Με την πρώτη ματιά, τα βιβλία του James Norbury μοιάζουν σχεδόν παιδικά. Με τη δεύτερη, είναι μικρές προσευχές για μια απλούστερη, πιο γαλήνια ζωή. Πίσω από αυτά, όμως, βρίσκεται ένας άνθρωπος που έζησε δύσκολα, αλλά βρήκε τον δρόμο του μέσα από «λάθη» και βαθιά πίστη στη σοφία των πιο απλών πραγμάτων.

Όταν συνάντησα τον James Norbury πριν από λίγο καιρό με αφορμή την πιο πρόσφατη κυκλοφορία του «Ακολουθώντας το Φεγγάρι», είχα ήδη νιώσει τη ζεστασιά των βιβλίων του. Την τρυφερή σιωπή στις σελίδες που αφήνει χώρο για εσωτερικές απαντήσεις, τις μικρές κουβέντες ενός πάντα και ενός δράκου, μιας σκυλίτσας και ενός λύκου που με απλότητα λένε τα πιο ουσιώδη. Πίσω από αυτή τη στοχαστική σκέψη, φυσικό ήταν να ανακαλύψω έναν άνθρωπο με μεγάλη διαδρομή και βάθος.

Ξεκινήσαμε να μιλάμε για τα ζώα. Γιατί σε όλα του τα βιβλία οι ήρωες είναι ζώα – όχι άνθρωποι. «Τα ζώα έχουν πάντα έναν συμβολισμό για τους ανθρώπους», μου είπε. «Είναι κάτι απαραίτητο στη δημιουργία του αφηγήματός μου». Δεν προσπαθεί να τα «ανθρωποποιήσει», αλλά να μας φέρει πιο κοντά σε ό,τι είμαστε κάτω από την επιφάνεια: απλά πλάσματα που αναζητούν την αγάπη, την ασφάλεια, το νόημα.

«Είμαστε απλά ζώα όπως οι γάτες και οι σκύλοι», λέει, «αλλά με την ευφυΐα μας συχνά, καταφέρνουμε να κάνουμε τις ζωές μας απίστευτα δύσκολες και περίπλοκες».

 

Η απλότητα, αυτό το φαινομενικά αυτονόητο πράγμα, είναι ο θεμέλιος λίθος στη δουλειά του. «Ναι, είναι δύσκολο να βρεις την απλότητα σήμερα», παραδέχεται. «Όλοι την αναζητούμε, όλοι ψάχνουμε την ευτυχία, αλλά δεν ξέρουμε τον τρόπο να την κατακτήσουμε». Οι χαρακτήρες του μάς δείχνουν αυτόν τον τρόπο χωρίς να μας τον επιβάλλουν – με ήρεμη επιμονή και με τη γλυκιά σοφία που γεννιέται από την εμπειρία και όχι από τη θεωρία.

Τον ρώτησα αν υπάρχουν στιγμές δημιουργικού μπλοκαρίσματος. Γέλασε. «Φυσικά. Όταν συμβαίνει αυτό, απλώς κάνω πίσω. Ξέρω ότι η δημιουργικότητα θα επιστρέψει».

Τι κάνει τότε; «Πηγαίνω σε σπίτια φίλων και βάφω τοίχους. Ή κάνω ανακαίνιση στο δικό μου σπίτι». Η δημιουργικότητα, φαίνεται, δεν είναι γι’ αυτόν φλόγα που κρατάς με το ζόρι αναμμένη – αλλά φως που έρχεται όταν του ανοίξεις χώρο.

Κι αν κάτι αναπάντεχο υπάρχει στον κόσμο του, αυτό είναι… μια γάτα. Έχει πέντε. Τον ακολουθούν, τον κοιτούν επίμονα την ώρα που γράφει ή ζωγραφίζει. Δεν είναι μόνο συντροφιά. Είναι κάτι σαν παρουσία που τον δένει με τον κόσμο των χαρακτήρων του.

