“…time is out of joint…” (ο χρόνος έχει εξαρθρωθεί) Hamlet, W. Shakespeare

Το “ORACLE” ανέβηκε  στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, από τις 15 έως τις 18 Οκτωβρίου. Αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας επιστημονικής τριλογίας που εμπνεύστηκε ο σημαντικός Πολωνός σκηνοθέτης Łukasz Twarkοwski. Το  πρώτο μέρος της τιτλοφορείται “Quanta”, και  διαδραματίζεται το 1938 στις ελβετικές Άλπεις, στο ξενοδοχείο “Les Moires” εκεί όπου  συναντώνται οι κβαντικοί φυσικοί. O Twarkowski  θα δηλώσει ότι μέσα από το πρίσμα των επιστημονικών ανακαλύψεων ήθελε να διαπιστώσει  τον τρόπο με τον οποίον αυτές άλλαξαν για πάντα τη ζωή της ανθρωπότητας: «Προσπαθήσαμε, να οικοδομήσουμε μια αφήγηση που ξεκινά πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, διατρέχει τη διάρκειά του και ολοκληρώνεται με το τρίτο μέρος της τριλογίας στην περίοδο μετά από αυτόν», έχει σημειώσει για το χρονικό πλαίσιο που διατρέχει την τριλογία.

Βασική θεματική του πρώτου μέρους αποτελεί η κβαντική φυσική, ενώ ο Άλαν Τούρινγκ, ο ιδιοφυής μαθηματικός με την τραγική κατάληξη που εργάστηκε οικοδομώντας το επιστημονικό υπόβαθρο για τη δημιουργία αυτού που ονομάζουμε σήμερα Τεχνητή Νοημοσύνη βρίσκεται στο επίκεντρο του δεύτερου μέρους. Η ιστορία του θα συμπλεχθεί με αυτή της σταρ Hedy Lamarr που όμως ήταν και εφευρέτης συστημάτων στα οποία βασίστηκαν οι ασύρματες τηλεπικοινωνίες. Καθώς και της πνευματίστριας Helen Duncan. Η αμφιλεγόμενη περσόνα του Blake Lemoine, παρεισφρέει στη φασματική παραστασιακή αφήγηση.

Σκηνοθεσία & πρόσληψη

Το  πολυμεσικό σκηνικό εγχείρημα πραγματεύεται τη μετάβαση της ισχύος από το ανθρώπινο υποκείμενο σε μια μετα-ανθρώπινη ψηφιακή οντότητα, η οποία καθορίζεται από την τεχνητή νοημοσύνη. Σημείο καμπής αποτελεί η διαδρομή της επιστημονικής ηθικής από την ανεξαρτησία της ως την πλήρη υποδούλωσή της στα εκάστοτε αλλοτριωμένα συστήματα εξουσίας. Και καταλήγει  στο ανατριχιαστικό ερώτημα που διαπερνά το πολυμεσικό θέαμα: «Πώς μπορεί το ανθρώπινο υποκείμενο να επαληθεύσει την «πραγματικότητα», όταν αυτή  διαμεσολαβείται συστηματικά;».

 Το σκηνικό πολυμεσικό αφήγημα έχει μια καθηλωτική, σχεδόν διαβρωτική επίδραση στους θεατές. Η τεχνική αρτιότητά του είναι  θαυμαστή. Η σκηνοθεσία δε του Łukasz Twarkowski είναι θηριώδης. Έχει ισχύ και αποτύπωμα μεγατόνων, ανελέητη δύναμη και φρενήρη ρυθμό και παράλληλα απόλυτη ακρίβεια, μέθοδο και οργάνωση. Η θέαση του πολυμεσικού σκηνικού γεγονότος προκαλεί υπερδιέγερση των αισθητηριακών και νοητικών μας διεργασιών. Βομβαρδιζόμαστε από έναν ανελέητο «όγκο δεδομένων» τέτοιας έντασης, συχνότητας και διάρκειας που προκαλούν βραχυκύκλωμα στους νοητικούς μας νευρώνες. Ένα παραισθησιογόνο ψηφιακό σύμπαν μας προκαλεί αισθητηριακή υπερφόρτωση που δημιουργείται από τον καταιγισμό εκκωφαντικών ηλεκτρονικών ηχοτοπίων, φλας, led, χρήση υπέρυθρης ακτινοβολίας, θερμικής απεικόνισης και ψηφιακές οθόνες ζωντανής ροής.

