Μπορεί ένα εμβληματικό ελληνικό φιλμ να γίνει θέατρο χωρίς να εγκλωβιστεί στη νοσταλγία; Η «Λόλα» -η ταινία-θρύλος- ανεβαίνει για πρώτη φορά στη σκηνή του Παλλάς, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Χρήστου Σουγάρη, και επιχειρεί ακριβώς αυτό: να κρατήσει την ατμόσφαιρα του νουάρ, όχι ως κινηματογραφικό αντίγραφο, αλλά ως ζωντανό, σύγχρονο θέατρο. Ένα νέο-νουάρ για την Τρούμπα, για τον έρωτα που καίει, για την εξουσία που καταπίνει τους ανθρώπους και για μια γυναίκα που παλεύει μέσα στο σκοτάδι.

Από τις 30 Ιανουαρίου 2026 και για 20 μόνο παραστάσεις, το νουάρ σύμπαν της Τρούμπας ξεδιπλώνεται στο ιστορικό θέατρο Παλλάς. Η μουσική, η ζήλια, η προδοσία και -πάνω απ’ όλα- ο έρωτας γίνονται θεατρική αφήγηση, μέσα από μια ανάγνωση πιο σκοτεινή και πιο σύγχρονη. Στον ρόλο της Λόλας η Έλλη Τρίγγου, ως Άρης ο Γιάννης Στάνκογλου, ως Στέλιος ο Γιώργος Γάλλος, ως Δεσμοφύλακας ο Νίκος Αρβανίτης, ενώ η Μαρίζα Τσάρη ενσαρκώνει έναν νέο ρόλο που δεν υπήρχε στην ταινία.

Μπήκαμε στην πρόβα της παράστασης και σχεδόν αμέσως η μνήμη εκείνης της γνώριμης νύχτας που κουβαλά η «Λόλα» επανήλθε στο μυαλό μου. Η ιστορία ξεδιπλώνεται αποσπασματικά. Κάθε πρόσωπο είναι ταιριαστό στον ρόλο του και όλοι μαζί, μια μεγάλη ομάδα, κινούνται με σύμπνοια, ακολουθούν τις οδηγίες του σκηνοθέτη με ακρίβεια, με εμπιστοσύνη. Ο Χρήστος Σουγάρης βήμα βήμα, θέση θέση, βλέμμα βλέμμα, καθοδηγεί με ξεκάθαρο όραμα. Και όσο κι αν σε αυτό το σημείο όλα είναι ακόμη ζωντανά και εύθραυστα η «Λόλα» μοιάζει να ξαναγεννιέται.

Σε ένα μικρό διάλειμμα μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη Χρήστο Σουγάρη και τις/τους ηθοποιούς: Έλλη Τρίγγου, Μαρίζα ΤσάρηΓιάννη Στάνκογλου, Γιώργο Γάλλο και Νίκο Αρβανίτη για τον ρόλο, για το τι αλλάζει όταν ένας κινηματογραφικός μύθος περνά από την οθόνη στη σκηνή, για τον τρόπο που το σινεμά συναντά το θέατρο αλλά και για το τι σημαίνει σήμερα η «Λόλα».

Η ιστορία: Μια επιστροφή, ένας έρωτας, ένας υπόκοσμος

Η «Λόλα» ξετυλίγεται ανάμεσα στον έρωτα και την εξουσία, στην ανάγκη και στην επιλογή, στο φως και στη σκιά. Στον κόσμο της Τρούμπας -ή, για να το πούμε όπως το θέτει η παράσταση, στον «υπόκοσμο» που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει- τα πρόσωπα δεν έχουν πραγματική διέξοδο.

Στο κέντρο βρίσκεται η Λόλα: μια γυναίκα που παλεύει να κρατηθεί όρθια μέσα σε μια πραγματικότητα βαθιά ανδροκρατούμενη. Όπως λέει η Έλλη Τρίγγου: «Μέσα στα μάτια της Λόλας συναντώ όποια γυναίκα υπάρχει πάνω στη γη… όποια γυναίκα παλεύει να βρει την ελευθερία της, τη φωνή της, τη δικαιοσύνη, τον χώρο της να εκφραστεί, να υπάρχει». Η Λόλα δεν είναι μόνο μια ηρωΐδα νουάρ. Μια γυναίκα που προσπαθεί να υπάρξει ελεύθερη ακόμη κι όταν το περιβάλλον δεν της το επιτρέπει. «Μέσα μου αυτό το κορίτσι ψάχνει να βρει το φως της», λέει η Τρίγγου, «τον χώρο της, να υπάρχει ελεύθερη».

