Είμαι σίγουρη πως αν ο Marvin Gaye ζούσε όσο το προσδόκιμο ενός σύγχρονου ανθρώπου και δεν άφηνε τον μάταιο τούτο κόσμο άδικα από το όπλο του πατέρα του, μια μέρα πριν κλείσει τα 45 του χρόνια, η μουσική σήμερα θα είχε διαμορφωθεί εντελώς διαφορετικά. Ακόμα περισσότερο και η μαύρη μουσική ίσως είχε γλυτώσει κάτι από τη λαϊκή ελαφρότητά της. Ξεκίνησα με αυτόν τον πρόλογο γιατί ο José James, o οποίος μου έκανε την τιμή να απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις, δεν είναι απλά άλλος ένας σύγχρονος καλλιτέχνης που κάνει εξαιρετικούς tribute δίσκους. Είναι ένας καλλιτέχνης ο οποίος πιστεύω ακράδαντα πως έχει μέσα του κάτι από το DNA της Motown. Το 2023 μετά τη συναυλία του στο Ηρώδειο, ναι μία από τις συναυλίες της δεκαετίας μου, έγραφα στην ανταπόκριση, πως ο José James είναι ένα απίστευτο κράμα μαύρης μουσικής μπολιασμένο με απεριόριστο θαυμασμό και αγάπη για τις ρίζες του και μια ταυτόχρονη απίστευτη δύναμη στη δημιουργία πρωτογενούς υλικού, χωρίς αυτό να είναι αντιγραφή ή να προσπαθεί να τραβήξει τον ακροατή επικαλούμενο το ηχητικό συναίσθημα του παρελθόντος. Το υλικό που φτιάχνει και παραδίδει ο James θεωρώ πως είναι η φυσική συνέχεια όλων των μεγάλων John Coltrane, Marvin Gaye και Billie Holiday! Φανταστικές εναλλαγές από είδος σε είδος soul, jazz, funk, RnB… Ένας πραγματικός χαμαιλέοντας μαύρης μουσικής σε μια νέα εποχή που χαρακτηρίζεται από τη σύγχυση και την ταχύτητα.
Ερχόμενη στο 2026, έχοντας στις αποσκευές του τον δωδέκατο δίσκο του “1978”, ένα εξαιρετικό άλμπουμ γεμάτο από το πνεύμα του θρυλικού Leon Ware, επισκέπτεται την Αθήνα για δεύτερη φορά και μας παρουσιάζει στο κοίλο του Δημοτικού Θεάτρου Λυκαβηττού, σε απόσταση αναπνοής από το κοινό, ένα αφιέρωμα στην 50η επέτειο του “I Want You”, του Marvin Gaye, ενός διαχρονικού έργου, από τα πιο αισθησιακά και πρωτοποριακά άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής. Το άλμπουμ δημιουργήθηκε από τον θρυλικό Leon Ware για τη Motown Records και αποτελεί ορόσημο στην τζαζ R&B, επηρεάζοντας γενιές καλλιτεχνών, από τον Prince και τον D’Angelo μέχρι τη Mary J. Blige, τη Sade και τον Kendrick Lamar. Το “I Want You” αν δεν το έχετε ακούσει, οφείλεται στον εαυτό σας να το ακούσετε. Είναι ένα από τα μεγάλα κλασικά, όπως το Abbey Road, ή το Dark Side Of The Moon, ή το A Night at the Opera, ή το Let’s Dance.

Πριν από τη συναυλία του José James τη Δευτέρα 6 Ιουλίου στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού, (την οποία ήδη θεωρώ μια μαγική στιγμή) μίλησα μαζί του για την ισορροπία μεταξύ της παράδοσης και της ταυτόχρονης ανάγκης για πρόκληση, την αέναη jazz και την ευαλωτότητα στην RnB.
Κοιτάζοντας πίσω στην πορεία σας, υπήρξε κάποια στιγμή που συνειδητοποιήσατε ότι η καλλιτεχνική ζωή που ονειρευόσασταν γινόταν πραγματικότητα;
Πράγματι υπήρξε. Εκείνη η στιγμή ήρθε όταν έλαβα ένα email από τον θρυλικό DJ και tastemaker Gilles Peterson, ο οποίος μου έγραφε ότι ήθελε να κυκλοφορήσει το τραγούδι μου “The Dreamer” μέσω της νέας του δισκογραφικής, της Brownswood Recordings. Λίγο αργότερα μου πρότεινε συμβόλαιο και μου έδωσε τη δυνατότητα να κάνω την παραγωγή του πρώτου μου άλμπουμ, το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία στον χώρο της τζαζ. Ήταν πραγματικά μαγικό και αισθάνομαι ευγνωμοσύνη που, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, συνεχίζω να δημιουργώ μουσική για τους ακροατές μου σε όλο τον κόσμο.
