Πώς μπορεί ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, ένας κώδικας αλγορίθμων και 57 ζωντανές ανθρώπινες καρδιές να συνθέσουν ένα έργο συλλογικής μνήμης; Στο σύγχρονο τοπίο της πειραματικής δημιουργίας, η τεχνολογία κατηγορείται συχνά για αποστασιοποίηση και ψυχρότητα. Έρχονται όμως κάποιες στιγμές που ένας δημιουργός αποφασίζει να την χρησιμοποιήσει όχι ως ένα απλό υπολογιστικό εργαλείο αλλά ως ένα ευαίσθητο ψηφιακό στηθοσκόπιο της ίδιας της κοινωνίας.
Ο Ορέστης Καραμανλής είναι ένας συνθέτης, sound designer και ακαδημαϊκός, γεννημένος το 1978 που έχει αφιερώσει την πορεία του στην εξερεύνηση του ήχου ως αυτόνομης οντοτητας. Ο αυτοσχεδιασμός αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της συνθετικής του δραστηριότητας. Έχει διαγράψει μια σημαντική τροχιά από το διεθνούς φήμης Sonic Arts Research Centre του Μπέλφαστ μέχρι τα έδρανα του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών όπου διδάσκει. Κατάφερε να συνδυάσει την επιστημονική αρτιότητα με μια βαθιά ανθρωποκεντρική ευαισθησία.
Φέτος στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου παρουσιάζει στην Πειραιώς 260 το «TEMPI – 57 καρδιακοί παλμοί & ηλεκτρονικά». Πρόκειται για ένα έργο που δεν θέλω να χάσω και με συνεπήρε μόνο από την περιγραφή του, γιατί η πρώτη της ύλη δεν θα παράγεται από παραδοσιακά όργανα αλλά απ’ το ίδιο το ανθρώπινο σώμα. 57 ερμηνευτές και θεατές συνδέονται ζωντανά στη σκηνή* μετατρέποντας τους βιολογικούς παλμούς τους σε ένα μεταβαλλόμενο και απρόβλεπτο ηχοτοπίο. Ο δε τίτλος ευφυέστατος και φορτισμένος από τη συλλογική πληγή της σιδηροδρομικής τραγωδίας. Ο Ορέστης Καραμανλής μου έδωσε τη χαρά να απαντήσει στις ερωτήσεις μου:
Ο τίτλος TEMPI παίζει με τον μουσικό όρο των ρυθμών (tempos) αλλά και με τη συλλογική πληγή των Τεμπών. Πες μου πώς γεννήθηκε η ιδέα να συνδέσεις τη μουσική πρωτοπορία με ένα τόσο νωπό και τραυματικό γεγονός της ελληνικής κοινωνίας;
Η πειραματική μουσική είναι συχνά αυτοαναφορική. Μάλλον σπάνια συναντάμε έργα που αντλούν απ’ την κοινωνική πραγματικότητα όπως μπορεί να συμβεί π.χ. με τη χιπ-χοπ. Σε αυτό το έργο έκανα μια προσπάθεια να συνδεθώ με τα πράγματα που με περιβάλλουν.

Νιώθεις ότι παίζεις λίγο με τη φωτιά με αυτό σου το έργο;
Με ανησυχεί. Είναι ένα πολύ δύσκολο θέμα και χρειάζεται προσοχή και ευαισθησία στον τρόπο που το προσεγγίζει κανείς καλλιτεχνικά, διότι οι συνειρμοί προκαλούνται εύκολα και είναι νωπές οι μνήμες. Όμως είναι και αυτή μία λειτουργία της μουσικής, να μετασχηματίζει βιώματα και να φωτίζει πτυχές της ζωής με αναπάντεχο τρόπο.