Απέναντί της -και δίπλα της- βρίσκεται ο Άρης. Επιστρέφει από τη φυλακή κουβαλώντας όχι μόνο το παρελθόν του, αλλά και την ανάγκη να ξαναγραφτεί η ζωή από την αρχή. Ο Γιάννης Στάνκογλου τον βλέπει ως έναν άνθρωπο που διψά πρώτα για λύτρωση και όπως αναφέρει: «Η λύτρωση είναι το μόνο σίγουρο, απλώς αν δεν βρει τη λύτρωση, μπορεί και να εκδικηθεί. Είναι ένας τύπος που έχει περάσει δύσκολα μέσα στη φυλακή. Και η προδοσία είναι πολύ μεγάλο πράγμα, ειδικά για έναν άντρα όταν έρχεται από τον κολλητό σου. Και ειδικά όταν μπλέκει και το μεγάλο σου αίσθημα, το μεγάλο σου πάθος».

Σε μια από τις πιο ευαίσθητες στιγμές της συνομιλίας μας, τον παρομοιάζει με τον Μικρό Πρίγκιπα: έναν άνθρωπο που μεταμορφώνεται και με «λουλούδι» του τη Λόλα. «Και η φυλακή πάντα έχει μεταμορφωτική δύναμη. Το θέμα είναι αυτός που το χειρίζεται, αυτός που το βλέπει. Το κελί είναι φυλακή, αλλά και η μοναξιά, η σκέψη, η εμβάθυνση, η καθαρότητα, αν κάποιος ψάξει να τη βρει. Δεν μπορείς να αγαπήσεις αλλιώς τον κόσμο αν δεν νιώσεις ότι είσαι μόνος. Και η φυλακή σου δίνει αυτό το “μόνος”», τονίζει ο Γιάννης Στάνκογλου.

Ανάμεσά τους βρίσκεται ο Στέλιος: ο νόμος της νύχτας, η ενσάρκωση της εξουσίας σε έναν κόσμο όπου «νόμος είναι το δίκιο του ισχυρού». Ο Γιώργος Γάλλος αποφεύγει να μιλήσει για “κακό” χαρακτήρα· προτιμά να φωτίσει τον μηχανισμό: «Κάποιες επιλογές μπορεί να ερμηνεύονται ως καλές ή κακές, κάποιες πράξεις μπορεί να έχουν θλιβερές συνέπειες αλλά στην περίπτωση της ερμηνείας ενός προσώπου, αυτό που με αφορά είναι να το προσεγγίσω με νηφαλιότητα. Ο Στέλιος έχει ανέλθει στην ιεραρχία του εγκλήματος και πρέπει να υπερασπιστεί τη θέση του. Ο έρωτάς του για τη Λόλα, ανεκπλήρωτος από την πλευρά της, τον οδηγεί σε ακραίες καταστάσεις όπως η προδοσία, η άσκηση βίας, σωματικής και ψυχολογικής. Ζει μέσα σε μια συνθήκη όπου νόμος είναι το δίκιο του ισχυρού. Κι ενώ ο ισχυρός εδώ είναι ο Στέλιος, τον βλέπουμε να καταπίνεται από τον ίδιο άγριο μηχανισμό που με τόση πίστη υπηρέτησε».

Και κάπως έτσι, η ιστορία – όπως την ξαναδιαβάζει σκηνικά ο Χρήστος Σουγάρης– αποκτά τον κεντρικό της άξονα: την επιστροφή. Ο σκηνοθέτης λέει πως ακριβώς αυτό το θέμα τον οδήγησε να ενσωματώσει στη διασκευή τον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης: «Ο Άρης “κατεβαίνει” στον υπόκοσμο για να πάρει πίσω στο φως τη Λόλα. Μόνο που σε αυτόν τον κόσμο “η νύχτα δεν συγχωρεί“».

Πώς ξαναγεννιέται ένας μύθος. Μια νέα δραματουργία.