Έχετε παρατηρήσει κάποιο κοινό χαρακτηριστικό ή μια ιδιαίτερη σπίθα που ενώνει καλλιτέχνες όπως ο Bill Withers και ο Leon Ware;
Εξαιρετική ερώτηση. Ειλικρινά, εκείνη η γενιά καλλιτεχνών είναι πραγματικά ξεχωριστή, γιατί αποτέλεσε τη γέφυρα ανάμεσα στην τζαζ και την R&B. Ο Marvin Gaye, ο Stevie Wonder, η Aretha Franklin, ο Al Green, ο Leon Ware και ο Bill Withers τραγουδούσαν ή γνώριζαν jazz standards από πολύ νωρίς στην πορεία τους. Πιστεύω ότι αυτό επηρέασε καθοριστικά τη συνθετική τους σκέψη και τη μουσικότητά τους — σίγουρα και την αρμονική τους γλώσσα. Στην ουσία ακολούθησαν το παράδειγμα του Ray Charles και του Quincy Jones, συνδυάζοντας το γκόσπελ με την αρμονία της τζαζ. Πρόκειται για κάτι ιδιαίτερα σύνθετο και εκλεπτυσμένο. Πάνω απ’ όλα όμως, πιστεύω ότι εκείνη η γενιά αγαπούσε τη μουσική για χάρη της ίδιας της μουσικής και όχι για τη φήμη ή την αναγνώριση. Ήταν ένα κάλεσμα, μια πνευματική αποστολή με στόχο να ανυψώσει την ανθρωπότητα. Και αυτό το αισθάνεσαι στη μουσική τους.

Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η διαφορά ανάμεσα σε έναν singer και έναν crooner;
Για μένα, ένας crooner ερμηνεύει τη μελωδία σχεδόν αυτούσια, χωρίς ιδιαίτερο μελωδικό, αρμονικό ή ρυθμικό αυτοσχεδιασμό. Σκέφτομαι ανθρώπους όπως ο Perry Como ή, σήμερα, ο Michael Bublé. Το jazz singing, από την άλλη, είναι βαθιά προσωπικό και μοναδικό. Πρόκειται για μια μεγάλη ομπρέλα κάτω από την οποία χωρούν καλλιτέχνες όπως η Billie Holiday, ο Frank Sinatra, ο Nat King Cole και η Samara Joy.
Όταν ακούτε έναν σπουδαίο τραγουδιστή, τι είναι αυτό που προσέχετε πρώτα;
Ένας μεγάλος τραγουδιστής με εντυπωσιάζει όταν δίνει την αίσθηση ότι όλα βγαίνουν απολύτως φυσικά. Αυτό μπορεί να οφείλεται είτε σε εξαιρετική τεχνική είτε και στην παντελή απουσία της. Συνήθως όμως συμβαίνει επειδή διαθέτει μια όμορφη φωνή και νιώθει άνετα μέσα στο τραγούδι. Αγαπώ τραγουδίστριες όπως η Maria Callas, η Nina Simone και η Laura Marling, παρότι έχουν εντελώς διαφορετικές φωνές και υπηρετούν διαφορετικό ρεπερτόριο. Δεν υπάρχει ένα και μοναδικό κριτήριο για να αξιολογήσεις έναν μεγάλο ερμηνευτή. Κάποιοι είναι σπουδαίοι αφηγητές, κάποιοι απλώς έχουν υπέροχο ήχο, ενώ άλλοι μεταδίδουν χαρά. Προσπαθώ λοιπόν να απολαύσω αυτό που μου προσφέρει ο κάθε τραγουδιστής και να αναρωτηθώ: «Το προσφέρει στο μέγιστο των δυνατοτήτων του;». Αυτό είναι που κάνει κάποιον σπουδαίο.
Νιώθετε σήμερα μεγαλύτερη ευθύνη να διαφυλάξετε την παράδοση ή να την αμφισβητήσετε;
Εξαιρετική ερώτηση. Νομίζω ότι η απάντηση είναι πως αισθάνομαι υποχρεωμένος να κάνω και τα δύο — συχνά ταυτόχρονα. Αυτό είναι στην ουσία η τζαζ. Ο Miles Davis το γνώριζε κάθε φορά που έπαιζε την τρομπέτα του. Από τη μία διατηρούσε ζωντανή την παράδοση της τζαζ και από την άλλη ανέτρεπε κάθε καθιερωμένο κανόνα που είχε προηγηθεί. Αυτό ακριβώς κάνει ένας μεγάλος καλλιτέχνης της τζαζ.
Τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας συγκινεί στο «I Want You» πενήντα χρόνια μετά;
Η τραγουδοποιία. Είναι συναρπαστική, γωνιώδης, απρόβλεπτη και βαθιά τζαζ. Ταυτόχρονα είναι απροκάλυπτα αισθησιακή, με έναν τρόπο που μοιάζει να γιορτάζει τόσο την αγάπη όσο και τον ερωτισμό. Η παραγωγή του Leon Ware παραμένει μία από τις κορυφαίες στιγμές στην ιστορία της Motown, ενώ το συγκεκριμένο άλμπουμ σηματοδότησε την πρώτη φορά που ένας μόνο παραγωγός διαμόρφωσε εξ ολοκλήρου τον ήχο ενός καλλιτέχνη στην εταιρεία. Χωρίς αυτό το άλμπουμ δεν θα υπήρχαν η Erykah Badu, ο D’Angelo, η Sade ή ακόμη και εγώ.
Πόσο σημαντικό είναι σήμερα να επιλέγουμε συνειδητά την αγάπη αντί για το μίσος;
Νομίζω πως η σημαντικότερη επιλογή της εποχής μας είναι να αγαπήσουμε τον εαυτό μας. Εκεί φαίνεται να βρίσκεται το μεγαλύτερο εμπόδιο για τους περισσότερους από εμάς. Όλες οι υπόλοιπες επιλογές πηγάζουν από αυτή τη συνειδητοποίηση.
Τι σας ώθησε να μιλήσετε μέσα από τη μουσική σας για ζητήματα όπως η φυλετική βία;
Νομίζω ότι όλοι οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με τέτοια ζητήματα, είτε αισθάνονται ότι έχουν ευθύνη να το κάνουν είτε όχι. Είναι κομμάτι της ζωής και της πραγματικότητας. Προσωπικά δεν κρίνω έναν καλλιτέχνη ούτε επειδή παίρνει θέση ούτε επειδή επιλέγει να μη μιλήσει. Είναι κάτι βαθιά προσωπικό. Όσον αφορά εμένα, το να γράψω για τον Trayvon Martin και τον George Floyd προέκυψε επειδή, πρώτον, κατάγομαι από τη Μινεάπολη και μεγάλωσα πολύ κοντά στο σημείο όπου δολοφονήθηκε ο George Floyd και, δεύτερον, επειδή βλέπω τον εαυτό μου στον Trayvon Martin. Κάθε μαύρος άνθρωπος που γνωρίζω έχει βιώσει το να τον παρακολουθεί ένας άγνωστος ή να γίνεται στόχος φυλετικής προκατάληψης στη γειτονιά όπου ζει. Έτσι, για μένα, δεν πρόκειται τόσο για πολιτική όσο για την αφήγηση μιας προσωπικής ιστορίας.
Πιστεύετε ότι οι καλλιτέχνες σήμερα είναι λιγότερο πρόθυμοι να δείξουν ευαλωτότητα;
Όχι, δεν το πιστεύω. Αν κοιτάξει κανείς καλλιτέχνες όπως ο Frank Ocean ή ο Kendrick Lamar, θα δει ότι είναι εξαιρετικά ευάλωτοι και ειλικρινείς. Εκείνο που έχει αλλάξει είναι η πρόσβαση που έχουν τέτοιοι ευάλωτοι και ταλαντούχοι καλλιτέχνες στο mainstream.
Πώς βλέπετε την εξέλιξη της τζαζ σήμερα σε σχέση με τα υπόλοιπα είδη της μαύρης μουσικής;
Νομίζω πως αυτή τη στιγμή είναι αδύνατο να αντιληφθούμε το εύρος της εξέλιξης της τζαζ. Υπάρχουν αμέτρητες μορφές της σε όλο τον κόσμο. Μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, την τελευταία δεκαετία, έχουμε δει μια εντυπωσιακή έκρηξη διαφορετικών εκφράσεών της. Σήμερα η τζαζ μοιάζει περισσότερο με έναν ατελείωτο γαλαξία που συνεχώς διαστέλλεται, και η τύχη του ακροατή είναι ότι μπορεί να ταξιδεύει από πλανήτη σε πλανήτη απολαμβάνοντας κάθε έναν ξεχωριστά.
Τι είδους «συζήτηση» θα θέλατε να έχετε με το αθηναϊκό κοινό αυτό το καλοκαίρι; Μια ειλικρινή συζήτηση. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο μετάβασης για την παγκόσμια κοινωνία και η μουσική υπήρξε πάντοτε ένας αγωγός συναισθημάτων, αισθήσεων και αλήθειας. Εξερευνώντας τη μουσική του Marvin Gaye και του Leon Ware — και κυρίως το τι σημαίνει να αγαπάς — ελπίζω ότι όλοι θα βρουν κάποιες απαντήσεις πριν τελειώσει η βραδιά. Και ίσως, ποιος ξέρει, βρουν και κάποιο ξεχωριστό πρόσωπο.