Στα TEMPI χρησιμοποιείς 57 καρδιακούς παλμούς, αριθμός που φέρει συμβολισμό βαρύ. Ποιο είναι το συναισθηματικό φορτίο τού να μετατρέπεις την απουσία και την απώλεια σε ζωντανή ηχητική παρουσία;
Καταλαβαίνω τι λες. Δεν ξέρω αν αποτελεί ένα συλλογικό μοιρολόι διότι δεν έχει τελετουργία πένθους. Ίσως περισσότερο είναι ένα συλλογικό σώμα για τον χρόνο. Θα μπορούσε το έργο να μη χρησιμοποιεί ζωντανές καρδιές και να βασίζεται σε προηχογραφημένο υλικό (κάτι το οποίο θα το έκανε τεχνικά και πιο εύκολο), όμως αυτή η συνθήκη όπου τα σώματα μετατρέπονται σε ηχητικές πηγές επί σκηνής είναι που κουβαλάει το συναισθηματικό φορτίο στο οποίο αναφέρεσαι.
Στα TEMPI σου, η πρώτη ύλη της μουσικής δεν παράγεται από παραδοσιακά όργανα αλλά από το ίδιο το ανθρώπινο σώμα. Πόσο δύσκολο είναι τεχνικά και αλγοριθμικά να τιθασεύσεις έναν τόσο απρόβλεπτο ζωντανό ρυθμό όπως ο χτύπος της καρδιάς;
Είναι όντως επίπονο. Η βασική δυσκολία δεν είναι τόσο να φτιαχτεί ένα στατικό ηχοτοπίο που γεννιέται από καρδιακούς παλμούς, όσο να κατασκευαστεί ένα έργο με δραματουργική συνοχή, με αρχή, μέση και τέλος, όπου το μουσικό υλικό μεταβάλλεται με τον χρόνο. Μία καρδιά δεν είναι μουσικό όργανο, δεν μπορείς να γράψεις π.χ. ένα μελωδικό θέμα που θα εξελιχθεί. Χρειάζεται να βρεθούν άλλοι τρόποι, ώστε από αυτόν τον πρωταρχικό ήχο να κατασκευαστούν πιο πολύπλοκες ηχητικές δομές. Ο ρυθμός εδώ είναι κάπως πιο εύκολη υπόθεση, αλλά και πάλι είναι αδύνατον να ελεγχθεί με ακρίβεια. Έχουμε επομένως ένα «όργανο» που δεν μπορεί να παίξει μελωδίες, δεν γεννάει αρμονίες, έχει ασταθή ρυθμό και αποτελείται αποκλειστικά από χαμηλές συχνότητες. Φαντάσου τι γίνεται με 57 καρδιές…, είναι ένας συνθετικός γρίφος τού πώς τιθασεύεται όλο αυτό σε πραγματικό χρόνο.
Επιλέγεις να εντάξεις το κοινό μέσα στο έργο σου καλώντας να προσφέρει τον παλμό του. Τι αλλάζει στη δυναμική μιας παράστασης όταν ο θεατής παύει να είναι παθητικός και γίνεται κυριολεκτικά η γεννήτρια του ήχου;
Είναι αυτό που συζητούσαμε προηγουμένως σχετικά με το συναισθηματικό φορτίο. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που είναι ενδιαφέρον. Όταν αυτοί οι παλμοί λειτουργούν ως ζωντανές γεννήτριες ήχου, είναι απρόβλεπτο το τελικό αποτέλεσμα.

