρωα που απλώς τιμωρείται για την αλαζονεία του. Με ενδιαφέρει περισσότερο ως μια τραγική μορφή που τολμά να πλησιάσει κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό της, γνωρίζοντας ίσως ότι το τίμημα μπορεί να είναι η καταστροφή. Ίσως γι’ αυτό ο μύθος του εξακολουθεί να μας συγκινεί: γιατί μέσα στην πτώση του αναγνωρίζουμε κάτι από τις δικές μας φιλοδοξίες, τις επιθυμίες και τις αποτυχίες μας.
Ομάδα Ραφή: «Το πάγιο αίτημα των μουσικών, των λυρικών τραγουδιστών και των οργανοπαικτών παραμένει: να δίνεται σταθερά χώρος από τα ΔΗΠΕΘΕ στο μουσικό θέατρο»

Η Ομάδα Ραφή έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με τη δημιουργία νέων μουσικοθεατρικών έργων. Τι σας τράβηξε στον μύθο του Φαέθοντα και γιατί θεωρήσατε ότι αξίζει να επανεξεταστεί σήμερα;
Το έναυσμα μας δόθηκε από τη «Μεταμορφωτική» θεματική του φετινού Φεστιβάλ Φιλίππων και την καλλιτεχνική του διευθύντρια, Εύα Οικονόμου-Βαμβακά. Οι Μεταμορφώσεις του Οβιδίου αποτελούν ένα έργο ανεξάντλητης και καρποφόρας έμπνευσης. Η όπερα, ως είδος, λειτουργεί εξάλλου ως εργαλείο υπέρβασης για τους ερμηνευτές της -υπέρβασης του σώματός τους και των φυσικών τους ορίων. Έτσι, αυτός ο ήρωας -που δεν είναι αληθινά ούτε καλός ούτε κακός, ούτε αντιπαθής ούτε απόλυτα συμπαθητικός, και που η μοίρα του προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις- γίνεται με έναν τρόπο ο ιδανικός οπερατικός πρωταγωνιστής. Όποιο κίνητρο κι αν του αναγνωρίσουμε, ο Φαέθων θέλει να ξεπεράσει τα όριά του (και εν τέλει και των γύρω του).
Ο Λυλί, ένας τεράστιος καλλιτέχνης με αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, διάβασε ενδεχομένως στον μύθο αυτόν κάτι από όλα αυτά, αλλά και άλλα τόσα δικά του, κινούμενος στη γαλλική αυλή με τους δικούς της, σκοτεινούς «Φαέθοντες». Kι αφού δεν μπορούμε να βουτήξουμε πίσω στον χρόνο για να διακρίνουμε στις ενθουσιασμένες αντιδράσεις της αριστοκρατίας (που είχε λατρέψει τα πρώτα ανεβάσματα του Φαέθοντα, γεμάτα «ειδικά εφέ» της εποχής κι εναλλαγές μεγαλόπρεπων σκηνικών) αν το βλέμμα του συνθέτη πάνω στον ήρωα του -σύνθετο και πολυεπίπεδο- βρήκε στόχο, ιχνηλατούμε στο κοινό του τώρα το αποτύπωμα της χειρονομίας του: Οι αιώνες αλλάξαν, η φιλοδοξία, η ανθρώπινη ευαλωτότητα, παρέμειναν, μολαταύτα, ίδιες και (συχνά) αβάσταχτες.



Ο ιστορικός «Φαέθων» είχε χαρακτηριστεί «η όπερα του λαού», ενώ ταυτόχρονα λειτουργούσε ως σχόλιο πάνω στην εξουσία και την αλαζονεία. Ποιες σύγχρονες αναλογίες ανακαλύψατε εσείς μέσα σε αυτό το έργο;
Ο πορφυρογέννητος ήρωας, που μπροστά στη φιλοδοξία και την αμετροέπειά του παρασέρνει τα πάντα στο πέρασμά του, καταστρέφοντας τον κόσμο γύρω του, μας θυμίζει αναπόφευκτα τους ηγέτες των σημερινών υπερδυνάμεων. Μας θυμίζει, όμως, και πολλούς άλλους πολιτικούς -πιο κοντινούς μας, λιγότερο ισχυρούς, αλλά εξίσου αμοραλιστές στον δικό τους πολιτικό μικρόκοσμο. Είναι, σε κάθε περίπτωση, συναρπαστικό το ότι ο Λυλί, ο εκλεκτός της αυλής, παρουσίασε αυτό το έργο μπροστά στον Βασιλιά Ήλιο, ο οποίος συνέκρινε τον εαυτό του με το άστρο. Πολλοί θεωρητικοί μιλούν για το λιμπρέτο με όρους μεταμοντέρνας, σύγχρονης αφήγησης: Πρόκειται για έναν ήρωα που δεν επιδιώκει πρωτίστως να δοξαστεί, αλλά να αισθανθεί ότι ανήκει -όχι στη Γη, αλλά στον Ουρανό. Εμείς, πίσω από την ιστορία του συγκεκριμένου ανεβάσματος, ζηλεύουμε την τόλμη του δημιουργού του, καθώς «αγκομαχούμε» στη ζοφερή, δική μας εποχή της καμένης γης, του κατεστραμμένου πλανήτη και των εγωπαθών, άπληστων ταγών του.
Η παράσταση γεννιέται μέσα από τη συνεργασία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας. Πόσο σημαντικές είναι για εσάς τέτοιες συμπράξεις για την ανάπτυξη νέου μουσικού θεάτρου στην Ελλάδα;
Είναι γεγονός ότι το λυρικό θέατρο στην Ελλάδα δεν έχει πολλές ευκαιρίες να «τρυπώσει» και να καρπίσει, ειδικότερα στην επαρχία. Αυτό κάνει διπλά αξιέπαινη την πρωτοβουλία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και του Φεστιβάλ Φιλίππων για μια δημιουργική σύμπραξη εν τη γενέσει, με πρωτότυπες παραγωγές σε καλλιτεχνική συνεργασία με ομάδες όπως η Ραφή. Σε κάθε περίπτωση, το πάγιο αίτημα των μουσικών, των λυρικών τραγουδιστών και των οργανοπαικτών παραμένει: να δίνεται σταθερά χώρος από τα ΔΗΠΕΘΕ στο μουσικό θέατρο. Είναι ανάγκη να αξιοποιηθούν οι τοπικές φιλαρμονικές, οι ορχήστρες, οι χορωδίες και, φυσικά, οι εξαιρετικοί συνάδελφοι- καλλιτέχνες, ώστε η όπερα, η οπερέτα και το μιούζικαλ να αποκτήσουν ξανά τη θέση που τους αξίζει στο ρεπερτόριο των θεάτρων, χτίζοντας από την αρχή την πάλαι ποτέ θερμή σχέση του κοινού της περιφέρειας με αυτά τα είδη. Ο Φαέθων δίνει τον τόνο για την κλίμακα και, κυρίως, την τόλμη που πρέπει να διατρέχει αυτά τα εγχειρήματα: με ατρόμητους συνεργάτες, σεβασμό στους θεατές και ουσιαστικό διάλογο με τον τόπο και τα τοπόσημά του.

