Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το MONOM 4DSOUND, ένα από τα πιο φουτουριστικά ηχητικά περιβάλλοντα της Ευρώπης, συναντά το κοινό στον Θόλο του ΚΠΙΣΝ. Το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ) φιλοξενούν για πρώτη φορά στην Ελλάδα αυτή την πρωτοποριακή πλατφόρμα ηχητικής τεχνολογίας. Δύο μοναδικά έργα ξεχωρίζουν: ένα αλληγορικό παραμύθι γεμάτο ήχους και φαντασία, κι ένα ηχητικό τοπίο που μεταμορφώνεται σε παλμό και ύλη. «Ο βασιλιάς του γκρι και της σιωπής» της βραβευμένης Σοφιάννας Θεοφάνους – μια ιστορία-εμπειρία για μικρούς και μεγάλους, αλλά και μια νέα συναυλιακή εμπειρία από τον Σπύρο Πολυχρονόπουλο, όπου ο ήχος μεταμορφώνεται σε τοπίο, σε υφή, σε παλμό.
Συναντήσαμε τους δημιουργούς και τους ζητήσαμε να μας βάλουν μέσα στο «ακουστικό τους σύμπαν».
Σοφιάννα Θεοφάνους

Το νέο έργο της Σοφιάννας Θεοφάνους, «Ο βασιλιάς του γκρι και της σιωπής» – βραβευμένο με το Κρατικό Βραβείο Θεατρικού Έργου για Παιδιά (2020) – γράφτηκε ειδικά για την εγκατάσταση MONOM 4DSOUND στον Θόλο του ΚΠΙΣΝ. Πρόκειται για ένα αλληγορικό παραμύθι για τη δύναμη της τέχνης, της ελπίδας και της φαντασίας, μια ηχητική εμπειρία για μικρούς και μεγάλους, όπου οι λέξεις και οι ήχοι ζωντανεύουν μαγικά με την αφήγηση της Αλεξάνδρας Λέρτα. Aπό τις 6 έως τις 9 αλλά και τις 11 Ιουνίου.
Πώς γεννήθηκε ο «Βασιλιάς του Γκρι και της Σιωπής»; Τι σε ενέπνευσε να τον φανταστείς;
Η αρχική ιδέα προέκυψε από την προσωπική εμπειρία της σταδιακής σιωπής — όχι κυριολεκτικά, αλλά σε συμβολικό επίπεδο. Όταν βλέπεις μια κοινωνία ή ακόμα και τον εαυτό σου να λειτουργεί «σωστά», με κανόνες, με οργάνωση, αλλά να λείπει ο ενθουσιασμός, η έκφραση, η χαρά. Ο «βασιλιάς» δημιουργήθηκε ως σύμβολο αυτής της σταδιακής παραίτησης από τη ζωντάνια, της στροφής προς το ελεγχόμενο και προβλέψιμο.
Παράλληλα, ήθελα να μιλήσω για τα παιδιά — ή τους ανθρώπους γενικά — που αν και στερούνται κάποια μέσα (όπως η ακοή στο παραμύθι), διατηρούν μέσα τους μια εσωτερική φλόγα. Το Πολύχρωμο Παιδί είναι εκείνος που βλέπει μέσα στα πράγματα, που μπορεί να αφουγκραστεί την ομορφιά σε κάτι που όλοι οι άλλοι έχουν εγκαταλείψει.
Το παραμύθι δεν ξεκίνησε με πλήρη δομή. Ξεκίνησε με εικόνες: μια σιωπηλή πόλη, ένα τριαντάφυλλο χωρίς χρώμα, και ένα παιδί που τραγουδά χωρίς να ακούει. Από εκεί χτίστηκε σταδιακά η αφήγηση. Δεν με ενδιέφερε να γράψω απλώς ένα ηθικό δίδαγμα ή μια τυπική αλληγορία. Ήθελα να φτιάξω ένα πλαίσιο όπου ο ήχος, το χρώμα, η απουσία και η μνήμη να γίνουν στοιχεία που «συμβαίνουν» στον αναγνώστη.
Πώς προσάρμοσες τη γραφή σου για το περιβάλλον του MONOM 4DSOUND;
Αυτό ήταν βασικό από την αρχή. Δεν έγραψα το κείμενο πρώτα και μετά το προσάρμοσα για 4DSOUND. Το έγραψα εξ αρχής με γνώμονα τη δυναμική του MONOM — δηλαδή του πολυκαναλικού, χωρικού ήχου που κινείται μέσα στον χώρο και γύρω από το σώμα.
Κάθε εικόνα και κάθε σκηνή έχει «χώρο» — σκεφτόμουν πού βρίσκεται ο ήχος, από πού έρχεται, πώς θα ακουγόταν σε έναν άνθρωπο που είναι στη μέση του χώρου. Για παράδειγμα, ο ήχος της ηχούς στο πρώτο πέρασμα της Πύλης σχεδιάστηκε έτσι ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί μια αίσθηση ότι κάτι σε «περικυκλώνει». Η σκηνή με τον χορό του παιδιού στήθηκε με ιδέα να γίνει ρυθμική αλληλουχία ήχων από το πάτωμα προς τον αέρα.
