Η ιστορία μίας οικογένειας ως σημείο αναφοράς για την εξερεύνηση της κοινωνικής κατάστασης μιας ολόκληρης χώρας είναι μία από τις πιο κλασικές μυθιστορηματικές δομές. Από την Άννα Καρένινα του Τολστόι και τους Μπούντενμπροκ του Τόμας Μαν, μέχρι τα μυθιστορήματα του Γουίλιαμ Φόκνερ και, πρόσφατα, εκείνα του Τζόναθαν Φράνζεν, τα παραδείγματα είναι πολλά και ποικίλα. Ο Ιρλανδός Πολ Μάρεϊ λοιπόν, προσφέρει την δική του συνεισφορά στο είδος με το ογκώδες και πληθωρικό Το τσίμπημα της μέλισσας, το χρονικό μιας τετραμελούς οικογένειας σε μια ιρλανδική επαρχιακή πόλη την περίοδο πριν και μετά την οικονομική κρίση.

Στις οκτακόσιες και πλέον σελίδες της ελληνικής έκδοσης, ο Μάρεϊ φιλοτεχνεί το προφίλ της οικογένειας Μπαρνς, επιλέγοντας μία τυπική πολυφωνική προοπτική, αφιερώνοντας σε κάθε μέλος της οικογένειας και από μία ενότητα του βιβλίου. Την τελευταία δε ενότητα, την χωρίζει σε πολλά μικρά κεφάλαια, το καθένα εναλλάξ για κάθε μέλος της οικογένειας, χρησιμοποιώντας όμως το σπάνιο δεύτερο αφηγηματικό πρόσωπο, το οποίο συνήθως επιστρατεύεται όταν ο συγγραφέας θέλει να τονίσει έναν θρυμματισμένο χαρακτήρα που ψυχολογικά έχει αποκοπεί από τον ίδιο του τον εαυτό.

Η οικογένεια Μπαρνς λοιπόν είναι ένα – φαινομενικά μονάχα – τυπικό δείγμα μεσοαστικής επαρχιακής ιρλανδικής οικογένειας. Ο Ντίκι Μπαρνς έχει αναλάβει την αντιπροσωπεία Volkswagen του πατέρα του, η γυναίκα του Ιμέλντα είναι μια πανέμορφη γυναίκα που όμως φέρει τα τραύματα μιας πολύ φτωχής και προβληματικής παιδικής ηλικίας, ο μικρός Πι Τζέι είναι ένα σφουγγάρι πληροφοριών αλλά δυσκολεύεται στην κοινωνικοποίηση, ενώ η Κασσάνδρα είναι μια τυπική έφηβη που όμως δείχνει να προσκολλάται υπερβολικά στην πανέμορφη φίλη της Ιλέιν.

Πίσω από αυτό το προσωπείο όμως, η οικογένεια Μπαρνς κρύβει πολλά μυστικά που ξεδιπλώνονται σταδιακά μέσα από εκτενή αφηγηματικά αποσπάσματα, μυστικά που εδράζονται τόσο στην παιδική ή νεανική ηλικία των πρωταγωνιστών, όσο και μυστικά που προκύπτουν στο παρόν, ενώ τα απόνερα της οικονομικής κρίσης του 2008 έχουν αρχίσει να επηρεάζουν ριζικά την Ιρλανδία, αλλά ιδιαίτερα την οικογένεια, με την αντιπροσωπεία να βρίσκεται στα όρια της χρεωκοπίας.

Τώρα, τα μυστικά και τα σκάνδαλα που αποκαλύπτονται και στοιχειοθετούν το περίπλοκο ψυχολογικό προφίλ των τεσσάρων χαρακτήρων είναι πολλά και αρκετά υπερβολικά, οδηγώντας το μυθιστόρημα ορισμένες φορές να υπερβεί τα όρια της σαπουνόπερας. Δεν αντιλέγω ότι διατηρούν το αναγνωστικό ενδιαφέρον, κάτι απαραίτητο σε ένα βιβλίο 800 και πλέον σελίδων, αλλά αρχίζουν και επιβαρύνουν την αληθοφάνεια και δοκιμάζουν την υπομονή του σκεπτόμενου αναγνώστη που αρχίζει να νιώθει ότι χειραγωγείται.

 

 

Από την άλλη, ο Μάρεϊ έχει αναμφίβολα γράψει ένα άρτια δομημένο μυθιστόρημα, με ολοκληρωμένους χαρακτήρες και μία εσωτερική λογική που αποδεικνύεται ανθεκτική ως θεμέλιο. Γράφει καλά, μπορεί και ελίσσεται ανάμεσα σε διαφορετικά ύφη γραφής, αναδεικνύεται σε έναν αξιόλογο συγγραφέα που τιμάει τον οβολό όσο και τον χρόνο του αναγνώστη, έστω κι αν αντλεί υπερβολικά ίσως από συγγραφείς όπως ο Τζόναθαν Φράνζεν.

Ένα ζήτημα που αναμφίβολα υπάρχει βεβαίως, είναι εκείνο της έκτασης. Δεν έχω το παραμικρό πρόβλημα με ένα μυθιστόρημα ακόμη και 2000 σελίδων, αρκεί να μπορεί η αφήγηση να το υποστηρίξει. Όμως εδώ και αρκετά χρόνια έχει υπάρξει μία λανθασμένη εντύπωση ανάμεσα σε συγγραφείς και επιμελητές ότι μεγάλη έκταση ισούται με αυξημένη αξία, κάτι εντελώς παράλογο. Πιστεύω ότι δουλειά του κάθε επιμελητή που αναλαμβάνει ένα καλογραμμένο χειρόγραφο είναι να επιμείνει στη δουλειά του που είναι η επιμέλεια. Πολλά αποσπάσματα του μυθιστορήματος του Μάρεϊ είναι περιττά και λειτουργούν ως βαρίδια. Έτσι, ενώ κάποιες ενότητες του έργου λειτουργούν άψογα, κάποιες άλλες βαλτώνουν. Το να κόβεις αποσπάσματα δεν αποτελεί παραδοχή ήττας, αλλά δείγμα οξυδέρκειας και του απαραίτητου θάρρους ως δημιουργού να παίρνεις γενναίες αποφάσεις αντί να συμπεριλαμβάνεις απλώς τα πάντα. Έτσι, πιστεύω ότι και Το τσίμπημα της μέλισσας με τη σωστή επιμέλεια θα μπορούσε να είναι ένα εξαιρετικό ψυχόδραμα αντί για ένα απλώς καλό μυθιστόρημα.

Έστω κι έτσι όμως και παρά τα όποια φλύαρα αποσπάσματα ή την εξεζητημένη σε σημεία πλοκή, το μυθιστόρημα του Μάρεϊ έχει πολλές αρετές που θα ήταν πέρα για πέρα άδικο να αγνοήσει κάποιος. Ο Ιρλανδός τιμάει την πλούσια παράδοση της πατρίδας του και επιδεικνύει πλούσιο ρεπερτόριο. Το βιβλίο έχει πολλές στιγμές ειλικρινούς συγκίνησης αλλά και εύστοχου χιούμορ, λεπτομερώς στημένους τρισδιάστατους χαρακτήρες, πολλά δείγματα όμορφης γραφής. Είναι λογικό να είναι ένα βιβλίο που συνδυάζει εμπορική απήχηση με κριτική αποδοχή (είχε συμπεριληφθεί στη βραχεία λίστα των υποψηφίων για το βραβείο Μπούκερ).  

 

«Το τσίμπημα της μέλισσας» του Πολ Μάρεϊ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός