Προσδεθείτε, γιατί μπαίνουμε στα βαθιά νερά της σκληροπυρηνικής πειραματικής λογοτεχνίας, εκεί όπου οι ελαφρά την καρδία αναγνώστες προχωρούν με δική τους ευθύνη. Είχα ξαναγράψει για τον Γουίλιαμ Γκας πριν από μερικά χρόνια, με αφορμή την έκδοση του magnum opus του Τούνελ στα ελληνικά για πρώτη φορά, και είχα εκθέσει όχι μόνο την άποψή μου για τη γραφή και το έργο του, αλλά και τη διαρκή συζήτηση στον ευρύτερο χώρο της λογοτεχνίας και της κριτικής γύρω από αυτού του είδους την προσέγγιση στη λογοτεχνία, μία προσέγγιση εξαιρετικά απαιτητική, έντονα φορμαλιστική και φιλοσοφική, γλωσσολογική, γνωσιολογική, μεταμυθοπλαστική και εν τέλει μεταμοντέρνα, σημειώνοντας τα επιχειρήματα τόσο των υποστηρικτών της όσο και των ορκισμένων εχθρών της. Επανέρχομαι λοιπόν ξανά στον Γουίλιαμ Γκας, αυτόν τον φοβερό και τρομερό εκπρόσωπο της «δύσκολης» λογοτεχνίας (για άλλους της «δήθεν» λογοτεχνίας) αυτή τη φορά με αφορμή την Καρτεσιανή Σονάτα και Άλλες Νουβέλες που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg.
Τι είναι λοιπόν η Καρτεσιανή Σονάτα; Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Το βιβλίο έχει τη μορφή μίας σονάτας, δηλαδή αποτελείται από επί μέρους τμήματα που εκφράζουν ένα κύριο θέμα και τις παραλλαγές του. Βεβαίως ο Γκας δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που χρησιμοποιεί τη δομή της κλασικής μουσικής σύνθεσης σε ένα πεζό έργο μυθοπλασίας. Όμως ο αθεόφοβος δεν σταματάει εκεί. Με τον όρο «καρτεσιανή» που παραπέμπει στον Ρενέ Ντεκάρτ ή Καρτέσιο, τον θεμελιωτή της σύγχρονης φιλοσοφίας, ο Γκας εξετάζει το θέμα του Θεού, του πνεύματος και της ύλης, και ιδιαίτερα τη σχέση μεταξύ τους, επιχειρώντας να διερευνήσει τα όρια της γλώσσας.
Απλό; Δεν τελειώσαμε όμως. Χρησιμοποιώντας εκτεταμένες μεταφορές, ο Γκας τελικά δημιουργεί (και θέτει υπό φιλοσοφική εξέταση) δικές του εκδοχές αυτών των τριών κεντρικών θεμάτων, φέρνοντας την ίδια τη φύση της λογοτεχνίας και της γλώσσας στο προσκήνιο. Έτσι, ο Θεός στην προκειμένη περίπτωση είναι ένας συγγραφέας που προβληματίζεται σχετικά με τους μυθοπλαστικούς του χαρακτήρες, το πνεύμα είναι ο ένας μυθοπλαστικός του χαρακτήρας, μία κακοποιημένη γυναίκα που διαισθάνεται τα πνεύματα μέσα από κάθε χροιά του ήχου και έχει γίνει ένα είδος μέντιουμ παρά τη θέλησή της, και τέλος η ύλη (ή το σώμα) είναι ο έτερος μυθοπλαστικός χαρακτήρας και σύζυγός της, ο οποίος επειδή την φθονεί και δεν την καταλαβαίνει την κακοποιεί διαρκώς σωματικά και σεξουαλικά. Ο Γκας εδώ λοιπόν χρησιμοποιεί την αλληγορία ενός κακοποιητικού συζύγου προς τη γυναίκα του ώστε να εξετάσει τη σχέση ύλης και πνεύματος, ενώ και οι δύο εν τέλει είναι απλώς μυθοπλαστικές δημιουργίες του Θεού, που δεν είναι άλλος από τον δημιουργό τους, τον συγγραφέα. Είναι όλο αυτό αρκετά μεταμοντέρνο για εσάς; Αν όχι έχει και συνέχεια.
