Ήταν 11 Μαΐου 2006 όταν έκανε την πρεμιέρα της η Πανσέληνος (Vollmond) της Πίνα Μπάους. Τρία χρόνια αργότερα, η σπουδαία Γερμανίδα χορογράφος θα έφευγε από τη ζωή, όμως το έργο αυτό έμελλε να παραμείνει σταθερά στο ρεπερτόριο του Χοροθεάτρου του Βούπερταλ, αποτελώντας μία από τις πιο εμβληματικές δημιουργίες στην ιστορία του Xοροθεάτρου. Το θρυλικό Tanztheater Wuppertal Pina Bausch έρχεται στο Μέγαρο Μουσικής με την παράσταση «Πανσέληνος» (Vollmond) και η Πειραιώς είναι Αποκλειστικός Χορηγός της, στο πλαίσιο της Εταιρικής Υπευθυνότητας EQUALL για τον Πολιτισμό.

Ένας τεράστιος βράχος, νερό που πλημμυρίζει τη σκηνή και σώματα που τρέχουν, στροβιλίζονται, βουτούν και παρασύρονται. Πίσω από το εντυπωσιακό σκηνικό θέαμα, ένα έργο για τους ανθρώπους που προσπαθούν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον, να αγαπηθούν, να συγκρουστούν και να συνυπάρξουν, σε μια αδιάκοπη εναλλαγή έντασης και λυρισμού.

Γιατί Πανσέληνος; Η Πίνα Μπάους συνήθως δεν αιτιολογούσε τα έργα της, αφήνοντας τον θεατή ελεύθερο να ανακαλύψει τις προσωπικές του ερμηνείες. Ωστόσο, ο τίτλος από μόνος του παραπέμπει σε έναν κόσμο όπου οι δυνάμεις της φύσης και οι ανθρώπινες παρορμήσεις συνδέονται. Η Σελήνη, με την επίδρασή της στις παλίρροιες, συνομιλεί με το νερό που κατακλύζει τη σκηνή, ενώ οι παραδοσιακοί συμβολισμοί της πανσελήνου, η ένταση των συναισθημάτων, η ερωτική επιθυμία και η απρόβλεπτη συμπεριφορά, αντανακλούνται στις σχέσεις των χορευτών.

Η Πίνα Μπάους δεν ξεκινούσε από μια προκαθορισμένη ιστορία. Δεν την ενδιέφερε τόσο το πώς κινούνται οι άνθρωποι όσο το τι τους κάνει να κινούνται. Στην Πανσέληνο, αυτή η αναζήτηση αποκτά σωματική διάσταση, με τους χορευτές να παραδίδονται στις δυνάμεις της φύσης, να δοκιμάζουν τα όριά τους και να εκφράζουν μέσα από την κίνηση όσα δύσκολα χωρούν σε λέξεις.

Tanztheater Wuppertal Pina Bausch: Vollmond (Full moon) | Première représentation publique 11.5.2006 | Photos à TANSSIN TALO Helsinki

Ένα ποτάμι, ένας βράχος και η γέννηση ενός σκηνικού κόσμου

Το νερό και ο τεράστιος βράχος που δεσπόζουν στη σκηνή του “Vollmond” δεν αποτελούν απλώς εντυπωσιακά σκηνογραφικά ευρήματα, αλλά στοιχεία που προέκυψαν οργανικά μέσα από τη βιωματική έρευνα και τους πειραματισμούς των χορευτών κατά τη δημιουργική διαδικασία.

