Παραμονές της έναρξης της νέας σχολικής χρονιάς, συχνά εστιάζουμε στη δημιουργία μιας λίστας με εκπαιδευτικά βιβλία, βοηθήματα για τα μαθήματα και τίτλους που μπορούν να ενισχύσουν τις γνώσεις και τις μαθησιακές δεξιότητες των παιδιών. Ξεχνάμε, όμως, συχνά ένα εξίσου σημαντικό κεφάλαιο: εκείνο της συναισθηματικής τους θωράκισης.
Ένα παιδί δεν χρειάζεται μόνο να μάθει περισσότερα. Χρειάζεται να μάθει να αναγνωρίζει όσα αισθάνεται, να μιλά γι’ αυτά, να κατανοεί τα συναισθήματα των άλλων, να διαχειρίζεται τις δυσκολίες και τις απογοητεύσεις, να ζητά βοήθεια, να νιώθει ότι ακούγεται. Να καλλιεργεί, με άλλα λόγια, την ενσυναίσθηση, την αυτογνωσία και την ψυχική ανθεκτικότητα που θα το συνοδεύσουν πολύ πέρα από τη σχολική αίθουσα.
H παιδική λογοτεχνία μπορεί να γίνει ένας πολύτιμος σύμμαχος. Όχι δίνοντας έτοιμες απαντήσεις ή μετατρέποντας την ανάγνωση σε ακόμη ένα «μάθημα», αλλά δημιουργώντας έναν ασφαλή χώρο μέσα στον οποίο ένα παιδί μπορεί να αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό του, να συναντήσει έναν φόβο, μια απώλεια, μια δυσκολία ή ένα συναίσθημα και να βρει τις λέξεις για να το μοιραστεί. Με αυτή τη σκέψη διάβασα δύο παιδικά βιβλία που, με πολύ διαφορετικό τρόπο το καθένα, ανοίγουν ακριβώς αυτούς τους μικρούς αλλά ουσιαστικούς δρόμους προς τον εσωτερικό κόσμο των παιδιών: το «Εσύ τι κουβαλάς;» και το «Αν είσαι εδώ».
[ 1 ]
Εσύ τι κουβαλάς; – Αθηνά Καφετζή | Εκδόσεις Πατάκη

Θυμάμαι τη μικρή μου κόρη, στα πρώτα της χρόνια στον παιδικό σταθμό, να αρνείται πεισματικά να πάει. Και θυμάμαι τη δική μου καθημερινή αγωνία να πλέξω μια ιστορία που θα έκανε αυτή την αποστολή να μοιάζει με σαγηνευτική περιπέτεια. Κι όταν τελικά κατάφερνα να την πείσω, δεν ξεχνώ την εικόνα της να με περιμένει στις σκάλες, κρατώντας μια σακούλα του σούπερ μάρκετ γεμάτη με όλα τα αγαπημένα της αντικείμενα. Ό,τι θεωρούσε απαραίτητο για να την ακολουθήσει σε εκείνον τον άγνωστο κόσμο: από οδοντόβουρτσες και σκισμένες κάλτσες μέχρι ένα αρκουδάκι χωρίς μάτι και φαγωμένα μολύβια.
Μεγαλώνοντας, άφηνε σιγά σιγά και κάτι πίσω. Η σακούλα γινόταν ελαφρύτερη, μέχρι που κάποια στιγμή δεν τη χρειαζόταν πια. Eκείνα τα παράταιρα, άσχετα μεταξύ τους αντικείμενα δεν ήταν για εκείνη πράγματα. Ήταν μικρές άγκυρες ασφάλειας απέναντι σε κάτι άγνωστο και ανοίκειο για εκείνη που στο μικρό της μυαλό είχαν μεγάλη χρηστικότητα. Το όπλο της στον κόσμο. Εκείνη στα μάτια της πολύ μικρή, τοσοδούλικη για να βγει στον μεγάλο κόσμο. Αυτή ακριβώς η εικόνα ήρθε ξανά στο μυαλό μου διαβάζοντας το νέο βιβλίο της Αθηνάς Καφετζή, «Εσύ τι κουβαλάς;».