Ακολουθούν τρεις ακόμη νουβέλες που αποτελούν παραλλαγές των ίδιων θεμάτων, υπό διαφορετικό αυτή τη φορά πρίσμα, με απόλυτη αλλά αντίστροφη συμμετρία. Έτσι, στο «Δωμάτιο συν πρωινό» έχουμε την ύλη, όπου ένας λογιστής που μένει σε μια πανσιόν γίνεται εμμονικός με τα αναρίθμητα διακοσμητικά μικροαντικείμενα και μπιμπελό στους διάφορους χώρους της πανσιόν, στο «Η Έμμα μπαίνει σε μια πρόταση της Ελίζαμπεθ Μπίσοπ» έχουμε το πνεύμα, όπου μία αποστεωμένη κοπέλα επιθυμεί κυριολεκτικά να μετουσιωθεί σε γλώσσα, μπαίνοντας μέσα στους στίχους των αγαπημένων της ποιητριών και ιδιαίτερα της Ελίζαμπεθ Μπίσοπ.
Τέλος, στο «Μετρ των μυστικών εκδικήσεων» έχουμε την εξερεύνηση μιας άλλης παραλλαγής του Θεού, όπου ένας έφηβος επιχειρεί να επιφέρει τη δικαιοσύνη που πιστεύει ότι ο πραγματικός Θεός αγνοεί, σχεδιάζοντας ένα σύνθετο πλάνο πολλαπλών εκδικήσεων. Ό,τι κι αν πιστεύεις σχετικά με τον τρόπο που προσεγγίζει τη λογοτεχνία ο Γκας, δεν μπορείς παρά να του βγάλεις το καπέλο σε ό,τι αφορά την απίστευτα σύνθετη αλλά μελετημένη φόρμα που υπηρετεί, το ευφυές και πυκνό σύστημα ιδεών με το οποίο επιχειρεί να μπολιάσει μια αφήγηση.
Πολλά ερωτήματα βεβαίως τώρα προκύπτουν: καλή η φορμαλιστική προσέγγιση του Γκας, ικανή να εντυπωσιάσει με την αρχιτεκτονική της, αλλά το κείμενο διαβάζεται; Επίσης, θα μπορούσε ο αναγνώστης να εισέλθει εις βάθος σε όλες αυτές τις προεκτάσεις της φόρμας του Γκας αν ο ίδιος, λαλίστατος γαρ, δεν είχε αναλύσει και εξηγήσει τα βιβλία του λεπτομερώς σε συνεντεύξεις και δοκίμια;
Ας προσπαθήσω να απαντήσω ως εξής: ως ένα βαθμό ο Γκας συγγενεύει με το nouveau roman, το οποίο για μένα είναι λογοτεχνία που δεν διαβάζεται. Οι Γάλλοι συγγραφείς του nouveau roman επιχείρησαν να «τερματίσουν» μορφολογικά την αφηγηματική πεζογραφία, αφαιρώντας της όλα τα βασικά χαρακτηριστικά. Οι μοντερνιστές είχαν άλλωστε ήδη αφαιρέσει τη συμβατική πλοκή, τώρα συγγραφείς όπως ο Ρομπ Γκριγιέ επιχειρούσαν να αφαιρέσουν και τους χαρακτήρες, αφήνοντας μόνο την περιγραφική γλώσσα να υπονομεύει την ίδια της τη φύση. Ενδιαφέρον σαν μορφολογικό πείραμα αλλά με αποτέλεσμα λογοτεχνία που δεν διαβάζεται. Ως ένα βαθμό λοιπόν ο Γκας επιχειρεί το ίδιο. Ως σκεπτικιστής φιλόσοφος ο ίδιος, επιχειρεί να δοκιμάσει τα όρια της αναπαράστασης και τα όρια της γλώσσας αφαιρώντας και αυτός τα υπόλοιπα στοιχεία της αφήγησης. Επίσης, ο Γκας έχει εκφράσει την αδιαφορία του για τον αναγνώστη, γράφοντας ότι το χρέος του συγγραφέα δεν είναι προς τον αναγνώστη, αλλά προς το έργο που δημιουργεί, εννοώντας ότι δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το κατά πόσο ο αναγνώστης θα κατανοήσει ή θα απολαύσει το έργο του (κάτι που έρχεται βεβαίως σε αντιδιαστολή με το πόσο πρόθυμος ήταν να αναλύσει διεξοδικά τα έργα του με κάθε αφορμή).
