«”Πώς ξεχνάμε;
Πώς μπορούμε να ξεχάσουμε, άμα θέλουμε;”, ρώτησε το μικρό αγόρι που δεν είχε τίποτα να ξεχάσει στον κόσμο…»
Η μεγαλύτερη μέρα του κόσμου, Δ. Χαραλαμπόπουλος

 

Ο Δημήτρης Χαραλαμπόπουλος με την παράσταση «ΜΑ ΓΚΡΑΝ’ΜΑ» συνεχίζει την ποιητική παραστατική του σπουδή στην οριακή ανθρώπινη εμπειρία του μη αναστρέψιμου αποχωρισμού. Σπουδή που ξεκίνησε με την πρώτη του παραστασιακή απόπειρα, τον «Βέρθερο ή Έκανα Ό,τι Καλύτερο Μπορούσα» το 2023 και συνεχίστηκε με τη σκηνοθεσία της ταινίας μικρού μήκους «Η μεγαλύτερη ημέρα του κόσμου» το 2024. Δημιούργησε έτσι ένα τρίπτυχο κοινής θεματικής που βασίζεται στη βυθομέτρηση των ανθρώπινων συναισθημάτων και στην περιδίνηση των υπαρξιακών διερωτήσεων που προκαλεί ο πεπερασμένος ανθρώπινος χρόνος.

Κάποια κοινά σημαντικά δομικά υλικά των δημιουργιών του είναι η αφηγηματικότητα– συχνά με τη μορφή πραγματικής ή επινοημένης επιστολής – που σπάνια φτάνει στον αποδέκτη της-, η περιπλάνηση του κεντρικού ήρωα σε θραυσματικά ψυχικά τοπία, ο φασματικός τόπος της «επιστροφής», ο διάτρητος, κατακερματισμένος χρόνος, η ιδιοσυγκρασιακή πρόσληψη της πραγματικότητας και η συνθήκη μιας ανεπίδοτης προσωπικής εκμυστήρευσης. Κεντρικός άξονας στη διερεύνηση των παραστατικών του αναζητήσεων βρίσκεται «το αποτύπωμα της μνήμης στο ανθρώπινο βίωμα».

Στο παραστασιακό του εγχείρημα «ΜΑ ΓΚΡΑΝ’ΜΑ» περιγράφει την περιπλάνηση στα φασματικά τοπία της μνήμης και της οδύνης σε μια πορεία επούλωσης του τραύματος. Καταγράφει την απώλεια του αρχετυπικά καταγεγραμμένου στο συλλογικό μας ασυνείδητο ως του πιο τρυφερού προσώπου της παιδικής μας ηλικίας: αυτό της γιαγιάς. Το βιωματικό αυτό πένθος αποδεικνύεται καθοριστικό για τον δημιουργό αφού και η ταινία μικρού μήκους που σκηνοθέτησε είναι αφιερωμένη στο ίδιο θέμα: «Ο Έντι έχοντας μόλις χάσει τη γιαγιά του περιπλανιέται στους δρόμους της Αθήνας και σε αυτούς της μνήμης του κατά τη διάρκεια της πιο μεγάλης μέρας του χρόνου». Ο ίδιος θα περιγράψει την σχεδόν ενστικτώδη και επιτακτική ανάγκη που τον οδήγησε στην επιλογή της θεματικής του:

«Αυτό που συνέβη μέσα μου έλαμψε σαν ένα πυροτέχνημα της στιγμής, σαν μια τρέλα που ξεπήδησε από μια βαθειά ανάγκη. Σαν ξέσπασμα. Προέκυψε εντελώς οργανικά και απλά. Η αφορμή ήταν ένα προσωπικό βίωμα. Ένα γράμμα που δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του παραλήπτη του.» (απόσπασμα από συνέντευξη στην Π.Λυκούργου, 26/8/24)

Παρά τις ελπιδοφόρες παραστασιακές ποιότητες και τις ιδιαίτερες σκηνικές ατμόσφαιρες που κομίζει ο νέος δημιουργός στο θεατρικό μας γίγνεσθαι, εντοπίζονται στο τελικό παραστασιακό αποτέλεσμα κάποιες αδυναμίες που όμως δεν μαρτυρούν έλλειψη καλλιτεχνικής δεινότητας αλλά αδέξιους χειρισμούς λόγω απειρίας. (Να τονιστεί εδώ ότι η απειρία δεν αποτελεί εγγενές ελάττωμα, αλλά φυσιολογική μεταβατική κατάσταση).