Επίσης, στο MONOM ο χρόνος λειτουργεί αλλιώς. Δεν ακολουθείς απαραίτητα γραμμική αφήγηση. Οπότε έγραψα σκηνές που στέκουν και ως αυτόνομα ηχητικά τοπία (sound scenes). Σαν μικρές στιγμές που ο ακροατής μπορεί να «μπει», να τις βιώσει, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί κάτι.
Πιστεύεις πως η νέα γενιά θεατών/ακροατών είναι πιο δεκτική σε πειραματικές αφηγήσεις;
Ναι — και αυτό δεν είναι απλώς αισιοδοξία, είναι κάτι που βλέπω να επιβεβαιώνεται συχνά. Η νέα γενιά έχει μεγαλώσει με διαφορετική σχέση με το περιεχόμενο. Δεν περιμένει μια ιστορία να της δοθεί έτοιμη, με αρχή-μέση-τέλος. Αντιθέτως, είναι συνηθισμένη να περιηγείται σε αφηγήσεις με τα δικά της βήματα — είτε αυτό είναι ένα video game, ένα non-linear podcast ή μια immersive εγκατάσταση.
Επίσης, η νέα γενιά είναι πιο εξοικειωμένη με τον αισθητηριακό λόγο. Δηλαδή με την ιδέα ότι η τέχνη μπορεί να μη σου δίνει «νόημα» αμέσως, αλλά να σου προσφέρει μια εμπειρία που το συναίσθημα και η σκέψη θα έρθουν μετά. Σε αυτό το πλαίσιο, τα πειραματικά έργα —ειδικά όταν εμπλέκουν διαφορετικές αισθήσεις όπως ήχο, κίνηση και χώρο— λειτουργούν πολύ καλά.
Αν είχες την ευκαιρία να απευθύνεις ένα κάλεσμα στον κόσμο για να τον φέρεις πιο κοντά στο έργο σου αυτό το βράδυ, τι θα του έλεγες;
Θα του έλεγα να μην προσπαθήσει να «καταλάβει» κάτι. Να μην έρθει ψάχνοντας για εξήγηση ή μήνυμα. Να έρθει απλώς για να βιώσει.
Το έργο είναι μια εμπειρία που δεν σε κοιτάζει από μακριά. Σε περιβάλλει, σε ακουμπά, και σε καλεί να σταματήσεις να παρατηρείς και απλώς να είσαι εκεί. Αν έχεις ανάγκη να συνδεθείς με κάτι χωρίς να πρέπει να το ερμηνεύσεις αμέσως, τότε αυτό το έργο είναι για εσένα.
Θα έλεγα: μπες, μείνε ήσυχος, και άσε το σώμα σου να ακούσει πριν το μυαλό μιλήσει. Όλοι μας κουβαλάμε μέσα μας μια δική μας μορφή «σιωπής» – κι αυτό το βράδυ, ίσως να είναι η στιγμή να τη μετατρέψουμε ξανά σε κάτι ζωντανό.
Σπύρος Πολυχρονόπουλος

Την Τρίτη 10 Ιουνίου, ο Σπύρος Πολυχρονόπουλος παρουσιάζει το Nearfield, μια εμβυθιστική πολυκαναλική συναυλία στον Θόλο του ΚΠΙΣΝ. Φυσικοί και συνθετικοί ήχοι συγχέονται σε ένα ηχητικό τοπίο που μεταβάλλεται διαρκώς: κατακερματισμένα ηχοτοπία, drones, έγχορδα και modular synths συγκρούονται και διαλύονται μέσα από ψηφιακές επεξεργασίες. Κινούμενο στα όρια του ακουστικού φάσματος, το έργο εστιάζει στις ανεπαίσθητες χειρονομίες του ήχου, προσκαλώντας το κοινό σε μια εμπειρία ακρόασης κάτω από την επιφάνεια.
Τι σε ελκύει στον χώρο του πολυκαναλικού ήχου και της ηχητικής εμβύθισης;
Με ελκύει η δυνατότητα να επαναπροσδιορίσω την ακρόαση ως μια χωρική εμπειρία. Ο πολυκαναλικός ήχος επιτρέπει στον ήχο να κινείται ελεύθερα μέσα στον χώρο, όπως ακριβώς συμβαίνει και στον φυσικό κόσμο: κάποιες πηγές ακούγονται κοντά, άλλες μακριά, ψηλά, χαμηλά, πίσω ή στο πλάι. Είναι κάτι που στην καθημερινότητά μας βιώνουμε συνεχώς, αλλά στη μουσική δεν το συναντάμε συχνά.