Mας κατακλύζει ένα κύμα εικόνων, πληροφοριών, διασυνδέσεων, συμβολισμών, διερωτήσεων που θα μας βυθίσουν σε ένα ακατάπαυστο ψευδαισθητικό παιχνίδι διαρκών διαμεσολαβήσεων και σε μία σύνθεση διαθλασμένων και πολλαπλών cyber πραγματικοτήτων που αλληλοεπικαλύπτονται, αλληλοκαταργούνται, ενώ ταυτόχρονα συνυπάρχουν η μία την άλλη, δημιουργώντας ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και ρευστό περιβάλλον. Βιώνουμε μιας μορφής συναισθηματική παράλυση υπό το βάρος μιας αφόρητης φασματικής / ψηφιακής πραγματικότητας που αποκαλύπτεται αδηφάγα και ανελέητα μπροστά στα μάτια μας.

Κείμενο και δραματουργία

Η πολυμεσική σκηνική αποτύπωση θα μπορούσε να είναι αριστουργηματική, αν δεν υπήρχαν δραματουργικά ελλείματα τα οποία εντοπίζονται κυρίως στο κείμενο. Η Anka Herbut, συνεργάτιδα του διεθνούς δημιουργού στο εκπληκτικό ROHTKO – όπου είχε καταθέσει μια εμπνευσμένη και άρτια δραματουργία -επωμίζεται- και σε αυτή τη δημιουργία του Πολωνού σκηνοθέτη -τη δραματουργία και το κείμενο, παραδίδοντας, όμως, ένα κείμενο ανεπαρκές με αβαθείς, απλοϊκούς διαλόγους που συχνά υποκύπτουν σε μια μελοδραματική διάσταση. Με αποκορύφωμα τη σκηνή όπου η Hedy Lamarr αποκαλύπτει στην αμπιγιέζ της, μπροστά στον καθρέφτη στο καμαρίνι της, την αποχώρησή της από τα κινηματογραφικά πλατό. Κειμενικές εξαιρέσεις αποτέλεσαν οι σκηνές της φασματικής  «συνάντησης» του  Άλαγκ Τούριγκ με τη Hedy Lamarr καθώς και της συνέντευξης του Blake Lemoine, ιδίως όταν έρχεται αντιμέτωπος με τo LaMDA που τον συντρίβει.

Πέρα, όμως, από τις εμφανείς και ανασταλτικές -για το όλο εγχείρημα- κειμενικές αδυναμίες, η Anka Herbut είχε μιας εξαιρετικής αξίας έμπνευση. Δημιούργησε ένα δραματουργικό πλέγμα που αποκαλύπτει βαθύτατους δεσμούς με το δομικό και φιλοσοφικό πυρήνα του «Άμλετ». Θεμελιώνει στο σαιξπηρικό αριστούργημα τη βασική ιδέα της παράστασης. Την κατάδειξη, δηλαδή, αφενός «μιας προσομοίωσης πιο πραγματικής από την πραγματικότητα που αντικαθιστά». Αφετέρου δε, της σύνδεσης με τους δομικούς άξονες του σαιξπηρικού αριστουργήματος μέσω των οποίων «αποδομείται ο μύθος της ανθρώπινης αυτονομίας». Κυρίως όμως, επιχειρεί τη σύνδεση του πολυμεσικού εγχειρήματος με την καθοριστική έννοια της αυτοσυνειδησίας που διαπνέει το εμβληματικό ελισαβετιανό έργο. Όλα τα παραπάνω στοιχεία ενυπάρχουν στην πολυμεσική δημιουργία του Twarkowski διαποτίζοντάς την. Θαυμαστή παραμένει η υψηλή δραματουργική ποιότητα αλλά και η ευστοχία  αυτών των συνδέσεων που ωστόσο δεν αποσκοπούν στην εξόφθαλμη αναφορά τους προς άγρα εντυπωσιασμού, αλλά στοχεύουν στην ουσιώδη διαλεκτική σχέση με το αρχετυπικό έργο.