Αλλά προκειμένου να εξηγήσω καλύτερα τι εννοώ, ας χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα εκτός της λογοτεχνίας: Η Κρήνη του Μαρσέλ Ντυσάν είναι ένα έργο – τομή στην ιστορία της τέχνης, ένας ουρητήρας που και μόνο επειδή αφαιρείται από την τουαλέτα και τοποθετείται σε ένα μουσείο, προκαλεί καίρια ερωτήματα γύρω από το κατά πόσο ένα χρηστικό αντικείμενο μπορεί να αποτελέσει υψηλή τέχνη. Αλλά είναι ένα έργο – δήλωση. Ποιος, αλήθεια, θα βάλει τον ουρητήρα στο σαλόνι του για να θαυμάζει την ομορφιά του;
Αυτό λοιπόν είναι και το ζήτημα με τα μορφολογικά πειράματα στη λογοτεχνία. Ευτυχώς όμως για εμάς, ο Γκας μέσα του κρύβει και μία άλλη ιδιότητα που μπορεί και ο ίδιος να μην ήθελε να παραδεχθεί. Κρύβει έναν εραστή της καλής λογοτεχνίας όσο και έναν εστέτ ποιητή και εραστή της γλώσσας. Έτσι, όσο κι αν δήθεν αδιαφορεί για την έννοια του χαρακτήρα, τελικά στους χαρακτήρες βασίζεται ώστε να μεταφέρει το σύνθετο μεταφορικό του όραμα για τις ιδέες.
Επίσης, όσο κι αν ξεκινώντας την ανάγνωση μου έρχεται σχεδόν αμέσως η επιθυμία να πηδήξω σελίδες και να προχωρήσω παρακάτω (κάτι που ομολογώ ότι ενίοτε κάνω), είναι το ύφος της γραφής του και η ικανότητά του στη γλώσσα, η δυνατότητα που έχει να γράφει πανέμορφες προτάσεις που τελικά με ξανατραβάει μέσα στη σελίδα. Γιατί, πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να βρει προτάσεις όπως:
Το αίμα που κυλά στα στεγνά αγγεία του σώματός της δεν φτάνει να ροδίσει ένα δάκρυ, ενώ το δικό μου είναι σαν άμμος σε κλεψύδρα (από το τρίτο μέρος της ομώνυμης νουβέλας).
Επίσης, οι μεταφορές του δεν είναι στεγνά διανοητικές και ψυχρές. Η επιλογή του Γκας να εκφράσει την προβληματική φιλοσοφικά σχέση ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα μέσα από τη σχέση ενός άντρα που κακοποιεί την υπερευαίσθητη γυναίκα του επειδή δεν την καταλαβαίνει και αυτό τον τρομάζει, ή το να εκφράσει την ψυχή με την εικόνα μιας κοπέλας με λιπόσαρκο κορμί που αδιαφορεί τόσο πολύ για την ύλη – και την τροφή – που κινδυνεύει να εξαερωθεί, είναι πολύ δυνατές και υποδηλώνουν σπάνιο ταλέντο στη δραματοποίηση ιδεών.
Οι οπαδοί του βρίσκουν στον Γκας το αποκορύφωμα του συγγραφέα που πειραματίζεται με τη φόρμα, αφιερώνοντας τόση σκέψη στη δομή και τη γραφή του που κάνει τους περισσότερους διακεκριμένους συγγραφείς του κόσμου να μοιάζουν με απλοϊκούς μαθητές γυμνασίου. Οι επικριτές του τον θεωρούν ως το σύμβολο της πομπώδους και δήθεν λογοτεχνίας, μιας λογοτεχνίας που γράφεται για τους ακαδημαϊκούς και η οποία στερείται ψυχής και ουσίας.
Το δικό μου συμπέρασμα είναι το ίδιο όπως και στην περίπτωση του Τούνελ: Ακόμα κι αν ξεκινάω από μια θέση που βρίσκεται πιο κοντά στους επικριτές του, δεν γίνεται παρά να θαυμάσω τις ικανότητές του. Εξακολουθώ και έχω τη θεωρία ότι ο Γκας προσπάθησε να γίνει με το στανιό κάτι που δεν ήταν. Πίσω από το ζόρικο και πομπώδες προσωπείο του πειραματικού συγγραφέα που δεν νοιάζεται για τους αναγνώστες, κρύβει έναν κατά βάθος πιο παραδοσιακό πεζογράφο με εικονογραφία σπουδαίου ποιητή και ικανότητες σπουδαίου δραματουργού. Και αυτό φαίνεται, με το σταγονόμετρο μεν, αλλά φαίνεται. Έτσι, θα κλείσω όπως είχα κλείσει και την κριτική μου για το Τούνελ:
Όσα στρώματα εξεζητημένων υφολογικών πειραματισμών κι αν επιστρατεύει, όσο απαιτητικός και δυσνόητος κι αν προσπαθήσει να γίνει, η ομορφιά δεν κρύβεται.

