Για τον Φώτη Σιώτα η ελληνική μουσική παράδοση δεν είναι κάτι στατικό αλλά μια ζωντανή γλώσσα που συνεχίζει να εξελίσσεται, αρκεί να την προσεγγίζεις με σεβασμό, περιέργεια και διάθεση για πειραματισμό. Αυτή ακριβώς τη λογική ακολουθεί και η μουσική συνάντησή του με τον Γιαν Βαν Αγγελόπουλο στη ΣΤΟΑ Culture, στο πλαίσιο του project «Καλοκαίρι στο Αίθριο». Με αφετηρία τα μουσικά ιδιώματα της ελληνικής παράδοσης, οι δύο μουσικοί δημιουργούν ένα υβριδικό ηχητικό τοπίο, όπου το βιολί, η φωνή, τα modular synths και ο αυτοσχεδιασμός συνυπάρχουν οργανικά, χωρίς να χάνουν την επαφή τους με τις ρίζες τους.

Με αφορμή αυτή τη συναυλία, συναντήσαμε τον Φώτη Σιώτα και μιλήσαμε για την αίσθηση του παιχνιδιού στη μουσική, τη χαρά της συλλογικής δημιουργίας, τη νέα γενιά μουσικών, τη σχέση μας με την παράδοση και το γιατί πιστεύει πως, στην εποχή της ατελείωτης πληροφορίας, «ο ακροατής πρέπει να γίνει και ερευνητής».

Από τη χορωδία της Αγίας Τριάδας και το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης μέχρι τις συνεργασίες σου με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, τον Σωκράτη Μάλαμα και τόσους ακόμη δημιουργούς, τι παραμένει ίδιο στον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι σήμερα τη μουσική;

Νομίζω πως αυτό που παραμένει κοινό είναι η ένταση, η χαρά και, πάνω απ’ όλα, η αίσθηση του παιχνιδιού. Μου αρέσει να βρίσκομαι μέσα σε έναν ήχο. Γνώρισα τη μουσική μέσα από τις χορωδίες. Πριν ακόμη πάω στο σχολείο, βρέθηκα στην παιδική χορωδία της Αγίας Τριάδας, που ήταν πραγματικά υψηλού επιπέδου. Θυμάμαι πόσο με μάγεψε να ακούω τη φωνή μου να γίνεται μέρος ενός συνόλου. Αυτή την αίσθηση δεν την έχω χάσει ποτέ. Προσπαθώ ακόμη να τη διατηρώ, μαζί με την αίσθηση του παιχνιδιού.

Εξίσου σημαντική για μένα είναι η συνεργασία με άλλους μουσικούς. Νιώθω ότι είμαι άνθρωπος της ομάδας. Μου αρέσει να παίζω με κόσμο, να μοιράζομαι πράγματα. Κάνω και αρκετές δουλειές μόνος μου, κυρίως στο θέατρο, αλλά η μουσική, όπως την έμαθα, είναι κάτι συλλογικό. Έμαθα να υπάρχω μέσα από μπάντες, μέσα από παρέες μουσικών, μέσα από ομάδες. Αυτό είναι που κρατώ μέχρι σήμερα.

Μου έκανε εντύπωση που χρησιμοποιείς τη λέξη «παιχνίδι». Δεν την ακούς συχνά από έναν μουσικό.

Έτσι τη νιώθω. Μέσα από το παιχνίδι, τη διάδραση και τον πειραματισμό γεννιούνται οι μουσικές, αλλά και οι φιλίες. Στη Θεσσαλονίκη στάθηκα τυχερός γιατί βρέθηκα πολύ νωρίς δίπλα σε ανθρώπους μεγαλύτερους από εμένα που με αγκάλιασαν. Ήταν η παρέα του Σωκράτη Μάλαμα, το στούντιο του Νίκου Παπάζογλου, ο Γιώργος Καζαντζής, ο Μπάμπης Παπαδόπουλος, οι Τρύπες, ο Αγγελάκας, οι ηχολήπτες της πόλης. Τότε η Θεσσαλονίκη είχε πολλά στούντιο και μια πολύ ζωντανή μουσική κοινότητα. Ξεκίνησα, λοιπόν, ως μέλος μιας ομάδας και αυτή η αίσθηση με ακολουθεί μέχρι σήμερα.

