Στη σκηνή ένα κελί – καμαρίνι και το ένα βασανιστήριο να διαδέχεται το άλλο. Είναι η ιστορία της ηθοποιού Κίττυς Αρσένη, όπως ακριβώς την κατέγραψε η ίδια το 1968 στη μαρτυρία της για όλα όσα υπέστη στα κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας, κατά την περίοδο της Δικτατορίας.
Κάθε τόσο ακούγεται ένα σφύριγμα από κάποιο άλλο κελί. Είναι του Μίκυ Θεοδωράκη. Μια κασέτα με τραγούδια του, που βρέθηκε στα χέρια της, της στέρησε τότε την ελευθερία. Τώρα το σφύριγμά του «είναι το σχοινί που τη σηκώνει και πάλι πάνω», που της θυμίζει ότι δεν είναι μόνη.
Η ανιψιά της, Αμαλία Αρσένη έχει το χρέος να μεταφέρει μία από τις μαρτυρίες που έδρασαν καταλυτικά απέναντι στη χούντα, όχι μόνο γιατί είναι ένα τραύμα που κουβαλάει και η ίδια στην βαλίτσα της ψυχής της, αλλά κυρίως επειδή την αφορά αυτό το θέατρο: «Αισθανόμουν ως καλλιτέχνης, ως ηθοποιός, ως νέος άνθρωπος, ως γυναίκα, ότι έπρεπε αυτό να το επικοινωνήσω. Νιώθω ότι είναι το χρέος μου… Η παράσταση ανεβαίνει σε μια χρονική στιγμή που δεν υπάρχει δικαιοσύνη, είναι πολύ δύσκολο να δικαιωθούν τα θύματα και να αισθανθεί ο κόσμος ότι υπάρχει ελπίδα. Οπότε αυτό ήταν σαν μια οφειλή στην κοινωνία αλλά και στην κάθε Κίττυ που αντιστάθηκε…», αναφέρει καθώς ξεδιπλώνει αυτο το τραύμα και το ξορκίζει επί σκηνής με φάρο τη δύναμη μιας γυναίκας του τότε και του τώρα να μιλήσει για την κακοποίησή της.
Ένα τραύμα που ρέει στις φλέβες της
Τα μονοπάτια τα οποία διασχίζει το συναίσθημά της, καθώς η ιστορία αυτή τοποθετείται στη σκηνή, είναι πολλά και περνούν από αντίθετες κατευθύνσεις. Το τραύμα αυτό ρέει στις φλέβες της και μαζί του ρέει η ευθύνη αλλά και η χαρά.
«Ήταν και είναι συναισθηματικά δύσκολο. Στην αρχή κάναμε μια συζήτηση με τη Σοφία Καραγιάννη για το γεγονός ότι υπάρχει τόσο έντονα αυτή η προσωπική εμπλοκή, αυτό το στοιχείο της συγγένειας, και αποφασίσαμε όχι απλά να μην το κρύψουμε, αλλά να το αναδείξουμε. Υπάρχει αυτό το αφήγημα μέσα στην παράσταση, ότι είναι ένα βάρος για μένα, μια δυσκολία στο πώς παίζεται κάτι το οποίο είναι αφενός αληθινή ιστορία, αφετέρου δύσκολος μονόλογος, αλλά πόσο μάλλον ενός πολύ κοντινού συγγενή. Οπότε ήταν μεγάλη η ευθύνη, αλλά η αλήθεια είναι ότι ήταν και χαρά με έναν τρόπο, γιατί εγώ αισθανόμουν ότι το είχα σαν εκκρεμότητα. Με κυνηγάει 15 χρόνια αυτή η ιστορία. Ήταν να γίνει η πτυχιακή μου στη δραματική σχολή, μετά έφυγε από τη ζωή η Κίττυ και δεν μπορούσα ψυχολογικά να το υποστηρίξω. Μετά ξεκινήσαμε με τον πατέρα μου να κάνουμε μαζί μια δραματουργία, να του λέω ότι θέλω να κάνω μια παράσταση για την Κίττυ και να μου μιλά για εκείνη από την παιδική της ηλικία, τον ηχογραφούσα να μου λέει όλη της την ιστορία. Μετά φεύγει από τη ζωή ο πατέρας μου και δεν αντέχω ούτε να ακούσω τη φωνή του, ούτε να “αγγίξω” αυτούς τους δύο αγαπημένους μου ανθρώπους. Έτσι πέρασαν άλλα δέκα χρόνια.
Ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι εγώ δεν κάνω την Κίττυ. Γιατί κάποιοι έλεγαν μα η Κίττυ δεν ήταν έτσι… Δεν μιμούμαι την Κίττυ, δεν κάνω ντοκουμέντο, δεν προσπαθώ να είμαι εκείνη. Θυμάμαι πώς μιλούσε η Κίττυ, είχε άλλο σώμα από το δικό μου, είχε άλλη αύρα, είχε άλλη φωνή. Είμαι μια ηθοποιός που προσπαθεί να αποδώσει την ιστορία της, είμαι η Κίττυ που προσπαθεί να ανακαλέσει την ιστορία της, αλλά είμαι και η ανιψιά της.»

Ωδή στον ηθοποιό
«Είναι μια παράσταση κατά του φασισμού», λέει η Αμαλία Αρσένη με εκείνη να μπαινοβγαίνει σε ρόλους, επίπεδα και «στρατόπεδα», μνημονεύοντας τους αγώνες της αριστεράς, κυρίως την ανθρωπιά, τελικά όμως και την ίδια την τέχνη που υπηρετεί μαζί με τη δυσκολία που κρύβει.
«Υπάρχουν συνεχείς εναλλαγές σε ρόλους και επίπεδα. Αυτό που μου λέει και η Σοφία Καραγιάννη στις πρόβες είναι ότι παίζεις σε πέντε επίπεδα. Από εκεί και πέρα, επειδή σαν οδηγία αυτό είναι πολύ δύσκολο, εγώ απλά δείχνω την προσπάθειά μου να μπω σε αυτήν την ιστορία και όταν μπαίνω, μπαίνω 1000% για να βιώσω αυτό που βίωσε εκείνη. Όταν όμως δεν μπορώ και δεν τα καταφέρνω, είμαι πραγματικά η Αμαλία που δεν τα καταφέρνει. Αυτό που με συγκινεί πολύ είναι ότι πέρα από το κομμάτι της αριστεράς φυσικά – είναι μια παράσταση κατά του φασισμού – είναι και μια ωδή στον ηθοποιό, μια ωδή στο θέατρο, γιατί και εμείς αυτό που κάνουμε επί σκηνής είναι πάρα πολύ σκληρό και πάρα πολύ δύσκολο να πλάσεις έναν ρόλο συν του ότι οι καλλιτέχνες τότε ήταν στην πρώτη γραμμή του πυρός, ήταν μπροστά στους αγώνες. Το ότι η Κίττυ ήταν ηθοποιός μας έδωσε ένα κλειδί να το κάνουμε αυτό.
Η αριστερά είναι πολύ σημαντικό κομμάτι, γιατί γι’ αυτό πιάστηκε ουσιαστικά, αλλά δεν είναι μόνο αυτό, δεν είναι κομματικό, είναι το να είσαι άνθρωπος. Οι βασανιστές της, οι στρατιωτικοί ήταν άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που ακόμα ζουν ανάμεσά μας. Εμείς μπορεί να τους αποδίδουμε με έναν πιο γκροτέσκο τρόπο, γιατί δεν ξέρουμε πώς να τους αποδώσουμε. Βασικά μιλάμε για τη βία, τη βαρβαρότητα από όπου και αν προέρχεται.