Οι αδυναμίες αυτές αφορούν κυρίως την κειμενική κατάθεσή του, που όμως επηρεάζει όλο το παραστασιακό του εγχείρημα. Εδράζονται δε, κυρίως στην υπερβολή. Αισθάνομαι ότι το κείμενο πλάτειαζε σε πολλά σημεία. Νομίζω ότι θα βοηθούσε μια επανεκτίμηση του που θα οδηγούσε σε αφαίρεση του πλεονάζοντος υλικού. Οι συχνές επαναλήψεις ίδιων συναισθηματικών ποιοτήτων αποδυναμώνουν την ένταση του κυρίαρχου συναισθήματος της οδύνης. Τέλος, επαναφέρει διαρκείς συναισθηματικές κορυφώσεις που όμως δεν οδηγούν σε μια λυτρωτική ολοκλήρωση επιβάλλοντας μια διαρκή αναμονή.

 

 

Συντελεστές που ξεχώρισαν:

 

Από τους συντελεστές ξεχωρίζω τον Δημήτρη Ροΐδη (μουσική), τη Θάλεια Μέλισσα (σκηνικά) και τον Τάσο Παλαιορούτα (φωτισμοί). Με την υψηλή ποιότητα της τέχνης τους συνεισφέρουν ως ισότιμοι συνδημιουργοί στο τελικό παραστασιακό αποτέλεσμα. Με την αρχιτεκτονική σκευή της η Θάλεια Μέλισσα, ο Τάσος Παλαιορούτας, έχοντας μαθητεύσει δίπλα στον σημαντικό Φίλιππο Κουτσαφτή και με τη δύναμη των ήχων του ο Δημήτρης Ροΐδης κατορθώνουν να δημιουργήσουν μια ποιητική σπουδή στις ρευστές χρονικότητες και να αναδείξουν τον χώρο και τον χρόνο ως διανυόμενα ψυχικά τοπία. Η τέχνη τους θα μπορούσε να αποτελέσει ένα αυθύπαρκτο καλλιτεχνικό γεγονός υψηλής εικαστικότητας, χωρίς να υπάρχει αναγκαιότητα κειμενικής προσθήκης.

 

Processed with VSCO with g7 preset

 

Οι ερμηνείες:


Οι Πάνος Αργυρόπουλος, Θοδωρής Βράχας και ο Πύρρος Θεοφανόπουλος αντισταθμίζουν την απειρία τους με τον ενθουσιασμό, την πίστη και το ομαδικό πνεύμα.

Η Ιόλη Χαραλαμποπούλου εμφανίζει ένα δύσκαμπτο, σκληρό υποκριτικό υλικό που αισθάνομαι ότι θα πρέπει να λειανθεί. Να γίνει πιο εύπλαστο.

Η Εύη Χρόνη κινείται με λαγαρές, διαυγείς υποκριτικές ποιότητες.

Η Ανδριανή Τουντοπούλου καταθέτει μια σεμνή, στοχαστική υποκριτική σπουδή στην απόκοσμη, στωική, μοναχική διαδρομή από το γήρας στην ανυπαρξία. Η συνεισφορά της καθοριστική. Από τις σημαντικές ερμηνείες της θεατρικής χρονιάς που διανύουμε.

 

 

Η ανάκληση του προσωπικού βιώματος – η πρόσληψη των θεατών

 

Σημαντικό και θαυμαστό επίτευγμα του δημιουργού αποτελεί η πρόσληψη της παράστασης από τους θεατές. Κατορθώνει να προκαλέσει την ψυχοσωματική εμπλοκή τους στον ύψιστο βαθμό. Οι θεατές στο συγκεκριμένο παραστασιακό εγχείρημα δεν μοιράζονται την κοινή εμπειρία θέασης ως πανανθρώπινο συμβάν, αλλά ανακαλούν ο καθένας ξεχωριστά το δικό του προσωπικό βίωμα απώλειας, σε μια σχεδόν ψυχαναλυτική εμπειρία καταβύθισης στο δικό τους βιωματικό σύμπαν που οδηγεί σε μια αυτονοητική επίγνωση του τραυματικού παρελθόντος.