Ο Norbury δεν έχει σπουδάσει τέχνη. Δεν είναι απόφοιτος κάποιας σχολής design. Είναι αυτοδίδακτος – κι αυτό ίσως εξηγεί γιατί τα σκίτσα του είναι τόσο αφοπλιστικά ειλικρινή. Έζησε δύσκολα. Έχασε χρήματα, βίωσε κατάθλιψη, έζησε για ένα διάστημα σε ένα μικρό πλοιάριο. Για πολλά χρόνια ζούσε μαζί με τη γυναίκα του κάτω από το όριο φτώχειας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κι όμως, μου είπε, δεν ένιωθαν αγωνία. Πάντα έβρισκαν κάτι να φάνε από τη γενναιόδωρη φύση. Αυτό που πραγματικά τους φόβιζε ήταν η πιθανότητα να αρρωστήσει κάποιο από τα ζώα τους – γιατί τότε δεν θα μπορούσαν να του προσφέρουν την ιατρική φροντίδα που χρειαζόταν.

Κάπου εκεί, σε αυτή τη σιωπή και την απώλεια, έπεσε στα χέρια του ένα βιβλίο βουδισμού. Ήταν η σπίθα. Άρχισε να ζωγραφίζει για να καταλάβει τον εαυτό του. Έτσι γεννήθηκε το μικρό ασπρόμαυρο Πάντα.

Στη σκέψη του έχει επηρεαστεί από συγγραφείς όπως ο James Altucher και ειδικά από το βιβλίο “The Power of No”. «Με βοήθησε να καταλάβω ότι μπορώ να ανακτήσω τον έλεγχο του μυαλού μου», μου είπε. Κάτι τόσο απλό και τόσο θεμελιώδες – σαν όλα όσα γράφει.

Δεν έχει ταξιδέψει πολύ. Έχει πάει σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες για παρουσιάσεις βιβλίων, αλλά θα ήθελε να επισκεφθεί την Ινδία. Όταν τον ρώτησα πού θα ήθελε να δημιουργήσει μια τοιχογραφία και ποια θα ήταν η θεματική της η απάντησή του με ξάφνιασε. «Θα ήθελα να δημιουργήσω ένα δυστοπικό τοπίο στην Ιαπωνία, κάτι που να θυμίζει την ταινία Blade Runner, μια από τις αγαπημένες μου». Πίσω από την απλότητα, υπάρχει φαντασία. Μια φαντασία που χωράει και το σκοτεινό και το φωτεινό.

 

«Το θέμα που διατρέχει το μεγαλύτερο μέρος της τέχνης και της γραφής μου είναι η δυστοπία και η μοναξιά», μου είπε. «Ακόμη και στο Μεγάλο Πάντα και ο Μικρός Δράκος, οι χαρακτήρες είναι μοναχικοί ταξιδιώτες σ’ έναν γαλήνιο, άδειο κόσμο». Η ηρεμία, επομένως, δεν είναι το φόντο της γαλήνης, αλλά της απόστασης — μια σιωπή που εμπεριέχει απώλεια, αλλά και αποδοχή.

Κι όμως, παρά την επιτυχία του, ο James Norbury παραμένει ένας δημιουργός που δουλεύει αθόρυβα, επίμονα και με δική του πυξίδα. Μου αποκάλυψε ότι έχει γράψει σχεδόν τριάντα βιβλία, πολλά από τα οποία δεν έχουν εκδοθεί. Δεν γράφει για να εκδοθεί. Γράφει γιατί χρειάζεται να το κάνει. Έχει ήδη ιδέες για ένα μυθιστόρημα, το οποίο σκέφτεται να ξεκινήσει τον επόμενο χρόνο – ένα βήμα πιο μακριά από τον κόσμο του Πάντα, αλλά πάντα με την ίδια βαθιά, ζεστή ματιά στον άνθρωπο.

Προς το τέλος της κουβέντας μας, του ζήτησα να μου περιγράψει μια εικόνα που τον εκφράζει. Μου μίλησε για ένα σκίτσο που έχει ήδη φτιάξει: το Πάντα και ο Δράκος κοιτούν έναν όμορφο κήπο.

«Το βρήκαμε μόνο επειδή πήραμε τον λάθος δρόμο», λέει το Πάντα. Έτσι νιώθει κι εκείνος για τη ζωή του. Πολλές οι φορές που πήρε λάθος δρόμους. Μα ακολουθώντας τους συνάντησε όλα εκείνα τα όμορφα πράγματα.

Τα βιβλία του James Norbury κυκλοφορούν στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Διόπτρα.