Το πρώτο πράγμα που ξεκαθαρίζει ο Χρήστος Σουγάρης είναι ότι η παράσταση δεν χτίστηκε πάνω στην ιδέα μιας «μεταφοράς» της ταινίας. Δεν υπάρχει πρόθεση μίμησης, ούτε σύγκρισης. Αντίθετα, όπως λέει, το σημείο εκκίνησης είναι το ίδιο το κείμενο:

«Δεν υπήρξε πρόθεση από τη δημιουργική ομάδα κάποιας μεταφοράς της ταινίας στη σκηνή. Αντιμετωπίζουμε το έργο ως δραματουργία, με αφορμή το σενάριο του Ηλία Λυμπερόπουλου, δηλαδή την ιστορία και όχι την υπέροχη ταινία του Ντίνου Δημόπουλου. Στο σημείο αυτό, να αναφέρω ότι το 1961, τρία χρόνια πριν, κυκλοφόρησε η πρώτη ταινία του Ζακ Ντεμί με ηρωΐδα μια κοπέλα τη Λόλα, η οποία εργάζεται σε καμπαρέ και έχει σχέσεις με ανθρώπους του υποκόσμου, μέχρι τη στιγμή που θα φύγει κι αυτή με τον εραστή της τον Μισέλ, ο οποίος επιστρέφει για να την παντρευτεί. Το σημαντικό λοιπόν με τις δραματουργίες, οι οποίες εμπνέονται από προγενέστερα ερεθίσματα, είναι για μένα να μπορούν να υπάρξουν και αναπτυχθούν ως αυτόνομα καλλιτεχνικά πονήματα. 

Η ταινία του Δημόπουλου το κατάφερε και το ίδιο επιδιώκουμε κι εμείς. Δεν έχουμε πρόθεση ούτε να μιμηθούμε, ούτε να συγκριθούμε με τους δημιουργούς και ερμηνευτές της ταινίας. Τους τιμούμε για την υπέροχη δουλειά τους, εμπνεόμαστε από την καλλιτεχνική τους τόλμη αλλά προτείνουμε τη δική μας ερμηνεία, πάνω στο μοναδικό σενάριο του Λυμπερόπουλου, με αντίστοιχη θέρμη και τόλμη, από μια εξαιρετικά ταλαντούχα και έμπειρη ερμηνευτική και δημιουργική ομάδα».

Για τον σκηνοθέτη, το στοίχημα βρίσκεται αλλού: «Η πρόκληση είναι το να αποφύγεις να αρκεστείς στην αναπαράσταση, αλλά να δημιουργήσεις κάτι νέο, με αφορμή την αρχική ιδέα». Κι αυτό μοιάζει να είναι το κρυφό “κλειδί” της παράστασης: Η «Λόλα» δεν έρχεται για να επαναλάβει κάτι που ξέρουμε. Έρχεται για να το ξαναπεί με άλλα εργαλεία.

Όταν το θέατρο γίνεται κινηματογράφος και το «κοντινό» αποκαλύπτει το αθέατο

Η «Λόλα» ανεβαίνει στη σκηνή σαν ένα νέο-νουάρ όπου το θέατρο πλησιάζει. Ζουμάρει. Παρακολουθεί. Αποκαλύπτει. Η χρήση κάμερας επί σκηνής, δεν λειτουργεί ως “εφέ”, αλλά ως οργανικό κομμάτι της αφήγησης, μια δεύτερη ματιά που τρέχει παράλληλα με την πρώτη και χτίζει μια διπλή πραγματικότητα -εκείνη που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας και εκείνη που αποκαλύπτεται μέσα από τα πρόσωπα.

Ο Χρήστος Σουγάρης μιλά για το κινηματοθέατρο ως μια τεχνική με ιστορία στην ευρωπαϊκή σκηνή -και στη δική του δουλειά, ως μέθοδο αφήγησης: «Με γοήτευε γιατί συνδυάζει δύο μεγάλες αγάπες μου, τον κινηματογράφο και το θέατρο, με έναν τρόπο που δημιουργεί κάτι υβριδικό». Το κρίσιμο, επιμένει, είναι να υπάρχει σαφής σκηνοθετικός λόγος: «Αρκεί να υπάρχει συγκεκριμένος σχεδιασμός και όχι μιμητική ανάγκη για “πρωτοπορία”». Στην περίπτωση της «Λόλας», λέει, υπάρχει μια ευτυχής συγκυρία: η αφετηρία είναι κινηματογραφική, άρα «υπάρχει μια αισθητική γραμμή που ενώνει τους καλλιτέχνες της ταινίας του 1964 με τους καλλιτέχνες της σκηνής του 2026».

Στην πρόβα, η σκηνή μοιάζει να λειτουργεί σε δύο επίπεδα: δράση και λήψη. Ανάμεσα σε ηθοποιούς, φώτα και κινήσεις, δύο κάμερες περνούν αθόρυβα, εστιάζουν στα πρόσωπα και ψάχνουν τα σημεία που δεν είναι “θεατρικά” αλλά απολύτως ανθρώπινα: μια παύση, μια ενοχή, ένα βλέμμα που δεν προλαβαίνει να κρυφτεί.