Ο «Άμλετ» είναι ένα από τα καταγωγικά κείμενα της νεωτερικής Ευρώπης. Αποκρυσταλλώνει τη δυτική συνείδηση στο μεταίχμιο δυο εποχών. Την ανάδυση της ατομικότητας σε έναν κόσμο ανελαστικών συλλογικοτήτων. Μια συνείδηση που δοκιμάζεται οριακά σε έναν κόσμο ρευστό που στροβιλίζεται καταπίνοντας κάθε υπαρξιακή βεβαιότητα. Οι συσχετισμοί με τους μεταιχμιακούς καιρούς μας είναι παραπάνω από έκδηλοι και συνταρακτικοί. Βασιζομένη στην παραδοχή ότι ο Άμλετ προσφέρεται ως litmus test του συγχρόνου δυτικού́ πολιτισμού́ προχωρά στους παρακάτω δραματουργικούς συσχετισμούς:

Αυτοσυνειδησία / Ο Άλαν Τούρινγκ ως αμλετική μορφή

Ο Άμλετ πιστεύει στην επιστήμη και στον θετικισμό που απορρέει από αυτήν. Υπέρμαχος της νεοσύστατης έννοιας «της μηχανής» σπουδάζει  στο πρωτοποριακό Πανεπιστήμιο της Βυρτεμβέργης. Ενστερνίζεται το τρίπτυχο Υπόθεση-Πείραμα-Απόδειξη. Τα εντάσσει όλα στο πλαίσιο της επιστημολογικής δοκιμασίας. Ο Άλαν Τούριγκ είναι ένας ιδιοφυής μαθηματικός νους. Και οι δύο διαποτίζονται από τη βαθύτατη πίστη στην επιστήμη. Και οι δύο δημιουργούν μια «μηχανή» που θα είναι αποκαλυπτική της ανθρώπινης συνείδησης (Ο Άμλετ την «Παγίδα» που θα αποκαλύψει ότι ο Θείος του ο Κλαύδιος σκότωσε τον πατέρα του, και ο Τούρινγκ τη μηχανή (συσκευή Bombe) που αποκρυπτογράφησε τον κώδικα Enigma των Ναζί που παράλληλα όμως «αποκάλυψε» όχι μόνο τα κρυπτογραφημένα μηνύματα των Γερμανών, αλλά και τη λειτουργία της ανθρώπινης συνείδησης εν γένει. Αφού η προσπάθεια και η διάρκεια της αποκρυπτογράφησης δοκίμασαν σχέσεις, χαρακτήρες, συμπεριφορές και αντιδράσεις.

Και οι δύο ήρωες, αποσυνάγωγοι, μοναχικοί, διεισδυτικοί, σπαράσσονται ψυχικά από ένα απροσδόκητο και βαρύτατο πένθος. Ο πρώτος από τον αναπάντεχο θάνατο του πατέρα του. Και ο δεύτερος από τον αδόκητο χαμό του Κρίστοφερ, της μεγάλης αγάπης της ζωής του που πεθαίνει από φυματίωση λίγο πριν φοιτήσουν μαζί στο Πανεπιστήμιο. Και οι δύο πυρπολούνται  από τον δαίμονα της τρέλας. Προσποιητή ή πραγματική δεν έχει σημασία. Πυροδοτημένη από το πένθος και τη σήψη της αυλής; Πυροδοτημένη από τη νευροδιαφορετική αποξένωση και το τραύμα που προκαλείται από κρατικά επιβεβλημένη ορμονοθεραπεία λόγω της δαιμονοποίησης της ομοφυλοφιλίας; Και οι δύο καταλήγουν σε μια απόλυτη, φυσική οριστικότητα: διολισθαίνουν στη σωματική αποσύνθεση.