Η παράσταση είναι υπό την αιγίδα της Διεθνούς Αμνηστίας. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί η Κίττυ κατέθεσε στη Διεθνή Αμνηστία αμέσως μόλις βγήκε και ήταν η πρώτη μάρτυρας, οπότε υπάρχει και αυτή η συγκινητική γέφυρα με το παρελθόν. Ο στόχος είναι να συνεχίσει να υπάρχει αυτή η συζήτηση και θεωρώ ότι θα συμβεί. Προσωπικά θα ήθελα να πάει και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Έχω παίξει σε φυλακές και θα ήθελα να είναι και στα σχολεία. Νιώθω ότι απλώς δανείζω το σώμα μου και τη φωνή μου για να ακουστεί κάτι τόσο πιο πάνω από μένα. Η Σοφία Καραγιάννη με πίστεψε, με εμπιστεύτηκε και το έργο αυτό είναι και ένα μάθημα ότι κάποιες φορές κάποια πράγματα έρχονται στην ώρα τους, συμβαίνουν όταν πρέπει να συμβούν και ότι ενώ μας φαίνονται ακατόρθωτα, αν δεν τα παρατήσουμε έρχεται η στιγμή τους και πρέπει εκεί να κάνουμε μια μικρή υπέρβαση της ανασφάλειάς μας. Εγώ μόλις είχα γεννήσει και δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι θα ήταν αυτό το timing, αλλά ίσως επειδή αυτό συνέβη, έπρεπε να συμβεί και το άλλο.»


Ξορκίζοντας το τραύμα …για όλες τις Αντιγόνες
Τι γίνεται όμως όταν τα φώτα του θεάτρου ανάβουν και πέφτουν πάνω στο σκοτάδι της βίας, όταν οι λέξεις, οι σκέψεις, τα συναισθήματα της Κίττυς Αρσένη βρίσκουν ψυχές να αγγίξουν;
«Στην πρώτη ανάγνωση του έργου, δεν μπορούσα να διαβάσω πέρα από την πρώτη πρόταση, έκλαιγα, αλλά περάσαμε από αυτό το στάδιο. Υπήρχαν μέρες, ας πούμε τον Απρίλιο φέτος ήταν τα δέκα χρόνια απ’ όταν έφυγε από τη ζωή ο πατέρας μου, εκείνη την ημέρα είχα πρόβα και δεν μου ήταν εύκολο, αλλά το έβαλα κι αυτό μέσα. Υπήρχαν πρόβες που έβγαιναν όλες με κλάμα, μπορεί κάτι να συνέβαινε στην επικαιρότητα, όπως με την υπόθεση του Ρωμανού, και αυτό με έκανε να βγαίνω πιο θυμωμένη ας πούμε, όπως και το καλοκαίρι που κάναμε την παράσταση ενώ συνέβαιναν όλα αυτά στη Γάζα… Είναι ένα έργο που συνομιλεί με την πραγματικότητα, ενώ δεν έχουμε αλλάξει ούτε λέξη. Είναι όλα λέξη προς λέξη αυτά που γράφονται το 1968 και είναι τόσο επίκαιρα.
Και μετά, όταν κατάφερα αυτό το πράγμα να το δω πάνω στη σκηνή και να πω ότι το έκανα, ήταν λυτρωτικό. Νιώθω πιο πολύ τη δυσκολία αφενός του να μπεις και να βγεις από τον ρόλο και αφετέρου τη συνθήκη των γεγονότων που πέρασε η Κίττυ. Το συγγενικό πλέον δεν με επηρεάζει, όπως με επηρέαζε στην αρχή και αυτό συμβαίνει γιατί το θέατρο είναι ιαματικό, τα ξορκίζει. Και στην ψυχοθεραπεία υπάρχει αυτό. Εμένα δηλαδή κάπως με θεράπευσε. Επειδή με την Κίττυ δεν το συζητούσαμε ποτέ αυτό και η ίδια μιλούσε πολύ λίγο για αυτά που είχε περάσει, νιώθω ότι πραγματικά ένα γενεαλογικό τραύμα κάπως το ξορκίζουμε με το να μοιραστεί και να φανεί σε τόσο κόσμο. Η ίδια επειδή ήταν τόσο διακριτική, λίγοι γνώριζαν τι πέρασε. Δεν το διατυμπάνιζε, δεν εργαλειοποίησε καμία συνθήκη για να κάνει πολιτική καριέρα.