Έκανες αναφορά σε πολλά σημαντικά ονόματα. Υπήρξε, όμως, κάποια συνεργασία που καθόρισε περισσότερο τη μουσική σου πορεία;

Θα αναφέρω σίγουρα τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και την μπάντα που δημιουργήσαμε μαζί με τον Μπάμπη Παπαδόπουλο. Ήταν μια πολύ σημαντική συνεργασία, τόσο μουσικά όσο και γιατί με έφερε σε επαφή με περισσότερο κόσμο. Αν όμως πρέπει να ξεχωρίσω κάτι που άλλαξε πραγματικά τον τρόπο που σκεφτόμουν τη μουσική, αυτό ήταν το ντουέτο Sancho 003 με τον Κώστα Παντέλη και η συνεργασία μας με τη χορευτική ομάδα Sinequanon. Από το 2004 μέχρι περίπου το 2015 δημιουργήσαμε μαζί επτά παραστάσεις. Εκείνη η ομάδα μάς άνοιξε έναν καινούριο κόσμο: τον κόσμο του θεάτρου και των παραστατικών τεχνών. Μέχρι τότε με ενδιέφερε κυρίως να είμαι οργανοπαίκτης, να συμμετέχω σε μπάντες. Μέσα από αυτή τη συνεργασία άρχισα να με ενδιαφέρει περισσότερο η σύνθεση, ο χορός, η σχέση της μουσικής με τη σκηνή και γενικότερα οι άλλες μορφές τέχνης. Ήταν μια εμπειρία που μας διαμόρφωσε βαθιά.

Σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια και τόσες συνεργασίες, τι είναι αυτό που σε κάνει να λές «ναι» σε μια νέα πρόταση;

Τα κριτήρια αλλάζουν κάθε φορά. Μπορεί να πω «ναι» γιατί εκτιμώ έναν άνθρωπο, γιατί τον γνωρίζω ή γιατί έχω απλώς μια πολύ καλή αίσθηση. Και φυσικά μπορεί να αποδειχθεί ότι έκανα και λάθος. Πηγαίνω αρκετά με τη διαίσθησή μου. Μου αρέσει να συνεργάζομαι με νέους ανθρώπους. Με ιντριγκάρει κάποιος που έχει όρεξη, μια ωραία ιδέα στο κεφάλι του και ξέρει να τη μεταφέρει. Θέλω να βρίσκομαι και στα πρώτα βήματα των ανθρώπων. Αυτό συνέβαινε πάντα και στη δισκογραφία. Έχω παίξει και συνεχίζω να παίζω σε δουλειές νέων μουσικών. Το ίδιο συμβαίνει και στο θέατρο. Φέτος, για παράδειγμα, συνεργάστηκα με τον Τάσο Πετρίτση στη Διόρθωση του Μπέρνχαρντ, στις Ροές. Από τον τρόπο που μου μίλησε στην πρώτη μας συνάντηση κατάλαβα ότι είχε κάτι ξεχωριστό. Νομίζω πως, τελικά, εξακολουθώ να μπαίνω στα καινούρια πράγματα περισσότερο με την αίσθηση παρά με τη λογική.

Παρακολουθείς επομένως τους νεότερους μουσικούς που ασχολούνται σήμερα με την ελληνική παράδοση. Υπάρχει κάτι που σε ενθουσιάζει ή, αντίθετα, σε προβληματίζει σε αυτή τη νέα γενιά;

Κι εγώ γνώρισα την παράδοση σχετικά αργά. Μέσα από τη συνεργασία μου με τον Σωκράτη Μάλαμα και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου άρχισα να ψάχνω βαθύτερα το ελληνικό τραγούδι και, στη συνέχεια, την παραδοσιακή μουσική. Η «πετριά», όπως λέμε, με βρήκε σε μεγαλύτερη ηλικία. Σήμερα υπάρχουν πολλά παιδιά που ασχολούνται με την παράδοση σε πολύ υψηλό επίπεδο. Τα μουσικά σχολεία έχουν παίξει σημαντικό ρόλο σε αυτό. Οι νέοι μουσικοί βγαίνουν με γνώσεις, ακούσματα, δασκάλους και μια πολύ καλύτερη μουσική εκπαίδευση από αυτή που υπήρχε παλιότερα. Το ενδιαφέρον, όμως, είναι τι γίνεται μετά. Τι παραδίδουν οι ίδιοι στη συνέχεια. Νομίζω ότι σήμερα υπάρχει μια πολύ σοβαρή σκηνή στην Ελλάδα που ασχολείται δημιουργικά με την παράδοση.