Η υπαρξιακή εξέγερση του Άμλετ καταλήγει σε ένα δηλητηριασμένο σώμα, ανάμεσα σε σωρούς πτωμάτων που σηματοδοτούν το τέλος μιας εποχής. Ενώ στο ORACLE η συστηματική βία κατά του σώματος εκδηλώνεται μέσω του χημικού ευνουχισμού. Το κράτος, το οποίο ο Τούρινγκ έσωσε, του επιβάλλει ορμόνες για να αλλοιώσει βίαια τη βιολογία του, επιτιθέμενο στη φυσική του υπόσταση, μέχρι την τραγική αυτοκτονία του με ένα μήλο εμποτισμένο σε κυάνιο. Ο Τβαρκόφσκι αποδίδει αυτή τη σωματική αποσάρθρωση μέσα από σκληρά πολυμεσικά τοπία, καταιγιστική ηλεκτρονική μουσική, εκτυφλωτικά φώτα που αναβοσβήνουν και ακραία κοντινά πλάνα στην ανθρώπινη σάρκα που σχεδόν εξαερώνεται μπροστά στα έκπληκτα από τη νοσηρότητα μάτια μας. Και τα δύο έργα πραγματεύονται την τραγωδία μιας φωτοδότρας διάνοιας που συντρίβεται συστηματικά από τις εκάστοτε μορφές συστημικής ή μη εξουσίας. Το ORACLE υψώνεται σε μια μετά-θρηνητική ελεγεία για την κονιορτοποίηση της συνείδησης του ανθρώπινου όντος.

Οι ηθοποιοί βρίσκονται συχνά εγκλωβισμένοι επί σκηνής μέσα σε διάφανα κουτιά. Το κοινό παρακολουθεί τις ερμηνείες τους αποκλειστικά μέσω μιας ζωντανής κινηματογραφικής μετάδοσης που προβάλλεται σε γιγαντιαίες οθόνες. Καθώς η παράσταση εξελίσσεται, αυτές οι ακατάληπτες βίντεο-ροές μετατρέπονται σε “deepfake” που επιβάλλουν τη μετατροπή των ανθρώπινων οντοτήτων σε συνθετικά είδωλα τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό δημιουργεί μια τρομακτική σκηνική αποτύπωση προσομοιωμάτων (simulacra κατά τον Baudrillard). Η εικόνα στην οθόνη δεν αναπαριστά πλέον τον ζωντανό ηθοποιό. Εγκαθιδρύεται η «απουσία» του. Στο ORACLE η αναζήτηση της «αντικειμενικής» αλήθειας για την οποία προσφέρει τη ζωή του ο σαιξπηρικός ήρωας, έχει οριστικά συντριβεί. Ο άνθρωπος και η προσομοίωσή του έχουν πλέον καταστεί αδιαχώριστοι, μετατρέποντας τον θεατρικό χώρο σε έναν θλιβερό τόπο αντήχησης πλαστών πραγματικοτήτων.

Η ανθρώπινη αυτοσυνειδησία και η ελεύθερη βούληση υποτάσσονται ανεπίστρεπτα στον αέναο ψηφιακό κόσμο που οι ίδιες δημιούργησαν -μια αντανάκλαση της πτώσης της σαιξπηρικής «Δανίας» μπροστά σε μια ψηφιακή αυτοματοποιημένη προέλαση του «στρατού του Φορτινμπράς» που θα αλώσει το μετα-ψηφιακό «Βασίλειο της Δανίας». Το μέγιστο οντολογικό ερώτημα έχει πλέον διαρραγεί. Το σαιξπηρικό «να είσαι ή να μην είσαι» (Πράξη 3η, Σκηνή 1η) έχει μετατραπεί ανεπιστρεπτί στην μετα-οντολογική εκδοχή του: «Να είσαι και να μην είσαι», αυτό είναι (πλέον) το ζήτημα.

Το πανοπτικό «Βασίλειο της Ελσινόρης»

Το Κάστρο της Ελσινόρης στο σαιξπηρικό έργο λειτουργεί ως ένα πρώτο κράτος επιτήρησης. Ο Πολώνιος κρύβεται πίσω από παραπετάσματα και κουρτίνες για να κατασκοπεύσει τον Άμλετ· ο Ρόζενκραντς και ο Γκίλντενστερν αποστέλλονται από τον Βασιλιά  ως κατάσκοποι και πιθανοί δολοφόνοι του Δανού πρίγκιπα, ενώ η Οφηλία γίνεται ακούσιο όργανο παρακολούθησης του Άμλετ από τον Βασιλιά Κλαύδιο και τον πατέρα της. Η ιδιωτικότητα καταστρατηγείται με υποχθόνια μέσα.