Η Έλλη Τρίγγου το περιγράφει με ακρίβεια: «Η κάμερα δίνει στον θεατή την ευκαιρία να ζουμάρει μέσα στην καρδιά του ήρωα». Για την ίδια, η κάμερα δεν αφαιρεί από τη θεατρικότητα, την πηγαίνει στη λεπτομέρεια μιας κινηματογραφικής ερμηνείας, χωρίς να χάνεται η ένταση της ζωντανής σκηνής.

Το ίδιο τονίζει και η Μαρίζα Τσάρη, υποδύεται τη Ζωή, (έναν ρόλο που δεν υπήρχε στην κινηματογραφική ταινία), και έχει ξαναδουλέψει με τον Σουγάρη σε αυτή τη «γλώσσα»: «Η χρήση της κάμερας εδώ δεν είναι διακοσμητική. Είναι μέρος της δραματουργίας. Αυτή τη φορά το έχει πάει κι ένα βήμα παραπέρα. Ο τρόπος που έχει στηθεί η παράσταση είναι σε ήσυχους, ανθρώπινους τόνους, σε σχέσεις πιο κινηματογραφικές. Όταν ήρθε πρακτικά η κάμερα, τότε καταλαβαίνεις όλα αυτά που μας έλεγε και λες: “Α, ΟΚ, είχες ξεκάθαρο στόχο από την αρχή”».

Ο Νίκος Αρβανίτης το συνοψίζει πιο τεχνικά καθαρά: «Οι κάμερες είναι ανά πάσα στιγμή πάνω στη σκηνή. Το κοινό βλέπει ζωντανή θεατρική δράση και ταυτόχρονα γκρο πλαν εκφράσεις του προσώπου των ηθοποιών». Και αυτό, όπως λέει, «Προσδίδει μια άλλη, πιο σύνθετη και πιο ολοκληρωμένη εικόνα».

Η γυναίκα στη «Λόλα» και η ματσίλα ως καθεστώς

Όσο και αν η «Λόλα» κουβαλά τα υλικά του κλασικού νουάρ -τη νύχτα, τη μουσική, την προδοσία, την επικινδυνότητα του έρωτα- στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται η γυναίκα. Ή, πιο σωστά, ο τρόπος με τον οποίο η γυναίκα ορίζεται από τους άλλους.

Ο Χρήστος Σουγάρης μιλά για κάτι που, όπως λέει, χρειάζεται να ειπωθεί ξανά σήμερα: «Η θέση της γυναίκας, ο τρόπος που την ορίζουν τα αφεντικά αρσενικά – πατέρας, εραστής, βιαστής, κοινωνία». Και επιμένει σε μια λέξη που καίει: «Η τυραννία της ματσίλας». Όχι μόνο απέναντι στις γυναίκες, αλλά και στους ίδιους τους άντρες που την αναπαράγουν, την κουβαλούν και τελικά εγκλωβίζονται μέσα της.

Η Έλλη Τρίγγου το λέει αλλιώς. Η Λόλα της δεν είναι μία. Είναι όλες.

Ο Νίκος Αρβανίτης συνδέει τη «Λόλα» με το σήμερα χωρίς περιστροφές. «Δεν έχει αλλάξει και πολύ ο κόσμος – ειδικά όσον αφορά τις γυναίκες», λέει, επιμένοντας ότι «έχουμε ακόμα πολύ δρόμο για πραγματική ισοτιμία». Και φωτίζει το πιο σκοτεινό υπόστρωμα της ιστορίας: τη λογική “ιδιοκτησίας” που μετατρέπει την αγάπη σε εξουσία – «ή θα σε έχω εγώ ή κανένας» – μια φράση που δεν ανήκει στο παρελθόν.

Η πιο ενδιαφέρουσα όμως παρέμβαση της διασκευής είναι ίσως η προσθήκη ενός ρόλου που δεν υπήρχε στην ταινία: η Ζωή. Το δεξί χέρι του Στέλιου -μια γυναίκα-μπράβος μέσα σε ένα πλήθος ανδρών: σκληρή, ατρόμητη, «το πρώτο μαχαίρι». Η Ζωή δεν είναι υποχείριο. Είναι μια γυναίκα που έχει υιοθετήσει τον ανδρικό κώδικα για να επιβιώσει: σκληρότητα, βία, ατρόμητο, πίστη στην εξουσία. «Αν δεν είσαι “εσύ”, θα είσαι “άλλος”. Ενδιάμεσο δεν υπάρχει. Ή θα γίνεις σκυλί ατρόμητο, να τους κάνεις να σε φοβούνται για να μην σε εκμεταλλευτούν ή  θα σε κακοποιούν, μπορεί και να σε βιάζουν», μοιράζεται η Μαρίζα Τσάρη.

