«Ο Διάδοχος» ξεκινάει με μια επίδειξη μόδας. Εντυπωσιακά πρώτα πλάνα, με ένταση κινηματογραφημένα, κολλάει ωραία πάνω τους κι η μουσική, που είναι σαν βγαλμένη από ταινία του Βερχόφεν, προϊδεάζεσαι για μια γενικότερα δυνατή κινηματογραφική εμπειρία. Αλλά ό,τι είναι εξαιρετική εισαγωγή για τόσο όσο, όταν περνά το τόσο όσο σε κάνει να αρχίζεις κι αναρωτιέσαι. Γιατί να κρατάει η κινηματογράφηση της επίδειξης τόση ώρα; Γιατί τόση επιμονή; Θα βοηθήσει αργότερα σε κάτι την ιστορία; Δικαιολογείται στο πλαίσιο της ή δείχνουμε για να δείχνουμε μοντέλα και ρούχα;

Εν πάση περιπτώσει, το ντεφιλέ πάει περίφημα και ο Ελιάς, μαζί με τα αγαπημένα του μοντέλα που φορούν τα αγαπημένα του σύνολα, θα φωτογραφηθούν για να γίνουν εξώφυλλο στο Harper’s BAZAAR. Ο Ελιάς είναι ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής ενός διάσημου παριζιάνικου οίκου υψηλής ραπτικής, μετά τον θάνατο του ιδρυτή του οίκου. Ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς, η διαδοχή στο βασίλειο μπορεί να ξεκινήσει. 

 

 

Αλλά τότε θα σκάσει και δεύτερος θάνατος, ο θάνατος του πατέρα του. Πρόκειται όμως μόνο για τον φυσικό του θάνατο, αφού ο πατέρας του είχε «πεθάνει» προ πολλού για τον Ελιάς, η μεταξύ τους αποξένωση ήταν μεγάλη, η έλλειψη επικοινωνίας και επαφής μακρόχρονη. Ξαφνικά διπλά διάδοχος ο Ελιάς. Αν όμως στην επαγγελματική του ζωή πρόκειται για μια διαδοχή εντελώς επιλεγμένη απ’ τον ίδιο κι εντελώς κατακτημένη απ’ τον ίδιο, η δεύτερη διαδοχή, η κληρονομική ας πούμε, είναι περισσότερο συμβολική παρά έχει να κάνει με το ότι θα συνεχίσει στα χνάρια του, καθώς οι δρόμοι τους είχαν χωρίσει, όχι μόνο πρακτικά αλλά κατεξοχήν και υπό την έννοια της ψυχικής σύνδεσης. 

Τα νέα τον αφήνουν αρχικά ασυγκίνητο, όσο εν πάση περιπτώσει ασυγκίνητο μπορεί να σε αφήσει ο θάνατος ενός γονιού. Αν και δεν θέλει να κάνει ούτε καν αυτό, αναγκάζεται να επιστρέψει για δυο – τρεις ημέρες στο Κεμπέκ, απ’ το οποίο είχε ρίξει μαύρη πέτρα φεύγοντας. Τουλάχιστον ευελπιστεί να βγάλει κάτι απ’ το ταξίδι, να μάθει κάτι που τον αφορά και τον αγχώνει, να μάθει τι ιατρικό ιστορικό είχε ο πατέρας του, αν έχει κληρονομήσει κάποια ασθένεια, αν οι πόνοι στην καρδιά του προξενούνται από τα άγχη του ή τρέχει κάτι άλλο, οργανικό. 

Φτάνοντας στο Κεμπέκ, βρίσκεται αντιμέτωπος με όλα αυτά τα διαδικαστικά. Αναπόσπαστο κομμάτι του θανάτου τα διαδικαστικά, δεν υπάρχει θάνατος χωρίς διαδικαστικά. Εκκρεμότητες που πρέπει να διευθετηθούν. Κηδεία ή αποτέφρωση; Ποιο φέρετρο, ποιο κουστούμι, ποια λόγια συνοδευτικά; Κι όλη αυτή η γραφειοκρατία του θανάτου, οι δηλώσεις του στις αρμόδιες αρχές, οι διαθήκες, οι λογαριασμοί, κι όλα αυτά τα πράγματα στο σπίτι, όλα αυτά τα αποτυπώματα της ζωής που μόλις τελείωσε, όλα όσα ο νεκρός ή η νεκρή πρόγονος αφήνει πίσω του, ένα σωρό κλειδιά, ένα σωρό πόρτες, ένα σωρό ξεκλειδώματα.  

 

 

Στα αναμφίβολα υπέρ του «Διαδόχου» και αυτή καθαυτή η μεγάλη έκπληξη – ανατροπή του, όσο και το γεγονός πως όταν έρχεται μας πιάνει αρκετά ως πολύ απροετοίμαστους, καθώς ο Ξαβιέ Λεγκράν (στη δεύτερη ταινία του μετά το «Μετά τον Χωρισμό») χρησιμοποιεί κώδικες που πάνε κόντρα στον τρόπο που έχουμε μάθει να βλέπουμε σινεμά. Ούτε η μουσική, ούτε η γενικότερη ατμόσφαιρα, ούτε το ότι ως εκείνη τη στιγμή κινούμαστε εντός ενός κινηματογραφικού είδους με συγκεκριμένες προσδοκίες, τίποτα δεν μας έχει στα αλήθεια προετοιμάσει για αυτό που θα συμβεί, με αποτέλεσμα να αιφνιδιαστούμε αυθεντικά.   