Ο επί χρόνια συνεργάτης της, σκηνογράφος Πέτερ Παμπστ, σε συνομιλία του με τον σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς, που δημοσιεύεται στην επίσημη ιστοσελίδα του Pina Bausch Foundation, θυμάται ότι η Μπάους τού είχε αναφέρει πως οι χορευτές πειραματίζονταν πολύ με το νερό κατά τη διάρκεια των προβών. Η πρώτη του σκέψη ήταν να δημιουργήσει ένα σκοτεινό, ήρεμο ποτάμι που θα διέσχιζε τη σκηνή. Γνώριζε, όμως, ότι οι χορευτές θα έπρεπε να μπορούν να κινούνται ελεύθερα, ακόμη και πάνω σε μια βρεγμένη επιφάνεια. Ο βράχος γεννήθηκε από την ιδέα ενός μοναδικού περάσματος πάνω από το νερό, μιας φυσικής γέφυρας που θα ένωνε τις δύο πλευρές της σκηνής. Ο Παμπστ αναζήτησε την κατάλληλη μορφή σε ένα λατομείο κοντά στο Βούπερταλ, όπου εντόπισε την πέτρα που αποτέλεσε το πρότυπο για την κατασκευή του σκηνικού.

Κάπως έτσι, από τους πειραματισμούς των χορευτών και τη φαντασία του σκηνογράφου, γεννήθηκε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σκηνικά τοπία του χοροθεάτρου. Ένας χώρος που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της χορογραφίας. Το νερό μεταμορφώνεται σε παιχνίδι, εμπόδιο, πρόκληση. Ο βράχος σε σημείο αναμέτρησης με το ύψος, την ισορροπία και τη βαρύτητα. Και τα σώματα δοκιμάζουν διαρκώς τα όριά τους.

«Δεν με ενδιαφέρει πώς κινούνται οι άνθρωποι, αλλά τι τους κάνει να κινούνται»

Η περίφημη αυτή φράση της Πίνα Μπάους συμπυκνώνει κατά κάποιο τρόπο την καλλιτεχνική της φιλοσοφία. Για τη Γερμανίδα χορογράφο, το ανθρώπινο σώμα εκτός από ένα μέσο έκφρασης, είναι ο τόπος όπου συναντιούνται οι αναμνήσεις, οι φόβοι, οι επιθυμίες και οι αντιφάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η δημιουργική της διαδικασία βασιζόταν σε ερωτήσεις προς τους χορευτές της. Τους καλούσε να αναζητήσουν απαντήσεις στις προσωπικές τους εμπειρίες, να επιστρέψουν σε αναμνήσεις, να εκφράσουν συναισθήματα, άλλοτε με λέξεις και άλλοτε με κινήσεις ή χειρονομίες. Από αυτό το υλικό, μέσα από μια μακρά διαδικασία επιλογής και σύνθεσης, γεννιούνταν οι χορογραφίες της.

Στην Πανσέληνο, αυτή η ιδιαίτερη γλώσσα αποκτά μια εκρηκτική σωματικότητα. Ήδη από την πρώτη παρουσίαση του έργου, τον Μάιο του 2006, η γερμανική κριτική αναγνώρισε τη δύναμη των εικόνων του. Η Μέλανι Ζούχι, γράφοντας στην Die Zeit, στάθηκε ιδιαίτερα στη ρευστότητα της χορογραφίας και στον τρόπο με τον οποίο ο τίτλος συνομιλεί με τους κύκλους της φύσης και τις διαρκείς μεταβολές των ανθρώπινων σχέσεων.

Pina Bausch | ©Wilfried Krüger

Από το οικογενειακό εστιατόριο στο χοροθέατρο του Βούπερταλ

Πολύ πριν μεταμορφωθεί σε ιέρεια σύγχρονου χορού, η Πίνα Μπάους παρατηρούσε τους ανθρώπους. Γεννημένη το 1940 στο Ζόλινγκεν της Γερμανίας, ως Φιλιπίν Μπάους, μεγάλωσε στο εστιατόριο που διατηρούσαν οι γονείς της. Εκεί, ανάμεσα σε πελάτες που έρχονταν και έφευγαν, σε συζητήσεις και απλές ανθρώπινες συμπεριφορες της καθημερινότητας, ήρθε από νωρίς σε επαφή με έναν κόσμο που αργότερα θα γινόταν το επίκεντρο της καλλιτεχνικής της αναζήτησης. Τα παιδικά της χρόνια σημαδεύτηκαν και από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τις εμπειρίες του φόβου και της ανασφάλειας να αποτελέσουν αργότερα υλικά σε πολλές από τις δημιουργίες της.