Επίσης το γεγονός ότι ήταν γυναίκα, είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί αλλιώς μπορεί να μιλήσει ένας άντρας για τα βασανιστήρια που υπέστη και αλλιώς μια γυναίκα για το πώς ταπεινώθηκε. Αυτό μας απασχόλησε πάρα πολύ. Χρησιμοποιεί αποσιωπητικά στη σκηνή της ταράτσας, ενώ ας πούμε οι μαρτυρίες ανδρών είναι ξεκάθαρα πιο γλαφυρές, πιο παραστατικές, ωμές και δεν τους νοιάζει κιόλας να πουν την αλήθεια. Για την Κίττυ είχε ένα άλλο κόστος, ήταν ένας εξευτελισμός. Απλά εν τέλει το να μιλήσεις είναι δύναμη και το έκανε το ’68, όσο καλύτερα μπορούσε και αυτό δίνει ένα μεγάλο βήμα, γι’ αυτό που συμβαίνει και τώρα, μια δύναμη στις γυναίκες να μιλάνε για όσα περνάνε.
Εγώ ήθελα να το κάνω και για την Κίττυ, αλλά κυρίως επειδή δεν ήθελε να μιλήσει για την προσωπική της ιστορία, ούτε εγώ να μιλάω για εκείνη, ήθελε να μιλήσει για μια συλλογική πράξη αντίστασης, γιατί σαν κι αυτήν ήταν πολλοί. Με αφορμή τη μαρτυρία που είχα στα χέρια μου λοιπόν, και το ότι γνώριζα αυτόν τον άνθρωπο τόσο καλά, αισθανόμουν και ως καλλιτέχνης, ως ηθοποιός, ως νέος άνθρωπος, ως γυναίκα, ότι έπρεπε αυτό να το επικοινωνήσω. Νιώθω ότι είναι το χρέος μου. Γενικά θεωρώ ότι είναι χρέος του καλλιτέχνη να μιλάει και να κάνει έργα, τα οποία έχουν κοινωνικό αντίκτυπο. Φυσικά όλα έχουν τον σκοπό τους, όλα κάτι εξυπηρετούν, κάτι εκτονώνουν. Με αφορά όμως αυτό το θέατρο. Πόσο μάλλον όταν είναι κάτι που ήξερα ότι θα ταυτιστεί κόσμος, θα ακουμπήσει τις ψυχές πολλών ανθρώπων ειδικά σήμερα. Το ότι έρχεται πολύς κόσμος και μου λέει ότι είναι τόσο επίκαιρο, με κάνει να καταλαβαίνω ότι ήταν σωστή η απόφαση να το κάνω τώρα. Η παράσταση ανεβαίνει σε μια χρονική στιγμή που δεν υπάρχει δικαιοσύνη, είναι πολύ δύσκολο να δικαιωθούν τα θύματα και να αισθανθεί ο κόσμος ότι υπάρχει ελπίδα. Οπότε αυτό ήταν σαν μια οφειλή στην κοινωνία, αλλά και στην κάθε Κίττυ που αντιστάθηκε, γιατί έτσι θα ήθελε να το θέσω και εκείνη. Φυσικά επειδή της έχω μεγάλη αδυναμία, ήταν η μέντοράς μου, με έβαλε στο θέατρο, υπάρχει και αυτό το προσωπικό στοιχείο, αλλά δεν θα ήθελα να το κάνω για εκείνη, θα ήθελα να το κάνω για όλες τις γυναίκες, για όλους τους συντρόφους και για όλους γενικότερα στην ιστορία της ανθρωπότητας που αντιστάθηκαν σε οτιδήποτε καταπιεστικό, για όλες αυτές τις Αντιγόνες. Η ιστορία άλλωστε επαναλαμβάνεται και όπως λέει, όσο θα υπάρχει δικτατορία θα υπάρχει και αντίσταση.»