Ως εκεί όλα καλά, μέχρι και πολύ καλά. Αλλά περιέργως, ακριβώς τη στιγμή που η ταινία έχει φτάσει το σημείο από το οποίο και πέρα θα έπρεπε να απογειωθεί, ο Λεγκράν παίρνει το συγκεκριμένο σημείο και το μεταχειρίζεται με εντελώς απογοητευτικό τρόπο. Με έναν τρόπο που δεν είναι καθόλου μα καθόλου πειστικός ούτε στο ψυχολογικό επίπεδο αλλά ούτε και στο επίπεδο της τροπής που παίρνουν τα πράγματα ανεξαρτήτως της θέλησης του ήρωα. Συνδυάζονται έτσι απιθανότητες ψυχολογικές απ’ την πλευρά του, με απιθανότητες που δεν μπορεί να ελέγξει.

Κι επίσης τα πράγματα συμβαίνουν τελικά πάρα πολύ εύκολα. Και όσα πάνε πάρα πολύ άσχημα, πάνε πάρα πολύ εύκολα άσχημα, αλλά και όσα προσπαθεί να διορθώσει πάρα πολύ εύκολα διορθώνονται. Ο Λεγκράν μνημονεύει ως βασική επιρροή του τον Χίτσκοκ, αλλά ας το πάρουμε ως ένα εντελώς κακόγουστο καλαμπούρι: δεν είναι έτσι το σασπένς, αυτό που παρακολουθούμε είναι αντισασπένς.  

 

 

Τουλάχιστον η δεύτερη (μικρότερη μάλλον, πάντως διόλου αμελητέα) έκπληξη – ανατροπή που κάποια στιγμή ακολουθεί, θα βελτιώσει την εικόνα. Τη συγκεκριμένη έκπληξη – ανατροπή ο Λεγκράν θα την εκμεταλλευτεί πολύ καλύτερα. Και κάπως έτσι παραδόξως, σε αυτό το, όχι απλά αναληθοφανές, αλλά τελικά και μη αληθινό, τελικά και ψεύτικο, υπόβαθρο πλοκής, μπορούμε ενδεχομένως να βρούμε κάτι που αξίζει: τον τρόπο που αποτυπώνεται η συντριβή στον ήρωα, τη μετατροπή της ως τότε μεγάλης ταραχής του (την οποία επίσης απέδιδε πολύ εκφραστικά) σε συντριβή. Ο Ξαβιέ Λεγκράν αποσπά απ’ τον Mαρκ – Αντρέ Γκροντίν μια αληθινή συντριβή. Και κάπου εδώ είναι ίσως ο μόνος τρόπος να μας κάνει κάτι η ταινία, να μην την αφήσουμε να χαραμιστεί εντελώς, όπως πιθανότατα θα ήταν το πιο δίκαιο και πιο αντικειμενικό. Απλά θα πρέπει να της βάλουμε πλάτη και να μπούμε κι εμείς στο σχετικό μουντ, αφήνοντας στην άκρη τις ενστάσεις για την πλοκή που έχει οδηγήσει τον συγκεκριμένο ήρωα στη συγκεκριμένη συντριβή και ταυτιζόμενοι μαζί του με κάτι πολύ οικουμενικότερο και διαχρονικότερο: η κληρονομιά των γονιών μας, η σκιά των γονιών μας, το διαγενεακό τραύμα. Όταν πεθαίνουν οι γονείς μας κάτι συντριπτικό συμβαίνει, δεν γίνεται να μη συντριβείς. Είτε επειδή τους αγαπούσες πάρα πολύ, είτε επειδή σε πλήγωσαν πάρα πολύ, είτε επειδή συνέβαιναν ταυτόχρονα και τα δύο πάρα πολύ. 

Υπάρχουν άνθρωποι -λίγοι, αλλά υπάρχουν- που μπορούν να περάσουν μια ζωή χωρίς έρωτες, ή μια ζωή χωρίς σύντροφο, ή μια ζωή χωρίς στενούς φίλους, ή μια ζωή χωρίς δικά τους παιδιά, μια ζωή δηλαδή χωρίς καμία διαπροσωπική στενή σχέση. Αλλά η σχέση με τους δύο γονείς μας θα είναι πάντα κομβική για όλους, ακόμα και στο ενδεχόμενο που αυτοί δεν υπήρξαν ποτέ ως φυσικές παρουσίες, ακόμα και αν είμαστε ορφανοί, γιατί ακόμη και στην περίπτωση ορφάνιας, υπάρχει η σχέση με τους γονείς, το βάρος της απουσίας τους. Με άλλα λόγια, απεξάρτηση και ελευθερία και τελικά και μη καθορισμός ως ένα βαθμό από τη σχέση μας με τους γονείς μας δεν υπάρχει. Όποιο δρόμο κι αν πήραμε, όσο κι αν διαφοροποιηθήκαμε, η σχέση είναι εδώ, η καταγωγή είναι εδώ. Μέσα μας.