Στα δεκατέσσερά της άρχισε να σπουδάζει χορό στη Σχολή Φόλκβανγ του Έσσεν, κοντά στον Κουρτ Γιος, έναν από τους πρωτοπόρους του γερμανικού εκφραστικού χορού. Από εκείνον, όπως θα έλεγε αργότερα, κράτησε δύο θεμελιώδεις αρχές: την ειλικρίνεια απέναντι στην πραγματικότητα και την ακρίβεια στη μορφή. Η συνύπαρξη διαφορετικών τεχνών στη σχολή, από τη μουσική και το θέατρο μέχρι τη ζωγραφική και τη σκηνογραφία, διεύρυνε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τη σκηνική δημιουργία. Έτσι η εκπαίδευσή της δεν περιορίστηκε στην τεχνική του χορού.

Ακολούθησε η Νέα Υόρκη, όπου συνέχισε τις σπουδές της στη Σχολή Τζούλιαρντ και εργάστηκε ως χορεύτρια, μεταξύ άλλων, στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης. Ήταν μια περίοδος γνωριμίας με διαφορετικές καλλιτεχνικές τάσεις, σε μια πόλη όπου ο κλασικός και ο μοντέρνος χορός αναζητούσαν διαρκώς νέες μορφές έκφρασης. Το 1962 επέστρεψε στη Γερμανία και στη Σχολή Φόλκβανγ, αρχικά ως χορεύτρια και στη συνέχεια ως χορογράφος.

Η καθοριστική καμπή ήρθε το 1973, όταν ανέλαβε τη διεύθυνση του μπαλέτου στο Βούπερταλ, μετονομάζοντας σύντομα το συγκρότημα σε Χοροθέατρο του Βούπερταλ. Η αλλαγή του ονόματος δήλωνε και μια ριζική αλλαγή προσανατολισμού. Ο χορός μπορούσε πλέον να συνομιλεί ελεύθερα με το θέατρο, τον λόγο, το τραγούδι, το χιούμορ και τη σιωπή. Οι χορευτές εκτός από ερμηνευτές μιας χορογραφίας, ήταν άνθρωποι με προσωπικές ιστορίες, αδυναμίες, φόβους και επιθυμίες που έβρισκαν θέση πάνω στη σκηνή.

Vollmond FullMoon-A piece by Pina Bausch. | Julie-Anne-Stanzak and Ensemble. Photo by Karl Heinz Krauskopf

Τα έργα που άλλαξαν τη γλώσσα του χορού

Η πορεία της, ωστόσο, δεν υπήρξε εξαρχής θριαμβευτική. Οι πρώτες δημιουργίες της στο Βούπερταλ προκάλεσαν αμηχανία, αντιδράσεις και έντονες συζητήσεις. Η Πίνα Μπάους αμφισβητούσε τους καθιερωμένους κανόνες του χορού, την αρμονία της κίνησης και τη σκηνική ομορφιά. Στη θέση τους έφερνε την αμηχανία, την επανάληψη, την εξάντληση, τη βία, την καθημερινότητα. Οι χορευτές μπορούσαν να μιλούν, να γελούν, να κλαίνε, να αποκαλύπτουν την ευαλωτότητά τους. «Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να βρω μια γλώσσα για τη ζωή», έχει πει χαρακτηριστικά.