Αντιστοίχως στο ORACLE, το δραματουργικό σκηνικό του Bletchley Park αντανακλά το κάστρο της Ελσινόρης. Ο Twarkowski αξιοποιεί μια διαρκώς μεταβαλλόμενη, περιστρεφόμενη σκηνή και κάμερες κινηματογράφησης σε πραγματικό χρόνο, οι οποίες καταγράφουν κάθε ανάσα και χτύπο της καρδιάς των επί σκηνής χαρακτήρων. Οι χαρακτήρες  αυτοί —από ιστορικές προσωπικότητες όπως ο Turing έως σύγχρονες μορφές, όπως ο στοχοποιημένος μηχανικός της Google, Blake Lemoine— κινούνται μέσα σε έναν πανοπτικό εφιάλτη. Το κράτος εποπτεύει τις ιδέες, τις απόψεις, τις σχέσεις, τα συναισθήματα, τη σεξουαλικότητά τους. Και στα δύο έργα, θρυμματίζεται συστηματικά ο εσωτερικός τους κόσμος και η αυτονομία των προσώπων. Ερχόμαστε σε μετωπική σύγκρουση με ένα «οργουελικό» καθεστώς γενικευμένης επιτήρησης: Ένα σύστημα όπου κάθε κίνηση καταγράφεται.

Η εξάρθρωση του χρόνου

Όταν ο θετικιστής Άμλετ βλέπει το φάντασμα του πατέρα του στον προμαχώνα του Κάστρου βιώνει μια οριακή εσωτερική ρωγμή, επιβεβαιώνοντας τη συντριβή του από το μεταφυσικό στοιχείο που ως τότε χλεύαζε. Η ψυχική του κατάσταση αποτυπώνεται με τη μνημειώδη φράση του ο χρόνος έχει εξαρθρωθεί (“time is out of joint”, Πράξη 1 ,σκηνή 5η). Αυτό συνιστά την καθολική διάβρωση ορίων μεταξύ πραγματικού και φασματικού /ψηφιακού κόσμου. Αυτή η οριακή φράση ακούγεται και στο ORACLE. Ο χρόνος έχει καταρρεύσει. Δεν έχουμε πλέον να αντιμετωπίσουμε πολλαπλές, ρευστές αλληλοεξαρτώμενες χρονικότητες, ούτε μόνο την ιδιότυπη χρήση γλωσσών που αυτοαναιρούνται, καταργώντας τη σημειολογία τους.

Βιώνουμε τη ρηγμική εξάρθρωση του χρόνου, καθώς η δραματουργία συνδέει άρρηκτα τον αποκρυφισμό που συμβολίζει η πνευματίστρια Έλεν Ντάνκαν (υπήρξε η τελευταία που φυλακίστηκε το 1944 βάσει του βρετανικού Νόμου περί Μαγείας του 1735) με την ψηφιακή εποχή και τους σύγχρονους αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης. Καθώς ταυτίζεται ο χώρος διεξαγωγής πνευματιστικών συνεδριών με τον χώρο των διακομιστών (server room). Οι οθόνες προβολής δεν περιορίζονται στην απεικόνιση των προσώπων.  Παράγουν ψηφιακές ροές υψηλής ευκρίνειας, θερμικές απεικονίσεις και χρονικά καθυστερημένα δεδομένα. Όπως ακριβώς ο Άμλετ αντικρίζει το φάντασμα του πατέρα του και βλέπει μια τρομακτική ρήξη στον φυσικό χρόνο, έτσι και οι χαρακτήρες στο «ORACLE» κοιτάζουν τα αποτελέσματα της μηχανικής μάθησης και βλέπουν ένα ψηφιακό φάντασμα — μια τεχνητή συνείδηση ​​που έχει αποδεσμευτεί από τη γραμμικότητα της ροής του χρόνου. Υποδηλώνοντας ότι η αναδυόμενη Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί ένα σύγχρονο φάντασμα που παραβιάζει τους κανόνες της πραγματικότητας.

