Η «Παρθενόπη» είναι η καινούργια ταινία του βραβευμένου με όσκαρ για την «Τέλεια Ομορφιά» Πάολο Σορεντίνο, που ξεκίνησε εδώ και λίγες μέρες να προβάλλεται και στην Ελλάδα. Tρία χρόνια μετά το «Χέρι του Θεού» ο Σορεντίνο επιστρέφει στη Νάπολη, κινηματογραφώντας την εντελώς ξελογιασμένα. Εντελώς ξελογιασμένα κινηματογραφεί και την πρωταγωνίστρια του, τη Σελέστ Ντάλα Πόρτα, στον ομώνυμο και πρώτο της μεγάλο ρόλο. Είχαμε την ευκαιρία να τη δούμε την Σελέστ στην avant premiere, και να της κάνουμε ερωτήσεις:

 

Μπορούμε να πούμε ότι η «Παρθενόπη» είναι μια ταινία που στηρίζεται στη διάκριση ανάμεσα σε δυο βλέμματα; Στο μαγεμένο βλέμμα των άλλων ανθρώπων προς την Παρθενόπη και στο βλέμμα της Παρθενόπης προς τους άλλους, που είναι περισσότερο ανθρωπολογικό;

Nαι, πιστεύω ότι υπάρχει αυτή η διαφορά. Όσο η ηρωίδα είναι πιο νέα και ανακαλύπτει ακόμη τον εαυτό της και διαμορφώνει την προσωπικότητά της, εξαρτάται πολύ περισσότερο από το πώς προβάλλεται το βλέμμα των άλλων πάνω της, από το πώς φαίνεται στα μάτια των άλλων. Στη δεύτερη φάση όμως, όταν πια μεγαλώνει, παύει να την αφορά τόσο πώς τη βλέπουν οι άλλοι και δίνει μεγαλύτερη σημασία στο δικό της βλέμμα της προς τα έξω, στην προσπάθειά της να καταλάβει τους άλλους σε ανθρωπολογικό επίπεδο.

Αλλά αυτό είναι κάτι που πιστεύω ότι συμβαίνει και γενικότερα: οι νέοι έχουν πιο πολύ την ανάγκη να ξέρουν πώς τους βλέπουν, ενώ μεγαλώνοντας έχουν άλλη αυτοπεποίθηση, άλλη αυτογνωσία και δεν εξαρτώνται τόσο απ’ αυτή την προβολή.

 

 

Πιστεύεις ότι όταν η Παρθενόπη είναι πιο νέα βλέπει τον κόσμο περισσότερο συναισθηματικά και ότι μεγαλώνοντας το βλέμμα της γίνεται πιο αποστασιοποιημένο; Kαι τελικά το βλέμμα της ανθρωπολόγου την εμποδίζει ή όχι να ζει με την καρδιά της;

Η Παρθενόπη είχε από μικρή αυτή την κλίση, αλλά μεγαλώνοντας η ανθρωπολογία γίνεται το κλειδί του βλέμματός της, το μέσο που της δίνει τη δυνατότητα να διερμηνεύει την πραγματικότητα. Και όχι μόνο δεν την εμποδίζει, αλλά ίσα ίσα, μέσω της ανθρωπολογίας αναπτύσσεται και εξελίσσει τον ψυχικό της κόσμο. Δεν αντιτίθενται το ένα στο άλλο, σχετίζονται πολύ. Ο συναισθηματικός κόσμος και η καρδιά είναι πολύ παρούσες στον χαρακτήρα της.

Πώς είναι, τόσο για την ηρωίδα όσο και για την ίδια, να νιώθει διαρκώς το βλέμμα όλων πάνω της; Το να κοιτούν οι άλλοι μια όμορφη γυναίκα συνεχώς με έναν συγκεκριμένο τρόπο, γίνεται τελικά μέρος της ίδιας της της ταυτότητας;

Στη ζωή κάθε πράγμα σε επηρεάζει με τον δικό του τρόπο, άρα ενδεχομένως κι όλες αυτές οι ματιές. Θεωρώ όμως ότι την Παρθενόπη δεν την επηρεάζουν προς τη λάθος κατεύθυνση, αλλά ότι αντίθετα της επιτρέπουν να δει τα πράγματα πιο κριτικά και με μια απόσταση.

 

 

Η Παρθενόπη συναντά διάφορους άντρες που έχουν μια μορφή εξουσίας (έναν πλούσιο πλέι μπόι, έναν μαφιόζο, έναν ιερέα, έναν συγγραφέα, έναν καθηγητή πανεπιστημίου). Θεωρεί ότι αυτό αρχικά δημιουργεί μια ανισορροπία στη σχέση τους, που εξισορροπείται με τη δική της ομορφιά;

Είναι διαφορετικές κατηγορίες. Άλλοι που δεν μπορούν ποτέ να την έχουν και να την κάνουν δική τους, επειδή η Παρθενόπη είναι μυστηριώδης και άπιαστη για τους ίδιους, μπορεί να ήθελαν να έχουν εξουσία πάνω της. Mε τον καθηγητή, που είναι μια πατρική φιγούρα, βρίσκουν πάντα άλλη ισορροπία μέσω της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Με τον επίσκοπο υπάρχει μια σχέση όπου πηγαίνει η ίδια προς εκείνον. Άρα όχι δεν βλέπω άνδρες που ασκούν πάνω της εξουσία. 

Πώς σου φαίνεται ότι στην ταινία ίσως οι μόνοι χαρακτήρες που δεν κοιτάνε την Παρθενόπη με θαυμασμό είναι οι γονείς της;

Αυτό συμβαίνει δυστυχώς πολύ συχνά στη ζωή των ανθρώπων, να γεννιέσαι σε μια οικογένεια κρύα, όπου το οικογενειακό περιβάλλον δεν στηρίζει τα παιδιά. Ευτυχώς βέβαια η δική μου εμπειρία είναι πολύ διαφορετική. Στην ταινία τώρα ο Σορεντίνο επέλεξε να δείξει συγκεκριμένες συναντήσεις της Παρθενόπης με τους γονείς της, που μπορούν πράγματι να ερμηνευτούν έτσι, αλλά ίσως φωτίζεται μόνο μια πλευρά της σχέσης τους. 

 

 

Πώς είναι η πρώτη σου ουσιαστικά μεγάλη ταινία να είναι και επικεντρωμένη εντελώς πάνω σου ως πρωταγωνίστρια; Τι ένιωσες όταν έμαθες ότι πήρες τον ρόλο; 

Επιλέχθηκα μετά από πάρα πολλές οντισιόν. Και από τη μια ένιωσα πάρα πολύ ευγνώμων, από την άλλη ένιωσα και φοβισμένη, γιατί ήξερα ότι από εδώ και πέρα ερχόταν μια ζωή κι ένα μέλλον διαφορετικά από αυτά που είχα φανταστεί. Αλλά ένας ηθοποιός, όταν παίρνει έναν ρόλο, είναι εντελώς απαραίτητο να σωπαίνει τον εσωτερικό του κριτή και να δουλεύει με αυτοπεποίθηση. Ακόμα μου δημιουργεί ένα πολύ ιδιαίτερο συναίσθημα, τόσο το γεγονός ότι το έχω κάνει, αλλά και το να με βλέπω να πρωταγωνιστώ στην ταινία.

Έχουν έρθει προτάσεις από Αμερική ή απ’ το εξωτερικό γενικότερα; Σε ενδιαφέρει το ενδεχόμενο μιας διεθνούς καριέρας;

Όχι, δεν έχουν έρθει ακόμα. Σίγουρα είναι κάτι που με ενδιαφέρει πολύ, εννοείται εφόσον οι προτάσεις πληρούν κάποιες προϋποθέσεις.

Ποια η σχέση σου με τη Νάπολι πριν την ταινία;

Δεν την ήξερα τόσο καλά. Την αντιμετώπιζα λίγο επιφανειακά. Με τα γυρίσματα μου δόθηκε η δυνατότητα να αισθανθώ Ναπολιτάνα, την έμαθα καλά, την αγάπησα. Το ωραίο με τη δουλειά του ηθοποιού είναι κι αυτό, ότι μπορείς να γίνεσαι κάποιος άλλος όταν μπαίνεις μέσα σε ένα διαφορετικό πλαίσιο.

 

 

Εκτός όλων των άλλων είχες την ευκαιρία να μοιραστείς λίγες σκηνές με τον Γκάρι Όλντμαν. Κάτι που σου είπε, κάτι που σε συμβούλευσε, κάτι που σου έμεινε;

Να προστατεύω και να διαφυλάσσω τον ιδιωτικό μου χώρο.

Σε μια σκηνή, μια σταρ του σινεμά στην οποία απευθύνεται η Παρθενόπη, της λέει ότι παρότι είναι όμορφη το βλέμμα της είναι σβηστό και δεν θα κάνει καριέρα στον κινηματογράφο. Θεωρείς ότι της το λέει επειδή το πιστεύει ή επειδή τη ζηλεύει;

Νομίζω ότι της είπε την αλήθεια κι ότι τα μάτια της δεν ήταν έτοιμα για την κάμερα. Όταν τη συνάντησε τα μάτια της Παρθενόπης είχαν πολύ πόνο και τους έλειπε η χαρά. Ξαναβρίσκουν τη λάμψη τους αργότερα, όταν βρίσκει κι η ίδια τον δρόμο της και το νόημά της. Όταν είσαι ηθοποιός όμως όλα τα συναισθήματα πρέπει να είναι ζωντανά στο βλέμμα σου. Γιατί στην κάμερα όλα φαίνονται.