Πίσω από δύσβατα βουνά, ποτάμια και σκιερά δάση απλώνεται μια ανεξερεύνητη πολιτεία. Οι κάτοικοί της είναι παράξενα, σχεδόν εξωπραγματικά ζώα που μεταφέρουν παντού μαζί τους αμέτρητα αντικείμενα: έπιπλα, βιβλία, σφυρίχτρες, κουμπιά, μουσικά όργανα, οικιακές συσκευές, εργαλεία και καθετί που μπορεί κανείς να φανταστεί. Τα κουβαλούν όλα, γιατί φοβούνται μήπως κάποτε χρειαστούν κάτι που δεν έχουν μαζί τους.
Σε αυτή την πολιτεία ζει κι ένα ζώο παράξενο κι αυτό. Μόνο που εκείνο δεν κουβαλά τίποτα. Και γι’ αυτό όλοι το κοιτούν περιφρονητικά. Καθημερινά αναζητά εκείνο το «κάτι» που πραγματικά χρειάζεται, μα πάντα γυρνά με άδεια χέρια. Όλα τού φαίνονται ανούσια και βαρετά. Μέχρι που ένα από εκείνα τα βαρυφορτωμένα ζώα θα του προσφέρει ένα δώρο. Εκείνο θα το δεχτεί ευγενικά, όμως το μόνο που πραγματικά το νοιάζει είναι να πάει η ώρα οχτώ. Βλέπεις, είναι η ώρα που η ζωή του αποκτά άλλο νόημα. Όταν όλοι οι υπόλοιποι κοιμούνται, εκείνο αφήνει πίσω του την πολιτεία και ανακαλύπτει έναν ολόκληρο κόσμο με τον τρόπο που μόνο εκείνο ξέρει. Μόνο που σε μία από αυτές τις νυχτερινές περιπλανήσεις δεν είναι μόνο. Το έχει ακολουθήσει κρυφά εκείνο το βαρυφορτωμένο ζώο που νωρίτερα του χάρισε το δώρο. Και κάπου μέσα στο σκοτάδι θα του αποκαλυφθεί μια αλήθεια που ίσως δεν είχε ποτέ τολμήσει να σκεφτεί. Γιατί όταν ο φόβος το κυριεύσει, κανένα από τα αντικείμενα που κουβαλά μαζί του δεν θα αποδειχθεί αρκετό για να του χαρίσει τόλμη ή θάρρος.
«Γιατί δε δοκιμάζεις να τρέξεις δίχως αυτά που κουβαλάς;» Μια απλή προτροπή που, ωστόσο, κρύβει και την ουσία του βιβλίου. Γιατί το ερώτημα της Αθηνάς Καφετζή δεν είναι μόνο «τι κουβαλάς;», αλλά τι θα συνέβαινε αν το άφηνες για λίγο κάτω; Αν ανακάλυπτες ότι η ασφάλεια, το θάρρος ή ακόμη και η χαρά που αναζητάς δεν βρίσκονται απαραίτητα μέσα σε όσα έχεις συγκεντρώσει γύρω σου; Και αυτό είναι ένα πολύ όμορφο ερώτημα για ένα παιδί που μεγαλώνει. Γιατί μεγαλώνω σημαίνει, ανάμεσα σε τόσα άλλα, μαθαίνω σιγά σιγά να αφήνω. Να αποχωρίζομαι εκείνα που κάποτε πίστευα πως ήταν απαραίτητα και να ανακαλύπτω ότι μπορώ να προχωρήσω και χωρίς αυτά.


Πίσω από την πρώτη, προφανή ανάγνωση για τη σχέση μας με τα υλικά αγαθά, υπάρχει μια δεύτερη, πολύ πιο συναισθηματική: τι κουβαλάμε για να αισθανόμαστε ασφαλείς; Πόσα από αυτά που δυσκολευόμαστε να αποχωριστούμε τα έχουμε πραγματικά ανάγκη και πόσα λειτουργούν σαν μικρές άγκυρες απέναντι στον φόβο του άγνωστου;
Η αλληγορία του βιβλίου ίσως να μην είναι αμέσως αποκωδικοποιήσιμη από τους μικρότερους αναγνώστες. Με τη συμβολή όμως του ενήλικα που αφηγείται την ιστορία, το παιδί μπορεί να πλησιάσει και να αφουγκραστεί το νόημά της με τον δικό του τρόπο. Ίσως δεν χρειάζεται καν να το κατανοήσει ολόκληρο. Κάτι από την ιστορία, μια εικόνα, μια φράση, η αίσθηση της ελευθερίας που έρχεται όταν αφήνεις πίσω σου ένα βάρος, είναι αρκετά να τα «κουβαλήσει» για λίγο μαζί του.
Η εικονογράφηση του Redmer Hoekstra είναι από τα δυνατά στοιχεία του βιβλίου. Ασπρόμαυρα, λεπτοδουλεμένα σκίτσα, γεμάτα μικρές ευρηματικές λεπτομέρειες και ένα λεπτό χιούμορ, δημιουργούν έναν παράξενο κόσμο που σε προσκαλούν να τα παρατηρείς. Τα αλλόκοτα ζώα του σχεδόν εξαφανίζονται κάτω από το βάρος όσων κουβαλούν: μια πολυθρόνα, μια λάμπα, βιβλία, παιχνίδια, ένα ποδήλατο, ένα πιάνο, μικρά και μεγάλα αντικείμενα στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο. Παρά την αφθονία της πληροφορίας, οι εικόνες δεν είναι καθόλου φορτωμένες. Αντίθετα, ο Hoekstra καταφέρνει να κάνει ορατή την ίδια την ιδέα του βιβλίου: πόσο χώρο μπορούν να καταλάβουν στη ζωή μας όλα εκείνα που φοβόμαστε να αποχωριστούμε.
Μια εξαιρετική πρόταση για τους μικρούς αναγνώστες και, νομίζω, μια υπέροχη πρώτη γνωριμία με την τέχνη. Γιατί κάθε σελίδα εκτός από μια εικόνα που συνοδεύει την ιστορία, μοιάζει με ένα μικρό έργο τέχνης που σε καλεί να σταθείς, να το παρατηρήσεις και να χαθείς στις λεπτομέρειές του.
[ 2 ]
Aν είσαι εδώ…-Ζακλίν Πολενάκη | Εκδόσεις Πατάκη

Αν στο «Εσύ τι κουβαλάς;» τα βάρη έχουν τη μορφή αντικειμένων και στοιβάζονται πάνω στις πλάτες των ηρώων, στο «Αν είσαι εδώ…» της Ζακλίν Πολενάκη το βάρος βρίσκεται σε όλα εκείνα που ένα παιδί κουβαλά μέσα στο μυαλό και στην καρδιά του και που οι άλλοι δεν μπορούν πάντα να δουν.
Η Ζακ μάς συστήνεται από την πρώτη κιόλας σελίδα ανοιχτά: «Είμαι non binary αυτιστικό ατομάκι». Δεν πρόκειται για μια πληροφορία που καθορίζει την ανάγνωση του βιβλίου, αλλά για μια δήλωση ταυτότητας που εξηγεί ίσως από ποιο σημείο κοιτάζει η συγγραφέας και αφηγείται τον κόσμο.
Αγαπά να φτιάχνει σκίτσα και να ακούει μουσική, έχει πολλές ερωτήσεις και έναν δικό της τρόπο να παρατηρεί τον κόσμο. Μας δείχνει τα πράγματα που κάνουν τη ζωή της πιο ωραία: τσάι, χρωματιστά μολύβια, μουσική, τον Μότσι, τη χνουδωτή ρυζόγατά της αλλά γρήγορα το αφηγηματικό της βλέμμα στρέφεται σε όσα δεν είναι τόσο εύκολο να φανούν.
Από την πρώτη κιόλας στιγμή μάς αποκαλύπτει και την πρόθεσή της: «Έχω πολλές ερωτήσεις σχετικά με τη ζωή. Έφτιαξα αυτό το βιβλίο επειδή ανακάλυψα ότι το να μοιράζεσαι τους κόσμους που έχεις μέσα στο μυαλό σου μοιάζει λίγο σαν “απάντηση”».
Και αυτό ακριβώς κάνει. Σε μια βαθιά προσωπική, σχεδόν εξομολογητική αφήγηση, ανοίγει τον δικό της εσωτερικό κόσμο και μοιράζεται όσα κουβαλά και τη βαραίνουν: σκέψεις, φόβους, αγωνίες, ερωτήματα, εκείνες τις μικρές και μεγάλες ανασφάλειες που μπορεί να μοιάζουν αόρατες στους άλλους, αλλά μέσα μας καταλαμβάνουν τεράστιο χώρο.
«Συνήθως βλέπουμε μόνο το έξω», γράφει σε μία από τις σελίδες. Μια απλή φράση που γίνεται σχεδόν κλειδί για την ανάγνωση του βιβλίου. Γιατί πίσω από αυτό που βλέπουμε υπάρχει ένας ολόκληρος εσωτερικός κόσμος που δεν βρίσκει πάντοτε εύκολα τον δρόμο προς τα έξω. Η Ζακ μιλά και γράφει απευθυνόμενη διαρκώς στον αναγνώστη. Σαν να βρίσκεται απέναντί του και να αναγνωρίζει όλα εκείνα που ίσως έχει κάποτε νιώσει αλλά δυσκολεύτηκε να πει: πόνο, απογοήτευση, λύπη, απελπισία, μοναξιά, την αίσθηση ότι δεν ανήκει ή ότι μένει στο περιθώριο. Δεν τα υποτιμά, δεν επιχειρεί να τα διορθώσει ούτε βιάζεται να τα εξαφανίσει. Τα αναγνωρίζει και τους δίνει χώρο να υπάρξουν.
Κι έτσι η προσωπική εξομολόγηση μετατρέπεται σιγά σιγά σε έναν ιδιότυπο διάλογο. Η Ζακ απλώνει το χέρι και μοιάζει να λέει στον νεαρό αναγνώστη: σε βλέπω, σε ακούω, αυτό που αισθάνεσαι έχει σημασία. Μιλά μέσα από τη δική της εμπειρία, χωρίς όμως να την παρουσιάζει ως μοναδική ούτε να απαιτεί από τον αναγνώστη να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε αυτήν.


Το «Αν είσαι εδώ…» είναι πολύτιμο για ένα παιδί ή έναν έφηβο που αναγνωρίζει κάτι από τον εαυτό του στη Ζακ και μπορεί να λειτουργήσει σαν ένας μικρός καθρέφτης: κάποιος ακόμη αισθάνεται έτσι, κάποιος ακόμη βλέπει τον κόσμο κάπως σαν εμένα. Αλλά ακόμη κι αν δεν συμβαίνει αυτό, του προσφέρει κάτι εξίσου σημαντικό: την ευκαιρία να κοιτάξει για λίγο τον κόσμο μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου. Να ανακαλύψει ότι πίσω από όσα μας διαφοροποιούν υπάρχουν ανάγκες εντυπωσιακά κοινές: να αγαπηθούμε, να γίνουμε αποδεκτοί, να ακουστούμε, να έχουμε χώρο να υπάρξουμε όπως είμαστε.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι και η χειρόγραφη μορφή του βιβλίου. Έχει κάτι από προσωπικό ημερολόγιο, από εκείνα τα σημειωματάρια όπου γράφουμε χωρίς να σκεφτόμαστε αν κάποιος θα τα διαβάσει ποτέ. Ανομοιόμορφα γράμματα, λέξεις που μεγαλώνουν ή μικραίνουν, υπογραμμίσεις, βελάκια, παρενθέσεις, μικρά σκίτσα και χρωματιστές μουντζούρες δημιουργούν την αίσθηση ότι ξεφυλλίζουμε τις ίδιες τις σκέψεις της Ζακ την ώρα που γεννιούνται.
Θεωρώ εξαιρετική και την επιλογή των παλ χρωματισμών. Ροζ, γαλάζια, πράσινα και κίτρινα εμφανίζονται απαλά πάνω στο λευκό, χωρίς έντονες αντιθέσεις, δημιουργώντας έναν οπτικό κόσμο τρυφερό και καθησυχαστικό. Ακόμη και όταν οι λέξεις μιλούν για φόβο, μοναξιά, ανασφάλεια ή δύσκολες σκέψεις, η εικόνα δεν γίνεται σκοτεινή ή απειλητική. Σαν να δημιουργεί γύρω από όλα αυτά έναν ασφαλή χώρο μέσα στον οποίο μπορούν να ειπωθούν. Η αισθητική γίνεται έτσι μέρος του ίδιου του τρόπου με τον οποίο το βιβλίο επικοινωνεί. Καταργεί την απόσταση ανάμεσα στη δημιουργό και στον νεαρό αναγνώστη. Δεν έχουμε έναν ενήλικα που στέκεται απέναντι από ένα παιδί για να του εξηγήσει πώς να αισθανθεί. Έχουμε κάποιον που κάθεται δίπλα του, ανοίγει το δικό του σημειωματάριο και του λέει: «Κοίτα, κάπως έτσι είναι και μέσα στο δικό μου κεφάλι».
