H «Philomena» είναι μια ακόμα ταινία που βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Μια έφηβη Ιρλανδέζα μένει έγκυος το 1951 ως αποτέλεσμα της σεξουαλικής επαφής που είχε με έναν άγνωστο. Η έκτρωση είναι αδιανόητη αμαρτία, το να μεγαλώσει το παιδί όντας ανύπαντρη ανεπίτρεπτο σκάνδαλο. Η μητέρα της έχει πεθάνει κι ο πατέρας της την κλείνει σε μοναστήρι. Για να πληρώσει τα έξοδα της γέννας και του μεγαλώματός του γιου της δουλεύει αδιάκοπα μέσα στο μοναστήρι ενώ υπογράφει χαρτιά σύμφωνα με τα οποία όχι μόνο παραχωρεί στο μοναστήρι το δικαίωμα να δώσει το παιδί της να υιοθετηθεί αλλά και δεσμεύεται να μην το αναζητήσει ποτέ. Έτσι μετά από ένα – δυο χρόνια, όπου της επιτρεπόταν να βλέπει το παιδί μόνο μια ώρα την ημέρα, το παιδί φεύγει με τους νέους του γονείς. Η Φιλομίνα προχωρά στη ζωή της, κάνει οικογένεια, παιδιά κι εγγόνια, κρατάει μυστικό το παιδί της, μέχρι που στα πεντηκοστά του γενέθλια το εκμυστηρεύεται στην κόρη της. Εκείνη συναντά συμπτωματικά έναν δημοσιογράφο. Δεν είναι δημοσιογράφος του συρμού, ήταν ανταποκριτής του ΒΒC σε Ουάσιγκτον και Μόσχα, στη συνέχεια μεταπήδησε στην πολιτική όπου έγινε υπεύθυνος Τύπου υπουργού του Μπλερ, για να διαπιστώσει πως η πολιτική έχει ανελέητους κανόνες καθώς απολύεται για ασήμαντο ουσιαστικά αλλά σημαντικό επικοινωνιακά λόγο, επειδή σε ένα mail του υπήρξε περισσότερο δηκτικός απ΄όσο επέτρεπε η πολιτική ορθότητα. Τον πετυχαίνει ακριβώς σε εκείνη τη φάση της ζωής του που δεν ξέρει ποιό θα είναι το επόμενο επαγγελματικό του βήμα. Όταν ξεκινάει να του λέει για το χαμένο παιδί της μητέρας της, της απαντάει πως πρόκειται για “human interest story”, για «ιστορία ανθρώπινου ενδιαφέροντος», για κοινωνικό θέμα. Αυτός δεν καλύπτει τέτοιου είδους θέματα της εξηγεί, καθώς δεν πρόκειται στα αλήθεια για ιστορίες που έχουν αυθεντικό ενδιαφέρον για τους ανθρώπους, αλλά για ιστορίες που αφορούν αλλά και απευθύνονται σε ανοχύρωτους, αδαείς κι εν τέλει ανόητους ανθρώπους. Ο τρόπος που ο Στίβεν Φρίαρς «κόβει» από τη σκηνή αυτή στην αμέσως επόμενη που ο Μάρτιν ρωτάει τη γυναίκα του «Λες να καλύψω μια ιστορία ανθρώπινου ενδιαφέροντος;» είναι ενδεικτική του φλεγματικού βρετανικού χιούμορ που διαπνέει ολόκληρη την ταινία.
Κάπως έτσι και ενώ η ταινία πράγματι αφορά την αναζήτηση που ξεκινά ο Μάρτιν με την Φιλομίνα για να βρουν τα ίχνη του παιδιού της κι ενώ τα όσα θα αποκαλυφθούν στην πορεία έχουν όλες τις προϋποθέσεις για μια ταινία ανθρώπινου ενδιαφέροντος, δεν θα δούμε σε καμία περίπτωση ένα μελό έργο, δεν θα δούμε το κινηματογραφικό αντίστοιχο του «Πάμε Πακέτο» ή μιας ακόμη εκπομπής αναζήτησης της Αγγελικής Νικολούλη. Η ταινία ουσιαστικά δεν ενδιαφέρεται τόσο για προσωπικά δράματα, όσο για τις ιδέες που κινούν τα πρόσωπα και είναι μια αφορμή για να αντιπαρατεθούν οι δυο διαφορετικές προσεγγίσεις δύο διαμετρικά αντίθετων κόσμων: η ηλικιωμένη, απλοϊκή και πιστή καθολική Ιρλανδή και ο μεσήλικος, εκλεπτυσμένος, σνομπ και άθεος Άγγλος δημοσιογράφος, ο αστός Μάρτιν και η Φιλομίνα της εργατικής τάξης, η χάωδης πολιτισμική τους διαφορά, το πώς σε καταντάει, όπως σχολιάζει ο ίδιος, μια ζωή όπου η πνευματική σου δίαιτα είναι τα ταμπλόιντ και τα άρλεκιν. Και ακόμη πιο κύρια η βασική μεταξύ τους διάσταση στο θέμα της πίστης. «Πιστεύεις, Μάρτιν;» τον ρωτάει. «Πώς μπορεί να απαντήσει κανείς μονολεκτικά σε κάτι τόσο πολύπλοκο; Εσύ πιστεύεις;». «Ναι». Η Φιλομίνα που είναι πρόσχαρη, φιλική με τους ανθρώπους, η Φιλομίνα που μπορεί να συγχωρήσει τα πάντα και ο Μάρτιν που παραμένει σε μεγάλο βαθμό περίκλειστος, που δε συγχωρεί, που οργίζεται με την αδικία. Βασικό σεναριακό προσόν της ταινίας είναι πως δεν κρίνει τους ήρωές της και πως τελικά αν θα νιώσει κανείς κοντύτερα στο Μάρτιν ή στη Φιλομίνα εξαρτάται από τον ίδιο.