Τα συστήματα πολυκαναλικού ήχου που χρησιμοποιούνται στο σινεμά, για παράδειγμα, είναι συνήθως περιορισμένα σε λίγα κανάλια (5.1 ή 7.1) και η προσοχή εστιάζει κυρίως στην εικόνα. Αντίθετα, στο MONOM, με το σύστημα 4DSOUND, έχουμε πρόσβαση σε 56 ανεξάρτητα ηχεία κατανεμημένα στον χώρο, γεγονός που επιτρέπει λεπτομερή και δυναμική χωρική τοποθέτηση του ήχου. Έτσι, η ακρόαση γίνεται μια πλήρως εμβυθιστική εμπειρία, όπου ο ήχος δεν “συνοδεύει” απλώς την εικόνα ή τη μουσική, αλλά γίνεται ο ίδιος ο χώρος.
Στην εγκατάσταση αυτή, ο ήχος μοιάζει να «κινείται». Πώς δομείται μια τέτοια εμπειρία;
Η αίσθηση της κίνησης προκύπτει από τη δυνατότητα να κατανέμουμε τον ήχο στον χώρο με μεγάλη ακρίβεια. Δεν πρόκειται απλώς για αναπαραγωγή από πολλά ηχεία, αλλά για έναν σχεδιασμό στον οποίο κάθε ηχητικό γεγονός έχει θέση, κατεύθυνση και τροχιά. Χρησιμοποιώντας ένα σύστημα όπως το 4DSOUND, μπορώ να τοποθετήσω τον ήχο σε οποιοδήποτε σημείο του χώρου και να τον κινήσω συνεχώς — όχι μόνο οριζόντια, αλλά και κατακόρυφα, με βάθος και εγγύτητα.
Για να δομηθεί αυτή η εμπειρία, απαιτείται μια διαφορετική προσέγγιση στη σύνθεση: σκέφτομαι τον ήχο όχι ως στατικό υλικό, αλλά ως σώμα που ταξιδεύει. Η κίνηση αυτή δεν είναι διακοσμητική· είναι δομικό στοιχείο της αφήγησης, του ρυθμού και της ενέργειας της μουσικής. Μπορεί ένας ήχος να περάσει δίπλα σου σαν σκιά, να σε κυκλώσει ή να χαθεί πάνω από το κεφάλι σου. Αυτή η πολυδιάστατη κίνηση είναι που μετατρέπει την ακρόαση σε μια βιωματική εμπειρία.
Ποια είναι η θέση του ακροατή σ’ αυτό το έργο; Είναι παρατηρητής, ταξιδιώτης ή συνδημιουργός;
Ο ακροατής δεν έχει παθητικό ρόλο. Δεν στέκεται απλώς και «παρακολουθεί» τον ήχο — τον βιώνει. Καθώς ο ήχος κινείται γύρω του, μέσα του και πάνω απ’ το κεφάλι του, γίνεται ταξιδιώτης σ’ έναν χώρο που φτιάχνεται αποκλειστικά από ήχο. Και σε ένα βαθμό είναι και συνδημιουργός, γιατί κάθε ακρόαση είναι μοναδική: ανάλογα με το πού βρίσκεται μέσα στον χώρο και πώς επιλέγει να ακούσει, η εμπειρία αλλάζει. Το έργο δεν είναι στατικό· διαμορφώνεται ξανά και ξανά μέσα από τη σχέση του ήχου με τον ακροατή.
Η ιδέα του ακροατή ως ενεργού συμμετέχοντα ή και συνδημιουργού έχει αναδειχθεί έντονα στη σύγχρονη και μεταμοντέρνα μουσική σκέψη — είτε μέσα από μορφές ανοιχτής σύνθεσης, είτε μέσα από έργα που ενεργοποιούνται μέσω της ακρόασης και της κίνησης του σώματος στον χώρο. Μέσα σε ένα πολυκαναλικό περιβάλλον, η εμπειρία αυτή δεν αναπαριστά απλώς τον ήχο· τον τοποθετεί, τον κινεί και τον φέρνει σε άμεση, φυσική σχέση με τον ακροατή.
Αν είχες την ευκαιρία να απευθύνεις ένα κάλεσμα στον κόσμο για να τον φέρεις πιο κοντά στο έργο σου αυτό το βράδυ τι θα του έλεγες;
Θα του έλεγα να έρθει χωρίς προσδοκίες — μόνο με την περιέργεια του αυτιού. Να μπει σε έναν χώρο όπου ο ήχος δεν έρχεται μόνο από μπροστά, αλλά από παντού, να νιώσει τον ήχο να περνά δίπλα του, να τον διαπερνά, να τον ξαφνιάζει. Είναι μια εμπειρία που δεν εξηγείται εύκολα με λόγια, αλλά έχει κάτι βαθιά φυσικό — σαν να ξαναθυμάσαι πώς είναι να ακούς με ολόκληρο το σώμα. Είναι μια μοναδική ευκαιρία να ακούσει κανείς τη μουσική όπως ακούει τους ήχους της πόλης ή της φύσης — να έρχονται από όλες τις κατευθύνσεις, με βάθος και κίνηση. Και ίσως μετά από αυτό, όλοι οι ήχοι γύρω μας, τα καθημερινά soundscapes, να αρχίσουν να μοιάζουν με ηχητικά γλυπτά που κινούνται στον χώρο.