Τα σκηνικά αντικείμενα / Μια παράδοξη σημειολογία

 Ο Ντεριντά περιγράφει ως ha(u)ntology «την επιμονή στοιχείων από το κοινωνικό, πολιτισμικό ή ιστορικό παρελθόν, τα οποία εξακολουθούν να στοιχειώνουν το παρόν, διαταράσσοντας κάθε καθαρή γραμμική χρονικότητα ή σταθερή «οντολογία». Υποστηρίζει δε «ότι το παρόν δεν είναι ποτέ ακριβώς παρόν. Είναι πάντοτε κατοικημένο, διχασμένο ή δομημένο από φαντάσματα, κληρονομιές και την επιστροφή εκείνου που δεν υπάρχει πια (το παρελθόν) ή εκείνου που δεν έχει φτάσει ακόμη (το μέλλον)». Αυτές τις απόψεις του Ντεριντά απηχούν συγκεκριμένα σκηνικά αντικείμενα σημαντικής σημειολογικής αξίας -που ενδεχομένως- μέσα στο εκκωφαντικό του θεάματος περνούν απαρατήρητα. Συγκεκριμένα:

Κύβος του Ρούμπικ: Βρίσκεται πάνω σε ένα γραφείο στο Bletchley Park. Το  τρισδιάστατο αυτό μηχανικό παζλ είναι πολύ μεταγενέστερο του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Συγκεκριμένα επινοήθηκε το 1974 από τον αρχιτέκτονα Έρνο Ρούμπικ. Συμβολίζει την αποκρυπτογράφηση του κώδικα Enigma και προοιωνίζει τη δημιουργία της τεχνητής νοημοσύνης. Αποτελεί δε, μια μικρογραφία των διαρκών μετακινούμενων σκηνικών δομών που αναδιατάσσονται συνεχώς παραπέμποντας σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη εικονική πραγματικότητα τύπου matrix.

Nanny Cam: Το παιδικό, χαριτωμένο, αθώο λούτρινο αρκουδάκι που εφευρέθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με στόχο να μπορούν να παρακολουθούν οι γονείς τις babysitters. Συμβολίζει τον έλεγχο και την εισβολή της τεχνολογίας στο πιο τρυφερό και ευάλωτο κομμάτι της ανθρώπινης ιδιωτικότητας: αυτό της παιδικής ηλικίας.

Η μετατροπή του σώματος μιας ηθοποιού σε ανθρώπινο επιδαπέδιο φωτιστικό: Συμβολίζει την εργαλειοποίηση του ανθρώπινου σώματος μετατρέποντας το σε χρηστικό αντικείμενο. Καθώς και τη σχέση ανθρώπινου όντος με την τεχνολογία που έχει γίνει πλέον νοσηρή. Διόλου τυχαίο που μετατρέπεται σε φωτιστικό ένα γυναικείο ανθρώπινο σώμα. Και καταδεικνύει τις έμφυλες ανισότητες.

Το σκάκι: Φέρει πολλαπλούς συμβολισμούς που συνδέουν την ανθρώπινη διάνοια, τον πόλεμο και τις μηχανές και την αποκρυπτογράφηση του ναζιστικού κώδικα ENIGMA. Αρκετοί από αυτούς που ανήκαν στην ομάδα Bletchley Park ήταν δεινοί σκακιστές. Προαναγγέλλει δε τη μετάβαση από την ανθρώπινη στρατηγική σκέψη στην ανάπτυξη των πρώτων αλγορίθμων και της παντοκρατορίας της τεχνητής νοημοσύνης.

Οι ερμηνείες:

Η δομή του πολυμεσικού σκηνικού γεγονότος απαιτεί την αποδυνάμωση των υποκριτικών οντοτήτων. Χρειάζεται όμως τεράστιο υποκριτικό εκτόπισμα για να αυτοαναιρεθείς και να δεχτείς την επί σκηνής  αποδυνάμωση της παρουσίας σου. Ενώ ταυτόχρονα, χρειάζεται θηριώδης τεχνική, μνημειώδης αντοχή και ασίγαστη ενέργεια για να υπάρξεις σε αυτόν τον τεχνολογικό καταιγισμό. Ξεχωρίζω τον Mārtiņš Meiers ως Alan Turing και τον Artūrs Skrastiņš, ως Blake Lemoine για την ξεχωριστή σκηνική τους ευαισθησία και τις ευγενικές υποκριτικές τους ποιότητες.