«Να κοιτάς μπροστά»
Παρακολουθώντας την Αμαλία Αρσένη να έρχεται αντιμέτωπη επί σκηνής με τη μαρτυρία αυτή και μαζί με όλη τη βία που κουβαλά, δεν γίνεται να μην σε αιχμαλωτίσει το γεγονός ότι η Κίττυ Αρσένη δεν άφηνε τη βαρβαρότητα να καταπιεί όσα πρέσβευε, τη συντροφικότητα, την ελπίδα, την πάλη για όσα πίστευε. Και αν αυτό δεν είναι μια αχτίδα φωτός απέναντι σε έναν ζοφερό κόσμο, τότε τι είναι;
«Αλήθεια, χαίρομαι πολύ αν το καταφέραμε αυτό. Και σε συνεντεύξεις αλλά και γενικότερα δεν ήθελε να σταθούμε στους ανθρώπους που τη βασάνισαν, δεν ήθελε να τους δώσει αξία τόσο μεγάλη όσο στη συντροφικότητα, στην αλληλεγγύη, στο ότι σφύριζαν ο ένας στον άλλον, το ότι αντάλλαζαν σημειώματα, το ότι υπήρχε αυτή η ελπίδα ότι θα τα καταφέρουμε… Η Κίττυ πιο πολύ πονούσε όταν άκουγε να βασανίζονται οι σύντροφοί της και οι φίλοι, παρά όταν πέρασε η ίδια ό,τι πέρασε. Αυτό είναι πάρα πολύ συγκινητικό και είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του ήθους της. Η Κίττυ σπάει όταν βασανίζουν τον Αντρέα (τον αδερφό της), όταν βλέπει ένα νέο παιδί να βασανίζεται. Αυτά τη λυγίζουν, όχι όσα πέρασε εκείνη στην ταράτσα, που ήταν φυσικά μια βάρβαρη δοκιμασία που είχε επίπτωση μετέπειτα στη ζωή της.
Υπήρχε λοιπόν η αχτίδα φωτός και νομίζω ότι αυτό είναι και που πρέπει να μας μείνει και σαν μάθημα. Χωρίς να κουνάει καθόλου το δάχτυλο η μαρτυρία αυτή, σου λέει ότι δεν πρέπει να σταματήσεις να ελπίζεις, να διαμαρτύρεσαι, να διεκδικείς. Και ειδικά σήμερα, στην εποχή μας που όλα φαίνονται πολύ σκοτεινά και λέμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, αυτό το “έτσι είναι η κατάσταση δεν θα αλλάξει”. Αυτό που έλεγαν και στο έργο: “Ησυχία“. Ήθελαν να είναι όλα σε ησυχία, ο κόσμος να είναι ναρκωμένος. Η Κίττυ ήθελε φασαρία, να σηκώσουμε το ανάστημα και να ελπίζουμε ότι μπορεί να αλλάξει μια κατάσταση, ότι δεν είμαστε με δεμένα τα χέρια. Νομίζουμε ότι είμαστε με δεμένα τα χέρια, αλλά δεν είμαστε, γι’ αυτό τον λόγο πρέπει πραγματικά από τα πιο μικρά να μην αφήνουμε τίποτα να πέσει κάτω αν μας ενοχλεί, αν μας θίγει και από την άλλη να δίνουμε ελπίδα στους ανθρώπους, να είμαστε μαζί κοντά ο ένας στον άλλον.