Εμένα με συγκινεί βαθιά όταν ακούω το ηχόχρωμα της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής να συναντά σύγχρονους ήχους. Τα ίδια τα παραδοσιακά όργανα έχουν έναν απίστευτο πλούτο. Υπάρχουν πολλές μπάντες και πολλοί μουσικοί που αντλούν από αυτή την παράδοση και προσπαθούν να τη γεφυρώσουν με κάτι νέο. Με συγκινεί όταν βλέπω ένα μικρό παιδί να παίζει ένα κομμάτι στο κλαρίνο όπως το έπαιζαν οι μεγάλοι δεξιοτέχνες, ο Οδυσσέας Καρύδης, ο Τάκης Σούκας ή ο Λουκάς Χαλκιάς. Να έχει αποτυπώσει αυτό το ηχόχρωμα, αυτόν τον τρόπο παιξίματος. Με συγκινεί όμως το ίδιο κι ένα παιδί που θα πάρει ένα στοιχείο από ένα παραδοσιακό τραγούδι και θα φτιάξει κάτι εντελώς δικό του.

Υπάρχει πάντως πάντα αυτή η συζήτηση: μέχρι ποιο σημείο μπορούμε να «πειράζουμε» την παράδοση;

Νομίζω πως αυτή είναι μια πολύ λεπτή ισορροπία. Κάποτε ένας μεταφραστής του Έλιοτ στα ελληνικά και του Σεφέρη στα αγγλικά είχε γράψει κάτι που θυμάμαι, πως κάθε τι παλιό που πεθαίνει μέσα μας, η θνησιμότητά του μάς μολύνει. Αν όμως δεν πάρουμε μαζί μας αυτό το παλιό στοιχείο, υπάρχει ο κίνδυνος να χάσουμε και τη ζωτικότητά μας. Αυτό συνοψίζει, νομίζω, τη σχέση μας με την παράδοση. Χρειάζεται μια ισορροπία.

Υπάρχουν μουσικά όργανα, όπως το βιολί ή το κλαρίνο, που για πολλά χρόνια κουβαλούσαν και κάποια στερεότυπα. Νιώθεις ότι αυτά έχουν πλέον ξεπεραστεί;

Νομίζω πως ναι. Αν σκεφτεί κανείς την Ελλάδα πριν από τον Σαββόπουλο, ιδιαίτερα για τη γενιά του ’60 και του ’70, το κλαρίνο και γενικότερα η δημοτική μουσική είχαν συνδεθεί, σε μεγάλο βαθμό, με τη δικτατορία. Είχαν χρησιμοποιηθεί για να υπηρετήσουν μια συγκεκριμένη αντίληψη περί εθνικού φρονήματος και αυτό είχε δημιουργήσει ένα στερεότυπο. Πολλοί άνθρωποι άκουγαν ένα παραδοσιακό άκουσμα και αντιδρούσαν σχεδόν αυτόματα. Στη συνέχεια, ο Σαββόπουλος, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και πολλοί ακόμη μουσικοί ανέδειξαν ξανά τους μεγάλους λαϊκούς οργανοπαίκτες και τον πραγματικό πλούτο αυτής της μουσικής. Νομίζω πως βοήθησαν να απενοχοποιηθεί αυτό το στερεότυπο. Σιγά σιγά ο κόσμος άρχισε να προσεγγίζει ξανά την παραδοσιακή μουσική και να ανακαλύπτει τους σπουδαίους μουσικούς που την υπηρέτησαν. Αυτοί οι λαϊκοί οργανοπαίκτες είναι πολύ σημαντικά κεφάλαια της δικής μας μουσικής παράδοσης. Είναι ένας τεράστιος μουσικός πλούτος.