Αναφέρω και τους υπόλοιπους ερμηνευτές με περισσό θαυμασμό: Ada Love — Madara Viļčuka, Alastair Denniston — Juris Bartkevičs, Hedy Lamarr — Vita Vārpiņa, Hugh Alexander — Kaspars Dumburs, Joan Clarke & Lola Kavetzky — Ilze Ķuzule-Skrastiņa, Sophie & Hellen Duncan — Nelė Savičenko, Raven Stark — Katarzyna Osipuk, Tommy Birch & Trevor Twitch — Klāvs Kristaps Košins, Werner Morgenstern — Rytis Saladžius, Zhang Hao — Xiaochen Wang.

Συντελεστές:

Δεν θα μπορούσαν να μην αναφερθούν οι εξαιρετικοί συντελεστές που αφορούν την εικονοποιία: Σχεδιασμός σκηνικών & σύλληψη σχεδιασμού φωτισμών: Fabien Lédé, Σχεδιασμός κοστουμιών: Svenja Gassen, Χορογραφία & καλλιτεχνική συνεργασία: Pawel Sakowicz. Αντιστοίχως βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τον συγκερασμό της πρωτότυπης μουσικής και τη σημειολογική τους σύνδεση με γνωστά μουσικά μοτίβα όπως π.χ. το τραγούδι του 1958 You Are My Destiny του Πωλ Άνκα. Ιδιαίτερη μνεία στον Julek Ploski.

Αισθάνομαι ότι ορθά τους δόθηκε από τον σκηνοθέτη τους η τιμή να υποκλιθούν πρώτοι. Χωρίς αυτούς τους ταλαντούχους τεχνικούς που συνεργάστηκαν υποδειγματικά δεν θα μπορούσε τίποτα από το σκηνοθετικό όραμα του Łukasz Twarkowski να πραγματοποιηθεί. Αμέριστος θαυμασμός στους: Fabien Lédé: Σχεδιασμός σκηνικών & σύλληψη σχεδιασμού φωτισμών · Jakub Lech: Σχεδιασμός βίντεο & ψηφιακών μέσων · Eugenijus Sabaliauskas: Σχεδιασμός φωτισμών · Diāna Kaijaka: Βοηθός σκηνοθέτη · Ričard Žigis: Βοηθός βίντεο · Andris Fridrihsons, Edmunds Cīrulis, Dāvis Dreiska: Τεχνικές λύσεις βίντεο · Mārtiņš Vigups: Τεχνική διεύθυνση · Didzis Herberts Cielava: Ηχοληψία · Mikus Guds: Χειρισμός & προγραμματισμός φωτισμών · Iveta Boša: Διεύθυνση σκηνής.

…Συνοψίζοντας

Ένα πολυμεσικό θέαμα συνταρακτικής ακρίβειας και εκκωφαντικής έντασης. Δοκίμασε ακραία -σε στιγμές- τις αντοχές των θεατών σε όλα τα πεδία έχοντας μια καθηλωτική, σχεδόν διαβρωτική επίδραση πάνω τους. Φλύαρο και σαφώς κατώτερο το δεύτερο μέρος του. Στα μειονεκτήματά του η μεγάλη του διάρκεια. Ενώ η τεχνική του αρτιότητα είναι θαυμαστή. Η σκηνοθεσία του Łukasz Twarkowski αποδεικνύεται ισχυρή με ασίγαστο ρυθμό ενώ παράλληλα διατηρεί απόλυτη ακρίβεια, μέθοδο και οργάνωση.

Κειμενικά παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες. Ωστόσο η ιδιοφυής, ενδόμυχη, δραματουργική του σύνδεση με τον σαιξπηρικό Άμλετ ήταν συνταρακτικής θεατρολογικής διορατικότητας και δεινότητας. Και αυτό οφείλει να αποδοθεί ως εύσημο στην Anka Herbut.

*Για το κείμενο αντλήθηκε υλικό από: Michel Foucault «Επιτήρηση και τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής» μτφρ ΜΠΕΤΖΕΛΟΣ ΤΑΣΟΣ ,επιμ. ΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΛΟΥΚΑΣ εκδ. «Πλέθρον», 2011.
Jean Baudrillard «Ομοιώματα και Προσομοίωση» εκδ. Πλεθρον, 2019
Jacques Derrida, τα φαντάσματα του Μάρξ, εκδ. Εκκρεμές, 2000
Μυρτώ Ρήγου, Ο Αναγνώστης Άμλετ, εκδ. Πλέθρον, 2000