Η Κίττυ ήταν τρομερά δυνατός άνθρωπος, ήταν αλύγιστη. Υπήρχαν στιγμές που έσπαγε φυσικά, αλλά παρόλα αυτά το “εγώ’ της μπροστά στο “εμείς” ήταν τόσο μικρό και αυτό για μένα την έκανε τόσο υπέροχη και τόσο σπάνια. Είχε ένα μεγαλείο ψυχής. Η ευτυχία για την Κίττυ ήταν το μοίρασμα. Πάντα τη θυμάμαι με νέους ανθρώπους, αγαπούσε πάρα πολύ τους νέους και ήταν ευτυχισμένη με τις διδασκαλίες που έκανε. Νομίζω ότι αυτή η ελπίδα, αυτή η πίστη στο ότι ο κόσμος θα αλλάξει προς το καλύτερο, αυτό την έκανε ευτυχισμένη. Επίσης δεν ήταν ένας βαρύς άνθρωπος, σε σχέση με αυτό που είχε περάσει, που θα μπορούσε να την κάνει να μην έχει ξεπεράσει τα τραύματά της. Το άφησε πίσω της και προχώρησε προσπαθώντας να δείξει ότι η ζωή αυτό κάνει. Κι εμένα αυτό μου είχε γράψει στην αφιέρωση του βιβλίου: “Να κοιτάς μπροστά”. Εσείς οι άνθρωποι του σήμερα, τι κάνετε; Εμείς κάναμε ό,τι κάναμε. Εσείς τι κάνετε τώρα;»


Αυτό το «έλα μωρέ, εντάξει…»
Κοιτώντας το κάδρο του σήμερα και την ιστορία να επαναλαμβάνεται αναρωτιέμαι τι φοβάται και που η ίδια αναζητά το αντίδοτο.
«Φοβάμαι τη συνενοχή, φοβάμαι την σιωπή, ότι παθαίνουμε ανοσία στη βία. Τη βλέπουμε τόσο συχνά, είμαστε τόσο εξοικειωμένοι με αυτές τις εικόνες της σκληρότητας και της βαρβαρότητας. Το ότι βγαίνει ένας ηγέτης -ας πούμε- και λέει ότι μου ανήκει μια ολόκληρη χώρα, ότι βλέπουμε παιδιά να ψάχνουν τα αδέλφια τους στα χαλάσματα, μανάδες να χάνουν τα παιδιά τους και μετά από όλα αυτά εμείς συνεχίζουμε, κάνουμε στροφή και βλέπουμε “What I eat in a day”. Με ανακατεύει, δεν μπορώ να διαχειριστώ το πώς εξισώνονται τα πράγματα τόσο πολύ.
Στα εργαλεία μας είναι η ενημέρωση, η παιδεία. Νιώθω ότι το θέατρο είναι ένα κομμάτι το οποίο μπορεί, όπως και το σχολείο, να μιλήσει για αυτά τα πράγματα. Αν έρθει ένα νέο παιδί και δει την παράσταση, άμα διαβάσει βιβλία για την εποχή, μαρτυρίες, θα καταλάβει τι σημαίνει αυταρχικό καθεστώς, που το ξέρει βιωματικά, το έχει δει με έναν τρόπο. Τα παιδιά φυσικά δεν διαβάζουν τώρα τόσο, αλλά θεωρώ ότι η ενημέρωση και όταν -πραγματικά, όχι με διάσπαση προσοχής- μπουν σε ένα σύμπαν και καταλάβουν τι σημαίνει φασισμός, τι σημαίνει καταπίεση, τι σημαίνει αυτή η φίμωση, δηλαδή το να μην μπορείς να μιλήσεις για αυτά που πιστεύεις, θα μπει μέσα και η κριτική σκέψη. Μπορεί να είναι το αντίδοτο και θεωρώ ότι έχουμε και εμείς αυτό το χρέος. Φυσικά δεν είναι εύκολο, γιατί αυτό έρχεται με κάποιο κόστος. Λες αν κάτσω και μιλήσω μπορεί να με απολύσουν ή μπορεί να τσακωθώ ή «έλα μωρέ εντάξει», αλλά αυτό το «έλα μωρέ, εντάξει» είναι που φοβάμαι.