Υπάρχει κάποιο παραδοσιακό τραγούδι στο οποίο επιστρέφεις συχνά;

Τον τελευταίο καιρό ακούω συνεχώς τον Ήλιο βασίλεψε από τον Γιώργο Παπασιδέρη. Μάλιστα το έχουμε διασκευάσει και θα το παρουσιάσουμε και στις εμφανίσεις μας. Γενικά αγαπώ πολύ τη μουσική της Ηπείρου, τα τραγούδια του Πωγωνίου, αλλά και τη μουσική των νησιών. Έχω και τους δικούς μου «ήρωες», όπως ο Στάθης Κουκουλάκης από τη Νάξο. Η Ελλάδα έχει έναν απίστευτο μουσικό πλούτο. Κάθε λίγα χιλιόμετρα αλλάζει η μουσική, αλλάζουν οι ρυθμοί, τα όργανα, οι ορχήστρες, ο τρόπος που παίζουν οι άνθρωποι. Είναι ένας κόσμος που δεν τελειώνει ποτέ.

Στη συναυλία με τον Γιαν Βαν Αγγελόπουλο η παράδοση συναντά τους ηλεκτρονικούς ήχους και τα modular synths. Πώς καταφέρνετε να μην χαθεί η ψυχή αυτής της μουσικής;

Με τον Γιαν δεν ξεκινήσαμε διασκευάζοντας παραδοσιακά τραγούδια. Νομίζω πως ακολουθήσαμε τον αντίθετο δρόμο. Δεν βασιζόμαστε σε συγκεκριμένες παραδοσιακές μελωδίες. Μας ενδιαφέρει περισσότερο η μουσική γλώσσα, το ιδίωμα κάθε τόπου. Παίρνουμε αυτά τα στοιχεία και πάνω τους χτίζουμε καινούργιες συνθέσεις. Είναι σαν να μπαίνεις σε ένα παλιό σπίτι και να βρίσκεις ένα σπασμένο πάτωμα με όμορφα πλακάκια. Παίρνεις αυτά τα κομμάτια και φτιάχνεις κάτι καινούργιο. Έτσι δουλεύουμε κι εμείς. Αντλούμε από τα μουσικά ιδιώματα της ελληνικής παράδοσης και τα περνάμε μέσα από ένα σύγχρονο φίλτρο: τα αναλογικά synths του Γιαν, τα πετάλια και τις λούπες που χρησιμοποιώ εγώ στο βιολί, αλλά και τον αυτοσχεδιασμό. Στην ουσία δημιουργούμε ένα καινούργιο υβρίδιο που κρατά μέσα του τη μνήμη της παράδοσης, χωρίς να την αντιγράφει.

Πόσος χώρος υπάρχει για αυτοσχεδιασμό σε αυτή την παράσταση;

Το πρόγραμμα είναι αρκετά δομημένο. Το έχουμε παίξει πολλές φορές και, μετά και την ευρωπαϊκή περιοδεία που κάναμε πριν από δύο χρόνια, έχει αποκτήσει μια σταθερή μορφή. Μέσα σε αυτήν, όμως, υπάρχουν μικρά «ξέφωτα» όπου όλα είναι ανοιχτά. Εκεί αφήνουμε χώρο στον αυτοσχεδιασμό και στη διάδραση με τον χώρο και το κοινό. Εκεί μπορεί κάθε φορά να γεννηθεί κάτι διαφορετικό.

Σε ενδιαφέρει ακόμη η δισκογραφία ή πιστεύεις ότι η πραγματική ζωή της μουσικής βρίσκεται πλέον κυρίως στη σκηνή;

Έχω μάθει με έναν πιο παλιό τρόπο να αντιμετωπίζω τη μουσική. Όταν ολοκληρώνω μια δουλειά, θέλω να την ηχογραφώ και να κυκλοφορεί. Πολλές φορές χρηματοδοτούμε μόνοι μας αυτές τις προσπάθειες, ακόμη κι αν ξέρουμε ότι δεν υπάρχει πια το ίδιο εμπορικό ενδιαφέρον για το φυσικό προϊόν. Παρ’ όλα αυτά, μου αρέσει η ιδέα να υπάρχει ένας δίσκος, ένα βινύλιο ή ακόμη κι ένα CD, που κάποιος θα το πιάσει στα χέρια του, θα το βάλει να παίξει και θα το ακούσει ολόκληρο. Φυσικά, σήμερα ακούμε κυρίως μουσική μέσα από τις πλατφόρμες και κάθε καινούργια δουλειά φροντίζουμε να υπάρχει και εκεί. Όμως εξακολουθεί να με ενδιαφέρει πολύ η δισκογραφία και η ύπαρξη ενός φυσικού αντικειμένου. Ξέρω ότι ο κόσμος αλλάζει. Τα CD έχουν σχεδόν εξαφανιστεί και η γενιά μας προσπαθεί να προσαρμοστεί σε μια διαφορετική πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που θέλουν να ακούσουν τη μουσική με αυτόν τον τρόπο και αυτό εξακολουθεί να με αφορά.

