Ο γεννημένος στην Ολλανδία Χιλιανός συγγραφέας Μπενχαμίν Λαμπατούτ έχει αποκτήσει διεθνή φήμη την τελευταία πενταετία, φήμη η οποία εδράζεται κυρίως σε τρία βιβλία του (τα οποία κυκλοφορούν και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Δώμα) και ιδιαίτερα στο Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο, το οποίο ήταν υποψήφιο για το διεθνές Booker το 2021.
Ο Λαμπατούτ δεν είναι μυθιστοριογράφος ή συγγραφέας μυθοπλασίας. Τα βιβλία του βασίζονται σε βιογραφικά προφίλ επιφανών – κατά βάση – προσώπων της επιστημονικής και πολιτισμικής ιστορίας, καθώς και σε υπαρκτά γεγονότα τα οποία ο Λαμπατούτ συσχετίζει και διανθίζει με άλλοτε αφηγηματική και άλλοτε δοκιμιακή γλώσσα. Για παράδειγμα στο Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο, ο Λαμπατούτ εξετάζει τις περιπτώσεις των σπουδαιότερων φυσικών και μαθηματικών του εικοστού αιώνα, και ιδιαίτερα εκείνων που ανέπτυξαν την κβαντική θεωρία και μηχανική (επιστήμονες όπως ο Αϊνστάιν, ο Ντιράκ, ο Χάιζενμπεργκ, ο Σρέντιγκερ, ο Γκρόντεντικ και πολλοί άλλοι).

Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις ο Λαμπατούτ γεμίζει ορισμένα κενά με δικές του εικασίες, ουσιαστικά δεν κομίζει ο ίδιος κάτι καινούριο, δεν προχωράει σε έρευνα που αποκαλύπτει πτυχές από τη ζωή και το έργο αυτών των σπουδαίων προσώπων που προηγουμένως ήταν άγνωστες. Το ταλέντο του είναι αφενός στο να αφηγείται σαγηνευτικά το έργο τους και να το επεξηγεί με απλό και ελκυστικό τρόπο, και, κυρίως, ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να συσχετίζει τους ανθρώπους αυτούς μεταξύ τους. Κι αυτό γιατί, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις η σύνδεση είναι προφανής (επιστήμονες που συνεργάστηκαν πάνω στο ίδιο θέμα ή επηρεάστηκαν ο ένας από τον άλλον), σε άλλες περιπτώσεις η σύνδεση δεν είναι πάντοτε αυτονόητη. Εδώ είναι λοιπόν που βασίζεται η ιδιαίτερη ματιά του Λαμπατούτ ως συγγραφέα. Ο Χιλιανός δεξιοτεχνικά βρίσκει συσχετισμούς που άλλοτε είναι φευγαλέοι, αισθητικοί ή τυχαίοι, και άλλοτε επικεντρώνεται σε κοινά στοιχεία που αποδεικνύονται πιο σημαντικά, πιο κρίσιμα όχι μόνο για τη διαμόρφωση των εν λόγω προσωπικοτήτων αλλά για την ιστορία της επιστήμης αλλά και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα. Έτσι, ο αναγνώστης που ακολουθεί την κλωστή της αφήγησης του Λαμπατούτ, του τρόπου δηλαδή που συνδέει τα διάφορα γεγονότα και τους ανθρώπους που διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο σε αυτά, αρχίζει και αντιλαμβάνεται ότι ο Λαμπατούτ τον οδηγεί σε μία συγκεκριμένη προβληματική, ότι η συρραφή από πλευράς του Χιλιανού των διαφόρων περιστατικών δεν είναι τυχαία, δεν αποτελεί απλώς μία εκλαϊκευμένη και καλογραμμένη εξιστόρηση επιστημονικών επιτευγμάτων και βιογραφικών στοιχείων, αλλά είναι γεμάτη από το νόημα που ο συγγραφέας επιθυμεί να τονίσει. Ποιο είναι αυτό το νόημα;
Ο Λαμπατούτ γοητεύεται από την υπέρβαση των ορίων: των ορίων της ανθρώπινης γνώσης αλλά και των ορίων της λογικής. Ας πάρουμε για παράδειγμα το Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο: ποιο είναι το κοινό μοτίβο που ο αφηγητής Λαμπατούτ μας υπογραμμίζει σε σχέση με τους θεμελιωτές της κβαντικής μηχανικής και τους μεγάλους μαθηματικούς, όλους αυτούς τους κορυφαίους επιστήμονες του 20ού αιώνα; το ότι όλοι τους, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο κατέληξαν να φλερτάρουν με ψυχωτικές ή και αντικοινωνικές συμπεριφορές, πέρασαν μία περίοδο της ζωής τους στην οποία υπέστησαν ένα είδος νευρικού κλονισμού, ενώ αρκετοί ποτέ δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν αυτή την ψυχική κατάρρευση. Αλλά το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι το κλισέ του τρελού επιστήμονα. Το πραγματικό ερώτημα, και εκείνο που γεννάει επιπλέον προβληματισμούς, είναι το γιατί.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έμαθαν να βασίζουν τη ζωή και την γνώση τους πάνω στην επιστημονική μέθοδο. Δηλαδή στη θεμελίωση επιχειρημάτων με τη χρήση της λογικής εικασίας και κατόπιν τη διαδικασία της επαλήθευσης μέσω πειραμάτων όπου αυτό είναι δυνατό. Αυτό προϋποθέτει βεβαίως εμπιστοσύνη σε αυτή την ευρύτερη μέθοδο, εμπιστοσύνη στη δύναμη της λογικής σαν δύναμη αποκάλυψης του φωτός, σαν βασικό καταλύτη της προόδου. Έλα όμως που από ένα σημείο και μετά η λογική και η παραδοσιακή επιστημονική μέθοδος αποδεικνύεται εντελώς ανήμπορη να δώσει απαντήσεις. Ιδιαίτερα στον τομέα της κβαντικής φυσικής όπου αποκαλύπτονται απίστευτες καταστάσεις της ύλης που αποδομούν όλα όσα γνωρίζουμε, αποδομούν την ίδια τη λογική, εμπαίζουν την ίδια την ανθρώπινη γνώση, εκθέτοντάς την ως ψευδαίσθηση.
Έτσι λοιπόν, ο Λαμπατούτ μας περιγράφει αυτή τη θεμελιώδη αντίφαση που βασανίζει την ψυχή των σπουδαίων αυτών επιστημόνων: από τη μία την προσήλωσή τους στη δύναμη της λογικής και αφετέρου τη συντριβή τους όταν η λογική αποδεικνύεται ανεπαρκής και το παράλογο απειλεί να καταστρέψει όχι μόνο τις θεωρίες τους αλλά την ίδια τους την εμπιστοσύνη στη δυνατότητα της γνώσης.
Ο ανορθολογισμός κάνει την εμφάνισή του και στον Λίθο της τρέλας, μόνο που εδώ ο Λαμπατούτ διευρύνει λίγο τον ορίζοντα και συμπεριλαμβάνει και λογοτέχνες (Λάβκραφτ, Φίλιπ Κ. Ντικ) που έχουν φλερτάρει με τα όρια της παράνοιας. Το θέμα όμως είναι κατά βάση το ίδιο: το πώς αντιμετωπίζουμε το ακατανόητο.
Κάτω από την επιφάνεια συνεπώς, το πρόβλημα είναι φιλοσοφικό: η σύγκρουση ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον σκεπτικισμό. Αυτή η σύγκρουση φέρει και βαρύ ψυχολογικό φορτίο, ιδιαίτερα για ανθρώπους που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην αναζήτηση της γνώσης. Γιατί αν τέτοιοι άνθρωποι παρά το λαμπρό τους μυαλό και την κοπιαστική τους δουλειά βρουν μπροστά τους έναν ανυπέρβλητο τοίχο, τότε αμφισβητούν το κατά πόσο η γνώση είναι εφικτή.