Ορέστη ως συνθέτης που χρησιμοποιείς κώδικα και υπολογιστές πού σταματά ο δικός σου έλεγχος πάνω στο έργο και πού ξεκινά η τυχαιότητα και ο αυθορμητισμός των βιολογικών αντιδράσεων των ανθρώπων στη σκηνή;
Παρότι η συνολική φόρμα του έργου είναι καθορισμένη, υπάρχει σημαντικός βαθμός αβεβαιότητας, κάνοντας την κάθε εκτέλεση μοναδική, όπως συμβαίνει και στο θέατρο. Η ιδιαιτερότητα εδώ έγκειται στο ότι το έργο αλλάζει ανάλογα με την ψυχική κατάσταση των συμμετεχόντων. Αν οι 57 καλωδιωμένοι «ερμηνευτές» είναι ανήσυχοι, με αυξημένους καρδιακούς παλμούς, τότε έχουμε άλλη εκδοχή του έργου σε σχέση με ένα πιο ήρεμο σύνολο ανθρώπων. Αυτό που λέω εδώ δεν είναι απόλυτα ακριβές, αλλά μπορεί κάποιος να το φανταστεί ως τέτοιο. Βασικά, είναι ένα έργο όπου οι ερμηνευτές δεν παίζουν το έξω τους (αυτό που φαίνεται) αλλά αυτό που νιώθουν (το μέσα τους) και άρα είναι σαν να μην μπορούν να πουν ψέματα.
Από το Sonic Arts Research Center του Mπέλφαστ μέχρι τα έδρανα του ΕΚΠΑ, η πορεία σου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον πειραματικό ήχο. Πώς αντιμετωπίζει το ελληνικό κοινό τη μουσική τεχνολογία και την ηλεκτροακουστική σύνθεση σήμερα; Υπάρχει πιστεύεις πρόσφορο έδαφος;
Νομίζω μια μερίδα ανθρώπων είναι περισσότερο εξοικειωμένη με τους περίεργους ήχους. Έρχομαι πάλι στην αρχή της κουβέντας, ένας από τους λόγους που η πειραματική μουσική λειτουργεί -και θα συνεχίσει να λειτουργεί- στο περιθώριο είναι η απουσία προσπάθειας σύνδεσης με την κοινωνία. Αυτή η μουσική έχει συνήθως άλλες προτεραιότητες και ενδιαφέρεται για άλλα -πολύ σημαντικά- πράγματα. Πάντως πρόσφορο έδαφος μπορεί να υπάρξει για αυτήν την περίεργη μουσική όταν συνδυάζεται με τις παραστατικές τέχνες στις οποίες φαίνεται να έχει και τη μεγαλύτερη εφαρμογή.
Τι σε έκανε να αγαπήσεις και να υπηρετήσεις επαγγελματικά και ακαδημαϊκά αυτό το είδος μουσικής;
Με ενδιέφερε πάντα η εξερεύνηση του ηχοχρώματος και αυτό είναι ένα είδος μουσικής που προχωράει πέρα από τη δημιουργία της μελωδίας, της αρμονίας και του ρυθμού, εστιάζοντας στον ήχο ως αυτόνομη οντότητα. Νομίζω ότι αν κάποιος εκπαιδεύσει τα αυτιά και αγαπάει τον ήχο, μπορεί να βρει ενδιαφέρον στην ηλεκτροακουστική μουσική και στη σύνθεση της.
Ποιο ήταν το αγαπημένο σου τραγούδι όταν ήσουν παιδί, ποιο έφηβος, ποιο ερωτευμένος ενήλικας και ποιο τώρα;
Δύσκολο να μπει η μουσική (που είναι κάτι αχανές) σε σειρά, σαν σε άξονα από αριστερά προς τα δεξιά. Θα πω το Requiem του Mozart από Karajan σε κασέτα όταν ήμουν μικρός. The End από Doors ως έφηβος (βινύλιο). Στην ενήλικη ζωή ανοίγει πολύ η παλέτα, ίσως κάπου πρέπει να μπουν οι rage against the machine. Τελευταία ακούω αρκετά μεσοπολεμικό tango (που έχει και παράλληλα με το δικό μας ρεμπέτικο) καθότι προσπαθώ να το χορέψω κιόλας, αλλά αυτή είναι άλλη κουβέντα…

Αν κάποιος ήθελε να γνωρίσει καλύτερα τον συνθέτη Ορέστη Καραμανλή σε ποια σύνθεση σου θα τον παρέπεμπες που πιστεύεις σε εκφράζει απόλυτα;
Δεν με εκφράζει καμία απόλυτα, βλέπω σε όλες προβλήματα και φτιάχνω ετερόκλητα πράγματα (όχι με την ίδια επιτυχία), από παραδοσιακή μουσική μέχρι έργα για όργανα και ηλεκτρονικά στα οποία εστιάζεται περισσότερο το ενδιαφέρον μου. Υπάρχει ενδεχομένως ένα έργο στο οποίο έχω υπάρξει όσο πιο ειλικρινής μπόρεσα και σχετίζεται με τις μνήμες μου από ένα μικρό χωριό στις Κυκλάδες. Λέγεται «Στέρφος» και είναι για 8 ηχεία. Ίσως εκεί να μπόρεσα να κλείσω ένα κομμάτι μου.
