Δίκη για βιασμό ανηλίκου. Η ενήλικη πια μηνύτρια λέει ότι τη βίαζε εξακολουθητικά ο πατέρας της, έχοντας ξεκινήσει απ’ την ηλικία των έντεκα ετών. Μια από τις ερωτήσεις που της κάνουν κατά την κατάθεσή της στην πρωτοβάθμια εκδίκαση της υπόθεσης, ήταν τι φορούσε όταν ξεκίνησε όλο αυτό. Η κοπέλα απαντά ότι φορούσε τις πιτζάμες της, τις παιδικές της πιτζάμες. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και καταδικάζεται σε πολυετή ποινή κάθειρξης σε πρώτο βαθμό, παραμένει όμως ελεύθερος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο. Στο Εφετείο καταδικάζεται επίσης με πολυετή ποινή κάθειρξης, συλλαμβάνεται και οδηγείται στη φυλακή.
Το ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι κατά πόσο ακόμα και τα πιο χαραγμένα σε πλάκα οικουμενικά ταμπού του ανθρώπινου πολιτισμού μπορούν να κλονιστούν, να πάνε στην άκρη, να τεθούν σε διαπραγμάτευση και να εξεταστούν σχετικιστικά, όταν είναι να συγκρουστούν με άλλες υπερδυνάμεις, όπως οι αντιλήψεις που συνοδεύουν τη λεγόμενη κουλτούρα του βιασμού, βάσει των οποίων ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το τι φορούσε η καταγγέλλουσα τον βιασμό. Ακόμα δηλαδή κι αν πρόκειται για ερωτήσεις που δεν τίθενται εξαιτίας κάποιας αυθεντικής αγωνίας για την αναζήτηση των συγκεκριμένων περιστατικών τέλεσης της πράξης, αλλά αποτελούν μέρος του υπερασπιστικού έργου των συνηγόρων, πάλι στις αντιλήψεις αυτές ανάγονται, εκεί στοχεύουν, αυτό να πιάσουν, μήπως και τσιμπήσει ο εισαγγελέας, οι τακτικοί δικαστές, οι ένορκοι.
Το ζήτημα εν προκειμένω δεν είναι πόσο κατακριτέα είναι η λογική της ενοχοποίησης του θύματος στην γενική της εικόνα, αλλά ότι εδώ θα έπρεπε ακόμη κι όσοι έχουν διαφορετική οπτική και την ενστερνίζονται ως θεμιτή, να έβαζαν διπλό φραγμό ενόψει δύο παραγόντων: της ηλικίας από τη μια και της συγγένειας, του δεσμού αίματος, της σχέσης γονιού – παιδιού από την άλλη. Το «τι φορούσε» δηλαδή δεν μπορεί να είναι το θέμα, όχι μόνο επειδή γενικά δεν θα έπρεπε ποτέ να είναι το θέμα, αλλά επειδή σε κάθε περίπτωση εδώ, εντελώς ειδικά και εντελώς συγκεκριμένα, πέραν από εξοργιστικό στον υπέρτατο βαθμό, είναι και εξωφρενικό και αδιανόητο να είναι το θέμα.
Γιατί αν στη γενική διερεύνηση και εκδίκαση υποθέσεων βιασμού, το τι φοράει η γυναίκα μετατοπίζει τη συζήτηση απ’ το τι της έκαναν στο πού έφταιξε εκείνη για να φτάσουν να της το κάνουν, ώστε με τέτοιου είδους ερωτήσεις να εξεταστεί αν τυχόν «ψαχνόταν», αν τυχόν ο κατηγορούμενος εξέλαβε το ντύσιμό της ως κάλεσμα για εκ μέρους του κινήσεις, αν τυχόν υπήρξε ένα παιχνίδι ερωτικής πρόκλησης με αποτέλεσμα να στρέψει την προσοχή του προς εκείνη, εδώ δεν μιλάμε καν για γυναίκα αλλά για παιδί, εδώ μιλάμε για την κόρη σου. Δηλαδή τι; Τι θα μπορούσε να συνεπάγεται μια τέτοια ερώτηση; Ότι αν το παιδί σου «σου κουνιόταν», θα έπρεπε να εξεταστεί αλλιώς η κατάσταση; Ότι μπορεί να είχες προκληθεί; Να είχες παρερμηνεύσει τις προθέσεις του; Να νόμιζες ότι ήθελε κι άρα μετά τι να κάνεις κι εσύ, άνθρωπος είσαι, άντρας είσαι, πατέρας είσαι;