Στην Ιεροτελεστία της Άνοιξης (The Rite of Spring, 1975), πάνω στη μουσική του Ιγκόρ Στραβίνσκι, τα σώματα αναμετρώνται με τον φόβο, τη βία και τη θυσία, σε μια σκηνή καλυμμένη με χώμα. Στο Café Müller (1978), οι καρέκλες και τα τραπέζια που γεμίζουν τη σκηνή μοιάζουν να ανακαλούν τις παιδικές της αναμνήσεις από το εστιατόριο και το ξενοδοχείο των γονιών της, όπου περνούσε ώρες παρατηρώντας τους ανθρώπους. Υπό τους ήχους από τις μελαγχολικές άριες του Χένρι Πέρσελ, οι χορευτές κινούνται σε έναν κόσμο μοναξιάς, αποχωρισμού και απελπισμένης ανάγκης για επαφή. Πρόκειται ίσως για την πιο προσωπική και αυτοβιογραφική δημιουργία της. Την ίδια χρονιά, στο Kontakthof (1978), η Μπάους στρέφει το βλέμμα της στα τελετουργικά της ερωτικής προσέγγισης, στην ανάγκη αποδοχής και στην αμηχανία που συνοδεύει την ανθρώπινη συνάντηση. «Είναι ένας τόπος όπου συναντιούνται άνθρωποι που αποζητούν επαφή. Να φανερώσεις τον εαυτό σου, να τον αρνηθείς. Με φόβους. Επιθυμία. Απογοητεύσεις. Απελπισία. Πρώτες εμπειρίες. Πρώτες απόπειρες. Τρυφερότητα και ό,τι προκύπτει απ’ αυτή. Να αποκαλύπτεις πτυχές του εαυτού σου, να ξεπερνάς τον εαυτό σου.», θα πει η ίδια για το έργο.

Ακολούθησαν έργα όπως το Nelken (1982), με τη σκηνή καλυμμένη από χιλιάδες γαρίφαλα, και το Palermo Palermo (1989), με την κατάρρευση ενός τοίχου να αποτελεί μια ισχυρή σκηνική εικόνα. Τα φυσικά υλικά, τα αντικείμενα και οι αρχιτεκτονικές κατασκευές αποκτούσαν συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο στις δημιουργίες της. Το χώμα, τα λουλούδια, το νερό, οι πέτρες έχουν οργανικό ρόλο και διαμορφώνουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες κινείται το σώμα. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η Πανσέληνος του 2006 μπορεί να ιδωθεί ως συνέχεια μιας μακράς καλλιτεχνικής αναζήτησης. Το νερό και ο βράχος συνομιλούν με τα φυσικά τοπία των προηγούμενων έργων της, ενώ η ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη, ασφάλεια και επαφή παραμένει στο επίκεντρο.

VOLLMOND ( pleine lune ), Lieu: Théâtre de la Ville – Sarah Bernhardt, Paris, le 08/05/2025

Η «Πανσέληνος» επιστρέφει στη σκηνή, είκοσι χρόνια μετά

Είκοσι χρόνια μετά την πρώτη της παρουσίαση, η Πανσέληνος συνεχίζει να ταξιδεύει στις σκηνές του κόσμου με το Tanztheater Wuppertal Pina Bausch, διατηρώντας ζωντανή τη χορογραφική κληρονομιά της δημιουργού της. Από τις 6 έως τις 9 Νοεμβρίου 2026, το εμβληματικό έργο παρουσιάζεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη.

Τη χορογραφία συνοδεύει ένα ετερόκλητο μουσικό σύμπαν, από τον Tom Waits και την Cat Power έως τον René Aubry και το Balanescu Quartet, με ήχους που κινούνται ανάμεσα στη ροκ, τη σύγχρονη μουσική και διαφορετικές μουσικές παραδόσεις.

Παράλληλα με τις παραστάσεις, το Μέγαρο προγραμματίζει δύο προβολές της ταινίας Pina (2011) του Βιμ Βέντερς, στις 6 και 8 Νοεμβρίου. Ένα κινηματογραφικό αφιέρωμα στη Γερμανίδα χορογράφο, που προσφέρει μια ακόμη ευκαιρία γνωριμίας με τον κόσμο της, μέσα από τις ερμηνείες των χορευτών της και το τοπίο του Βούπερταλ, της πόλης με την οποία ταυτίστηκε η καλλιτεχνική της διαδρομή.

Info: Tanztheater Wuppertal Pina Bausch – Vollmond | Όλες οι παραστάσεις (Παρασκευή 6, Σάββατο 7, Κυριακή 8, Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2026) είναι sold out