Η Φιλομίνα ένιωθε εκτός των άλλων ένοχη για το μωρό της, όχι μόνο επειδή συνέλαβε εκτός γάμου, αλλά και επειδή βρήκε τη σεξουαλική πράξη με τον άγνωστο εξόχως απολαυστική. Ένιωθε σαν να πετούσε και μετά το σεξ σκέφτηκε πως κάτι που σου προξενεί τόσο υπέροχα συναισθήματα δεν μπορεί παρά να είναι κακό. Ο Μάρτιν απαντά βρίζοντας την Καθολική εκκλησία. Αυτή η θεμελιώδης διαστροφή του φυσικού, αυτό το «καλό είναι κακό», έχει βρει μια άλλη διάσταση του σε άλλο σημείο της ταινίας: όταν ο Μάρτιν συγκεντρώνει τις πρώτες πληροφορίες για την υπόθεσή της, όταν του λέει πως παρέδωσε το παιδί της και δεν το ξαναείδε ποτέ, εκείνος σχολιάζει πως αυτό το κακό είναι υπέροχο, σπεύδοντας να συμπληρώσει πως είναι υπέροχο από την πλευρά της ιστορίας, ότι αυτό το κακό μπορεί να φτιάξει μια καλή ιστορία.
Μια από τις λύσεις που προτείνει στο Μάρτιν ο γιατρός του για να ξεπεράσει τη μίνι κατάθλιψή του είναι να αρχίσει να κάνει τζόκινγκ. Όταν ο Μάρτιν βρεθεί στις ΗΠΑ θα συνεχίσει τη νέα του αυτή δραστηριότητα, μόνο που θα δει όλους δίπλα του να τρέχουν σε διπλάσιους ρυθμούς και να τον προσπερνάνε: ένα ακόμη φλεγματικό σχόλιο για το πόσο πιο γρήγορα τρέχει η Αμερική από την Αγγλία ίσως ή για το πόσο πιο ψύχωση έχει με τη φυσική κατάσταση, όντας εγκλωβισμένη στο δίπολο του τζόκινγκ των πλουσίων και της παχυσαρκίας των φτωχών.
Η εξαιρετική μουσική του Αλεξάντερ Ντεσπλά ανεβάζει πολύ την εμπειρία παρακολούθησης της ταινίας, η Τζούντι Ντεντς είναι πάντα εγγύηση ποιότητας, το σενάριο του Στιβ Κούγκαν είναι η βάση πάνω στην οποία πατάει η ταινία, οπότε το παράδοξο με τον Στίβεν Φρίαρς είναι το εξής: υπάρχουν βασικά δύο κατηγορίες σημαντικών σκηνοθετών, αφενός εκείνοι που ο χρόνος δεν τους φθείρει, που η ματιά τους παραμένει στιβαρή από ταινία σε ταινία κι από δεκαετία σε δεκαετία, και υπάρχουν κι εκείνοι που ξεκινάνε εντυπωσιακά, αλλά στην πορεία η καριέρα τους εκφυλίζεται τόσο που ουσιαστικά το μόνο που μένει είναι τα πρώτα έργα τους. Ο Φρίαρς όμως, όπως και με τη «Βασίλισσα» προ ετών, υπογράφει εδώ μια ταινία που ακούγεται σκηνοθετώντας διακριτικά και προφανώς το ότι βρίσκεται πίσω από την κάμερα έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία και την αποδοχή και των δύο αυτών ταινιών, ωστόσο τελικά η αίσθηση που σου αφήνει είναι πως απλά κάνει καλά τη δουλειά του, πως ναι μεν κάποιος άλλος θα μπορούσε να την είχε κάνει χειρότερα και το τελικό αποτέλεσμα να είχε χάσει την ισορροπία του, αλλά ταυτόχρονα και πως ο τρόπος που την έκανε είναι ο τρόπος ενός ανθρώπου που στα νιάτα του σκηνοθέτησε μερικές σπουδαίες ταινίες και τώρα πια διεκπεραιώνει επαρκώς, αλλά τελικά απρόσωπα. Στο δικό μου το μυαλό η ταινία είναι περισσότερο μια ταινία του Στιβ Κούγκαν, παρά μια ταινία του Φρίαρς. Και ως τελική αποτίμηση η ταινία είναι ενδιαφέρουσα, αλλά και να μην τη δει κανείς δεν θα έχει χάσει και τίποτα που δεν πρέπει να χαθεί.