Ο νέος δημιουργός εκκινεί από ένα δικό του προσωπικό βίωμα οδύνης. Και αυτό το Βίωμα εισχωρεί στη θεατρική πράξη και παρόλο που δεν είναι ούτε στις προθέσεις, ούτε στις αισθητικές του δημιουργεί απολήξεις αυτοβιογραφικού θεάτρου. «Παίζοντας με τα όρια μεταξύ αλήθειας και μυθοπλασίας, το αυτοβιογραφικό θέατρο μπορεί να είναι μια μορφή προσωπικής κάθαρσης», θα γράψει η Caroline Horton.

Διαμορφώνεται, άραγε, μια νέα, ενδιαφέρουσα συνθήκη θέασης που μπορεί να έχει επουλωτικό χαρακτήρα; Είναι εφικτό το προσωπικό βίωμα απώλειας του δημιουργού να συνοδοιπορήσει με αυτό του κάθε θεατή ξεχωριστά δημιουργώντας μια νέα κοινότητα θεατών που θα οδηγηθούν σε διαδικασίες κάθαρσης; Δεν μένει παρά να δούμε αν ήταν μια συγκυρία συνθήκης θέασης ή η δυναμική της σχέσης του δημιουργού με το κοινό του.

 

 

Οι σημαντικές στιγμές της παράστασης:


Η οδυνηρή αλλά οντολογικά μεγαλειώδης σκηνή του λουτρού του ανήμπορου, λόγω γήρατος, ανθρώπινου πλάσματος αφημένου στα στοργικά, συγγενικά χέρια. Σκηνή που έχει ευθεία αναφορά στην παράσταση του Ρομέο Καστελούτσι (2010 ) «Περί της εννοίας του προσώπου του Υιού του Θεού». Ο Δημήτρης Χαραλαμπόπουλος αντιτάσσει -έστω και άτεχνα- στην εικονοκλαστική τελειότητα της οντολογικής απόγνωσης του Ρ. Καστελούτσι τη δική του στοργική οπτική της αποδοχής της ανθρώπινης φθοράς.

Οι ήσυχες, ευγενικές υποκριτικές ποιότητες του Θοδωρή Βράχα, ιδίως στον μονόλογο που διηγείται από μικροφώνου το οδοιπορικό από το τηλεφώνημα αναγγελίας του θανάτου ως τον εξόδιο τελικό αποχαιρετισμό δημιουργούν αδιόρατα αλλά ισχυρά συναισθηματικά πλέγματα που δονούν συναισθηματικά τους θεατές.

Η σκηνική παρουσία της Ανδριανής Τουντοπούλου: Μια ομιλούσα σπαρακτική τοιχογραφία της ανθρώπινης φθοράς.

 

 

Συνοψίζοντας…


Από τη συγκεκριμένη παραστασιακή κατάθεση ο Δημήτρης Χαραλαμποπούλος, αναδεικνύεται ως μια έντονα ιδιοσυγκρασιακή και βαθιά συναισθηματική καλλιτεχνική προσωπικότητα. Ένας δημιουργός που χαράζει προσωπικούς παραστασιακούς κώδικες -έστω και προς το παρόν ατελείς- αφού βρίσκονται ακόμα στο στάδιο του παραστασιακού προπλάσματος. Εκείνος, όπως είναι λογικό, αναζητά ακόμα το στίγμα του. Ωστόσο ήδη διαφαίνεται η βαθύτητα του καλλιτεχνικού του ιδιώματος και μια ιδιοσυγκρασία αφοπλιστικά ποιητική που το αχνό ακόμα αποτύπωμά της έχει αξία και ενδιαφέρον τόσο αισθητικό, όσο και οντολογικό.

Οι κώδικες που ανιχνεύει μοιάζουν να βρίσκονται στον πυρήνα του ανθρώπινου συναισθήματος. Αισθάνομαι ότι η τέχνη που ευαγγελίζεται έρχεται σαν επουλωτική όαση στους καιρούς του κίβδηλου, του ακρωτηριασμένου, του εκκωφαντικού και του ψευδεπίγραφου αρκεί αυτά τα ενστικτώδη προανακρούσματα να συνοδοιπορήσουν με τη συνεχή αναζήτηση, σπουδή κι εξέλιξη.

 

 

Info παράστασης:

ΜΑ ΓΚΡΑΝ’ΜΑ | Πειραματική Σκηνή Νέων Δημιουργών – ΘΕΑΤΡΟ REX – ΣΚΗΝΗ «ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΞΙΝΟΥ»