Και να λοιπόν που μετά από τόση αποχή, οι συναυλίες έγιναν ξανά κομμάτι της ζωής μας, σαν να μη μεσολάβησε τίποτα: είμαι σε δίλημμα αν πρέπει να θαυμάσω την αδιανόητη προσαρμοστικότητα που μας χαρακτηρίζει ως είδος, ή αν πρέπει να τρομάξω με το πόσο γρήγορα περνάμε από το ένα στο άλλο, διαγράφοντας ή και ξεχνώντας τι μεσολάβησε, μόλις κάποιος μάς εξαγγείλει άνωθεν πως είναι ΟΚ να το κάνουμε. Άλλωστε καλό είναι να θυμόμαστε πως και ο μυθοποιημένος χαμαιλέων είναι απλώς μία σαύρα. Ας μην επεκταθώ όμως άλλο: εδώ το θέμα μας είναι η μουσική.
Δεν έχει χυθεί αρκετό μελάνι, ούτε και προβλέπεται να συμβεί μέσα στον ορυμαγδό της επικαιρότητας που σε όλους μας βαράει το ντέφι και χορεύουμε στον ρυθμό του, για την παράδοξη μοίρα των συγκροτημάτων που καλούνται να ανοίξουν τη συναυλιακή ημέρα ενός φεστιβάλ σε ώρες που, κάτω από τον καυτό ήλιο των ημερών, ουδείς εχέφρων θα διανοείτο υπό Κανονικές Συνθήκες να παίξει, αλλά και να ακούσει μουσική. «Θέμα για μικρό διήγημα», που έλεγε ο Τριγκόριν στον «Γλάρο» του Τσέχωφ –ή για ταινία μικρού μήκους, θα προσέθετα ως –αλίμονο- πολύ λιγότερο ικανός επίγονός του. Όλα αυτά τα λογοτεχνίζοντα τα ψελλίζω ως ταπεινές δικαιολογίες γιατί δεν έφτασα εγκαίρως στην Πλατεία Νερού για να ακούσω τους Royal Arch, και πέρα από το χιούμορ με το οποίο προσπαθώ να το διαχειριστώ ή τη δικαιολογημένη, λόγω δουλειάς που ξέφυγε, καθυστέρηση, ειλικρινά νιώθω πολύ άσχημα γι’ αυτό: το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε εμείς οι «επαγγελματίες ακροατές» γι’ αυτούς τους αφανείς ήρωες –με τον τονισμό στο ήρωες- είναι να είμαστε εκεί για να αποτιμήσουμε την προσπάθειά τους. Ζητώ από καρδιάς συγγνώμη και επιφυλάσσομαι.
Πρόλαβα όμως τους Sugar for the Pill –δεύτερο όνομα ελληνικής μπάντας στο φετινό Release μετά τους Strawberry Pills που αναφέρεται σε χάπια: τυχαίο; Δεν νομίζω! Έχω την αίσθηση πως το συγκεκριμένο γκρουπ αδικήθηκε όχι μόνο από την ώρα, αλλά και από τον ήχο: μου φάνηκε πως η –αληθινά ενδιαφέρουσα- τραγουδίστριά τους αγωνιζόταν να κρατηθεί στον τόνο σε κάποια κομμάτια, πράγμα που εμφανώς δεν οφειλόταν στις ικανότητές της. Γενικά δεν έφτασε ως εμένα καθαρό αυτό που κάνουν τα παιδιά, των οποίων οι συνθέσεις μοιάζουν ενδιαφέρουσες. Ομολογώ άλλωστε πως όταν ένα συγκρότημα έχει πάρει το όνομά του από τραγούδι των Slowdive, δεν μπορώ παρά να είμαι θετικά διακείμενος απέναντί τους –αυτή η επιλογή αποκαλύπτει και πολλά για τον ήχο τους, φυσικά. Πάντως δεν νομίζω πως η συγκεκριμένη εμφάνισή τους προσφέρεται για να εξαγάγει κανείς συμπεράσματα γι’ αυτούς. (Αλήθεια, πώς και κανένας φωστήρας δεν τόλμησε ακόμα να χρησιμοποιήσει το κακόηχο «να εξάξει»; Με το εξίσου λανθασμένο «να παράξει» -αντί του ορθού «να παραγάγει» δεν φαίνεται να τραβάει κανένας ζόρι, αντιθέτως ιδελογικοποιείται το λάθος ως νομιμοποίηση μέσω της χρήσης. Ναι, ξέρω, παρασύρομαι…)
Με φως ακόμη, σε αυτή τη γκρίζα ζώνη μεταξύ των ορεκτικών και του κυρίως πιάτου, που όμως στην Πλατεία Νερού συμπίπτει με τα κολακευτικά και πανέμορφα χρώματα της δύσης, ανέβηκαν στη σκηνή οι πολυδιαφημισμένοι Fontaines D.C. Οι ραγδαία ανερχόμενοι Δουβλινέζοι πραγματοποίησαν μια εμφάνιση υποδειγματικής εντιμότητας και επαγγελματισμού, και δύσκολα θα έβρισκε κανείς κάτι να τους προσάψει. Ίσως ο υπερβολικός θόρυβος γύρω από το όνομά τους να φταίει για τα αίσθημα ανικανοποίητου με το οποίο με άφησαν: δυσκολεύομαι πολύ να αναγνωρίζω ένα συγκρότημα που δεν περιέχει στον ήχο του απολύτως τίποτα καινούριο, παρά μόνο καλοχωνεμένες επιρροές και δυναμισμό στο παίξιμό του, ως τη μεγαλύτερη εφεύρεση μετά το ψωμί σε φέτες.
Αναγνωρίζω όμως σε κάθε γενιά -και λιγότερο στους επαγγελματίες που πρέπει να γεμίζουν διαρκώς σελίδες με «σπουδαίες αποκαλύψεις»- την ανάγκη να βρίσκει τα δικά της είδωλα, τους δικούς της ήρωες που θα αποθεώνει στη σκηνή. Εύχομαι να βγω ψεύτης για τους Fontaines D.C. και να με κάνουν στο μέλλον να φάω τη γλώσσα μου, αλλά νομίζω πως ο όρος στον οποίο εντάσσονται είναι: μόδα. Κι όπως έλεγε ο Ζαν Κοκτώ, πρέπει να είμαστε επιεικείς προς τη μόδα: η καημένη, πεθαίνει τόσο νέα…
Οι Σκωτσέζοι Mogwai εμφανίστηκαν μπροστά μας σε μια καλή στιγμή, μετά από ένα εξαίρετο περσινό άλμπουμ. Από την πρώτη στιγμή έδειξαν άδολο ενθουσιασμό θα έπαιρνα όρκο πως έβλεπα μια μπάντα που αληθινά χαίρεται που παίζει για μας, κι αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μεταδοτικό. Είναι ευπρόσδεκτη μια τέτοια προσωπική νότα όταν προστίθεται στον επαγγελματισμό που σίγουρα διακρίνει ένα σχήμα τόσο μεγάλου διαμετρήματος. Δύο μόνο ενστάσεις θα διατυπώσω –η πρώτη μικρή. Αισθάνομαι πως αυτού του είδους τα post-rock συγκροτήματα, συνήθως κατεξοχήν ατμοσφαιρικά (οι Mogwai σαφέστατα) λειτουργούν καλύτερα σε κλειστό χώρο: δεν νομίζω πως ο ήχος τους ταιριάζει σε μια αρένα, μπροστά σε χιλιάδες χιλιάδων θεατές.
Η δεύτερη έχει να κάνει με τον ήχο. Αφού διανύσαμε όλο το περασμένο επταήμερο με -εξόχως ανούσιες, κατ’ εμέ- αναλύσεις επί αναλύσεων επί του ήχου των Bauhaus από σχετικούς και ασχέτους, από μουσικούς γραφιάδες και από επαΐοντες του πληκτρολογίου και των social, είμαι εξαιρετικά περίεργος να δω αν όλοι θα καταπιούν την εν λόγω κάμηλον. Πάντως εγώ καταθέτω πως, ευρισκόμενος αρκετά -έως πολύ- μπροστά, ένιωθα τα σωθικά μου να τρίζουν σε κάθε χτύπημα νότας του μπάσου: τουλάχιστον δεν θεωρώ πιθανό να εμφανίσω πέτρες στα νεφρά μετά από τη χθεσινή «θεραπεία» που υπέστη. Δεν θα ξεκινήσω ούτε διαδικτυακή δίκη της διοργάνωσης, ούτε θα ζητήσω το δημόσιο ανασκολοπισμό του αρμοδίου ηχολήπτη. Όμως ο ήχος στους Mogwai είχε θέματα: αγαπητό Release, προς γνώση και συμμόρφωση…
Και τώρα επιτέλους ας ασχοληθούμε με αυτό που όλοι περιμένετε να διαβάσετε, ενδεχομένως περνώντας διαγωνίως τα περισσότερα από τα προηγούμενα ή και πηδώντας ολόκληρες παραγράφους για να φτάσετε εδώ. Το πρόσωπο που δικαιολογημένα θα απασχολήσει όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι όσους μιλούν ή γράφουν για συναυλίες. Τον Nick Cave… Τολμώ να δηλώσω αρμόδιος επί του θέματος επειδή απλούστατα τον έχω δει αμέτρητες φορές επί σκηνής, κι εδώ και στο εξωτερικό –ειδικά εντός Ελλάδος, ίσως και να τον έχω δει όλες τις φορές που μας έχει επισκεφθεί πλην μίας. Και δηλώνω εν γνώσει των συνεπειών του νόμου πως η χθεσινή ήταν μια από τις κορυφαίες του εμφανίσεις όλων των εποχών.
Όπως είναι αναπόφευκτο να συμβαίνει με έναν καλλιτέχνη που, από τη φύση του έργου του, ο καθένας από τους εραστές της μουσικής του νιώθει να συνδέεται μαζί του προσωπικά, οι αντιδράσεις προς τον Cave, είτε λατρευτικές είτε απορριπτικές, είναι –και ήταν πάντα- εξαιρετικά έντονες. Θα τολμούσα να πω πως το κοινό του διαιρείται σε δύο μεγάλες ομάδες, όχι τόσο ηλικιακά όσο βιωματικά. Είναι άλλοι αυτοί που τον ακολούθησαν αν όχι από την πρώτη εμφάνιση με τους Birthday Party εποχής “Junkyard” στο Σπόρτινγκ και όσα επακολούθησαν και θεμελίωσαν τη δική του ελληνική μυθολογία –σε ποιον να πεις και να σε πιστέψει ότι το 1982 στην Αθήνα μπορούσαμε να δούμε μέσα σε τρεις μέρες Birthday Party, Fall και New Order- ή από την αμέσως επόμενη σε ένα βραχύβιο κλαμπ κάπου στο Χολαργό ονόματι Hima –το καταλληλότερο όνομα για μια βραδιά με τους πρώιμους Bad Seeds και τον ίδιο τον Cave σε αληθινά ανεκδιήγητη κατάσταση…
Δεν θα ξεχάσω ποτέ μια συναυλία στο Club 22, αν δεν με απατά η μνήμη μου την εποχή του Kicking Against the Pricks: πολλές φορές έχουμε δει τον καλλιτέχνη να κάνει stage diving, αλλά δεν θυμάμαι άλλη, όπου το συγκρότημα να παρακολουθεί με έκδηλη αγωνία αν αυτός θα βρει τη δύναμη να ξανανέβει στη σκηνή σώος… Όχι, όσο κι αν με γοητεύει η μυθολογία του παρακμιακού και πεισιθάνατου καλλιτέχνη, νιώθω ιδιαιτέρως ευτυχής που αυτές οι ημέρες έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Δεν ήθελα να τον δούμε να πεθαίνει στη σκηνή ικανοποιώντας το αιμοδιψές και ανθρωποφαγικό μας ένστικτο.
Όσοι όμως τον ζήσαμε ΚΑΙ έτσι, κάτι μας κάνει η μεταγενέστερη, πιο επαγγελματική, πιο «σιδερωμένη» εικόνα του –ειδικά όταν συνοδεύτηκε κι από μια κατακόρυφη αύξηση της δημοφιλίας του, μεταξύ άλλων και σε ένα κοινό που το βρίσκω δύσκολο να κατανοεί το περιεχόμενο των τραγουδιών του. Η παλαιή του σέχτα των πιστών αγανακτεί μπροστά -πώς το έλεγε ο ποιητής;- «στ’ ανυποψίαστα μπουλούκια του γλεντιού που βιάζουν το άσυλό της».
Υπάρχει όμως και η πλευρά: αυτή των παιδιών μιας άλλης γενιάς, που είναι σήμερα στην ηλικία (ή λίγο μεγαλύτεροι) που ήμασταν εμείς όταν τον ανακαλύπταμε στους Birthday Party κι έχουν την ευκαιρία να τον χαρούν επί σκηνής με δάκρυα στα μάτια, τον συγκλονισμό στο βλέμμα και όλους τους στίχους του στα χείλη. Γιατί ο πεπτωκώς άγγελος επιβίωσε, ευτυχώς αρνήθηκε να γίνει μια ακόμα εικόνα στο εικονοστάσι μας με τις βασανισμένες ψυχές κάπου ανάμεσα στον Ian Curtis και τον Adrian Borland –χωρίς να ξεχνάμε τον Κurt Cobain. Και δεν επιβίωσε απλά: ωρίμασε όμορφα, έτσι ώστε να φτάσει στο επίπεδο που απολαύσαμε χθες.
Τον θυμάμαι με τον σαρωτικό του δυναμισμό στη σκηνή του «Ρόδον». Τον θυμάμαι στην -προσωπική μου αδυναμία- μεγαλειώδη του εμφάνιση στη Φρεαττύδα, τότε που άνοιξε με το Stagger Lee. Τον θυμάμαι σε μια αψεγάδιαστη βραδιά στο Grand Rex, το μεσοπολεμικό σινεμά του Παρισιού, όπου λατρεύει να παίζει στις όλο και πιο σπάνιες ευρωπαϊκές του περιοδείες ο άλλος λατρεμένος μας παραμυθάς, ο Tom Waits. Γιατί λοιπόν θεωρώ τόσο σπουδαία τη χθεσινή βραδιά; Γιατί αποτέλεσε την τέλεια ισορροπία. Ίσως το καλύτερο setlist από κάθε άλλη φορά –και δεν το συγκρίνω με τα πολύ παλιά, που η δισκογραφία του δεν ήταν τόσο αχανής ακόμα, ούτε με τις εποχές που συνήθιζε να παίζει κυρίως τον τελευταίο του δίσκο, διανθισμένο με μικρά απρόσμενα «δώρα» από το παρελθόν. Διέτρεχε μαγικά όλη του την πορεία μέχρι σήμερα, με κομμάτια που όλοι αγαπούν και ήθελαν να ακούσουν, μα και άλλα που ο ίδιος θεωρούσε κομβικά γι’ αυτή τη στιγμή.
Αλλά κυρίως, γιατί ο ίδιος στάθηκε στην κόψη του ξυραφιού: μακριά τόσο από το παρελθόν, όσο και από τις πρόσφατες, πιο προγραμματισμένες και clean cut εμφανίσεις του: ο Nick Cave στάθηκε κοντά στο κοινό του, τόσο κυριολεκτικά όσο και συναισθηματικά, με μια τρυφερότητα που δεν θεωρώ πως περιείχε ίχνος προσποίησης. Γνώρισε την Κόλαση από πολλές πλευρές από παλιά έως πολύ πρόσφατα, και γύρισε να μας πει πως δεν είμαστε μόνοι, πως είναι εντάξει να θρηνείς και να συνεχίζεις να αναπνέεις, πως καταλαβαίνει και είναι εδώ. Κράτησε το κοινό του από τα χέρια, το κοίταξε στα μάτια, του αφέθηκε νιώθοντας τον αμοιβαίο σεβασμό και την εμπιστοσύνη που τον περιέβαλε. Υπήρξαν και δυναμικές στιγμές, αλλά το σετ ήταν κυρίως χαμηλόφωνο, σχεδόν προσωπικό. Ένας από τους κορυφαίους storytellers του ροκ ιδιώματος μάς κάλεσε γύρω του να μας πει τις ιστορίες του, αληθινός επίγονος των αγαπημένων του Leonard Cohen και Johnny Cash, και μας καθήλωσε.
Είναι φανερό πως δεν διεκδικώ κανενός είδους αντικειμενικότητα: όταν παρακολουθείς έναν καλλιτέχνη από τα δεκατέσσερά σου χρόνια μέχρι τα… τέλος πάντων, όταν στήνεσαι κάθε φορά να αγοράσεις την καινούρια του δουλειά κάθε φορά την ημέρα που κυκλοφορεί, όταν τον έχεις δει όσες φορές ήταν δυνατόν στη σκηνή κι εξακολουθείς να τον παρακολουθείς πιστά, είναι φανερό πως αποτελεί πια κομμάτι της ζωής σου. Ομολογώ πως όταν χθες πριν φύγει από τη σκηνή ευχαρίστησε την Ελλάδα για όλα αυτά τα χρόνια –τα μετράω και είναι σαράντα!-δάκρυσα. Τον είδαμε να γίνεται από κάποιος που δεν ήταν δημοφιλής ούτε στην τότε δισκογραφική του εταιρεία Mute, επειδή σχεδόν πουθενά δεν πουλούσε δίσκους, σε μεγάλο όνομα παγκοσμίως. Από σχεδόν αντικείμενο χλεύης σε αντικείμενο λατρείας.
Ο Nick Cave χθες βράδυ μας αποστόμωσε, αλλά και μας ένωσε όλους: το νέο του κοινό που ήρθε κατά χιλιάδες, τους πιο παλιούς που τις τελευταίες φορές λίγο τον στραβοκοιτούσαμε, γίναμε ένα, κάτω από τα φωνή του. Να γιατί δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε συχνά μεγάλα λόγια κι υπερβολές: γιατί όταν έρχεται η ώρα που τα χρειαζόμαστε έχουν φθαρεί κι ακούγονται μπανάλ, φθαρμένα, αφοπλισμένα. Όπως στον έρωτα: πόσες φορές θα ερωτευτείς αληθινά στη ζωή σου; Πόσες φορές θα πεις «Σ’ αγαπώ» χωρίς να γίνεις χιουμορίστας; Ανυπομονώ να τον ξαναδώ και τον περιμένω. Με αγάπη και εμπιστοσύνη.