Ως ακροατής αισθάνεσαι ότι έχεις αλλάξει; Ακούς σήμερα πράγματα που δεν θα ακούγες πριν από είκοσι χρόνια;

Ναι, πολύ. Ακούω συχνά ανθρώπους να λένε πως «δεν βγαίνουν πια καλά πράγματα». Εγώ πιστεύω ακριβώς το αντίθετο. Σήμερα παράγεται περισσότερη μουσική από ποτέ. Η διαφορά είναι ότι έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο την ανακαλύπτουμε. Παλιά ακούγαμε όλοι λίγο-πολύ τα ίδια πράγματα: το κρατικό ραδιόφωνο, λίγες συγκεκριμένες εκπομπές, ένα μουσικό περιοδικό. Σήμερα υπάρχει τεράστια πληροφορία. Ο ακροατής πρέπει να γίνει και ερευνητής. Χρειάζεται να ψάξει, ακόμη και να ξεφύγει λίγο από τον αλγόριθμο. Και όταν ψάχνεις, βρίσκεις συνεχώς πολύ όμορφα πράγματα. Νομίζω πως σήμερα είμαι πολύ πιο ανοιχτός στα ακούσματά μου. Δεν κατατάσσω πλέον τη μουσική σε είδη. Μπορεί να μου αρέσουν εντελώς ετερόκλητα πράγματα και αυτό, πιστεύω, αποτυπώνεται και σε όσα κάνω.

Ετοιμάζεις ήδη αρκετές νέες δουλειές για τη θεατρική σκηνή.

Ναι, έχω αρκετά πράγματα μπροστά μου. Τον Ιούλιο θα παρουσιάσουμε τα Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου του Θοδωρή Γκόνη στη Μικρή Επίδαυρο, μια παράσταση με έντονο μουσικό στοιχείο. Παράλληλα, ετοιμάζω το sound design για τις Ευτυχισμένες μέρες του Δημήτρη Τάρλοου στο Φεστιβάλ Άνδρου. Από τον Σεπτέμβριο θα βρίσκομαι ξανά στο θέατρο, με νέες συνεργασίες, ανάμεσά τους μια παράσταση με τον Γιάννη Χουβαρδά στο Θέατρο Τέχνης, αλλά και μια ακόμη δουλειά στο Εθνικό Θέατρο. Είναι μια περίοδος με πολλή δημιουργική κινητικότητα.

Η συναυλία θα πραγματοποιηθεί στο Αίθριο της ΣΤΟΑ Culture, έναν νέο χώρο που φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως σημείο συνάντησης διαφορετικών μορφών τέχνης. Πόσο σημαντικοί είναι για εσένα τέτοιοι χώροι;

Κάθε καινούργιος χώρος που ανοίγει και φιλοξενεί ζωντανά πράγματα είναι πολύτιμος. Οι χώροι έχουν μεγάλη σημασία, γιατί η μουσική ολοκληρώνεται όταν συναντά τον κόσμο. Ειδικά για τη μουσική που παίζουμε εμείς, που βασίζεται στη ζωντανή εμπειρία, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν χώροι με ωραίες συνθήκες, καλή αισθητική και ανθρώπους που ενδιαφέρονται πραγματικά για αυτό που παρουσιάζουν. Γι’ αυτό κάθε νέος χώρος που δημιουργείται και φιλοξενεί τέτοιες δράσεις είναι μια πολύ ευχάριστη εξέλιξη.

Ο Φώτης Σιώτας προτείνει: «Αν θέλεις να μπεις στον κόσμο μας πριν από τη συναυλία, άκου τον “Σκοπό της Νύχτας”, το πρόσφατο single μας. Κι αν θέλεις να ακούσεις έναν ολόκληρο δίσκο, βάλε το Folks Nowadays. Το εξώφυλλό του είναι έργο της εικαστικού Χριστίνας Κάμπαρη, την οποία αγαπώ πολύ.»

Info:

Γιαν Βαν Αγγελόπουλος και Φώτης Σιώτας συναντιούνται στη ΣΤΟΑ Culture | Παρασκευή 10 Ιουλίου στις 21:00