Μια παράσταση – χορογραφία: Είκοσι σώματα, μια κοινή αναπνοή

Η «Λόλα» που βλέπω να γεννιέται στην πρόβα είναι πολλά περισσότερα από μια ιστορία πάθους, ζήλιας και προδοσίας. Υπάρχει κάτι που επιμένει από τότε μέχρι σήμερα, μέχρι πάντα: Η ανάγκη να σταθείς όρθιος. Η ανάγκη να αλλάξεις μοίρα, να κρατήσεις κάτι καθαρό.

Και αυτό εδώ δεν χτίζεται από έναν άνθρωπο. Χτίζεται από ομάδα. Ο Γιώργος Γάλλος μιλά για τη «διαχρονική γοητεία» της ιστορίας αλλά και για τη συνειδητή δουλειά που έγινε ώστε να ειπωθεί σήμερα: «Πολύ γρήγορα, συνειδητοποιήσαμε με τον Χρήστο πως υπάρχει υλικό για μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση. Συζητήσαμε για τον τρόπο με τον οποίο αξίζει να παρασταθεί αυτό το κείμενο στις μέρες μας και τελικά δημιουργήθηκε μια ομάδα αξιόλογων συνεργατών».

Η Μαρίζα Τσάρη το περιγράφει ανθρώπινα: «Όταν υπάρχει σχέση με σεβασμό, με αγάπη, με χιούμορ και αλληλεγγύη, αυτό σου επιτρέπει να κάνεις αυτό το one off». Και η Έλλη Τρίγγου το κάνει εικόνα: «Είμαστε πάρα πολλοί άνθρωποι πάνω στη σκηνή, συν οι κάμερες, οπότε όλοι μαζί φτιάχνουμε μια χορογραφία».

Σε μια παραγωγή με μεγάλο θίασο, όλα τελικά κρίνονται εκεί: στην ομάδα. «Ο Χρήστος έχει καταφέρει και έχει συνθέσει πραγματικά μια παρέα ανθρώπων», λέει η Μαρίζα Τσάρη. «Ο ενορχηστρωτής είναι αυτός που δένει και την ομάδα».

Και στο τέλος: Τι είναι η «Λόλα»;

Πριν ξαναμπούν στη σκηνή και συνεχίσουν την πρόβα, τους ζήτησα να χωρέσουν τη «Λόλα» σε λίγες λέξεις.

Χρήστος Σουγάρης: «Δεν είμαι σε θέση να επιλέξω μία. Κάθε φορά που ακούω το όνομα Λόλα, στο μυαλό μου έχω την Έλλη. Η ερμηνεία της είναι απλή, καθάρια και καθηλωτική. Από την άλλη, θα μπορούσα να προτείνω σύνθετες λέξεις, όπως ”παλαιοματσίλα”, εκφράσεις όπως ” το όχι, είναι όχι”, ”Δικό μου σώμα, δική μου επιλογή” και οπωσδήποτε το hashtag που δημιούργησαν οι υπέροχες και υπέροχοι συνεργάτες ηθοποιοί #ΛΟΛΑΘΕΙΤΕ»

Έλλη Τρίγγου: «Κόκκινο. Ελευθερία. Αγάπη. Σκοτάδι και φως.»

Γιάννης Στάνκογλου: «Συγχώρεση. Έρωτας. Η προσπάθεια να παραμείνεις αγνός, καθαρός. Να διώξεις τα σκατά που υπάρχουν γύρω.»

Γιώργος Γάλλος: «Αδιέξοδο.»

Νίκος Αρβανίτης: «Καταβύθιση στο αδιέξοδο – κραυγή για ανοχή.»

Μαρίζα Τσάρη: «Σκοτάδι και ελπίδα για μια πιο ελεύθερη ζωή.»

Και ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ακριβές: Στη «Λόλα», τη νύχτα ο έρωτας φωτίζει για λίγο τα πρόσωπα. Και μετά… πάλι σκοτάδι.

Info παράστασης:
Λόλα | Θέατρο Παλλάς