Διδάσκεις φοιτητές ψηφιακών τεχνών και μουσικών σπουδών, κάποιοι από αυτούς θα συμμετέχουν και στα TEMPI. Τι είναι αυτό που προσπαθείς να τους μεταδώσεις περισσότερο ως δάσκαλός τους;
Να ακούνε, να έχουν αυτόνομη και δημιουργική σκέψη και ένα αίσθημα ευθύνης απέναντι στους ίδιους, στους ανθρώπους και στα πράγματα γύρω τους.
Ποια στιγμή στη μέχρι τώρα καριέρα σου θυμάσαι με συγκίνηση και υπερηφάνεια;
Είναι όμορφο όταν τυγχάνει και διακρίνεται μία σύνθεση σε κάποιο διαγωνισμό. Με κάνει να αισθάνομαι λιγότερο μόνος και μεσοπρόθεσμα ίσως δίνει δύναμη για τη συνέχεια. Παίρνω όμως περισσότερη χαρά από άλλα πράγματα που θεωρώ εξίσου δημιουργικά και δεν σχετίζονται με τη μουσική. Αν πρέπει να διαλέξω ένα, θα έλεγα ότι με χαροποιεί περισσότερο η συνεισφορά μου στη δημιουργία ενός τοπικού συλλόγου σε ένα μικρό χωριό σε μια γωνία του Αιγαίου που αγωνίζεται να διατηρήσει την ταυτότητά του. Τέτοιες δράσεις έχουν άμεσο κοινωνικό αποτύπωμα και με συγκινούν.
Όταν τελειώσουν τα TEMPI και οι θεατές φύγουν, τι θα θέλεις ιδανικά να έχει αποτυπωθεί στο μυαλό και την ψυχή τους;
Το TEMPI λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα χωρίς να υπάρχουν κυριολεκτικές αναφορές στο τραυματικό γεγονός. Υπάρχουν όμως λεπτοί συμβολισμοί που θα ήταν όμορφο αν αποκωδικοποιηθούν από τους θεατές. Αν οι 57 καταφέρουν τελικά να καταπιούν ηχητικά το κοινό με τις καρδιές τους ώστε να δημιουργηθεί μια εμβυθιστική εμπειρία για όλους και όλες, το έργο μπορεί να έχει πετύχει κάτι.

Info:
TEMPI 57 καρδιακοί παλμοί & ηλεκτρονικά | 16 Ιουνίου 2026 στις 21:00 | Πειραιώς 260 (Δ)
*Η πραγματοποίηση της παράστασης προϋποθέτει την ενεργή συμμετοχή του κοινού. Σαράντα θεατές σε προεπιλεγμένες θέσεις θα τοποθετήσουν ένα μικρόφωνο στο ύψος της καρδιάς -με τη σύμφωνη γνώμη τους- και με τη συνδρομή των φοιτητών του Τμήματος Ψηφιακών Τεχνών & Κινηματογράφου του Πανεπιστημίου Αθηνών.
