…Υπάρχει κρυφός σύνδεσμος μεταξύ βραδύτητας και μνήμης, μεταξύ ταχύτητας και λήθης. […]Στα υπαρξιακά μαθηματικά αυτή η εμπειρία παίρνει τη μορφή δύο στοιχειωδών εξισώσεων: ο βαθμός της βραδύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της μνήμης, ο βαθμός της ταχύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της λήθης… Η Βραδύτητα, Μίλαν Κούντερα [μτφρ.: Σεραφείμ Βελέντζας ,εκδ. Εστία]
Η Μαρία Μαγκανάρη στην «Πλάγια Σκηνή» του Εθνικού Θεάτρου αποπειράται μια νέα παραστασιακή ανάγνωση του πολυπαιγμένου τσεχωφικού αριστουργήματος. Μια σκηνική επαναδιατύπωση που έχει άρτιες σκηνοθετικές τεχνικές, εύρυθμη παραστασιακή ροή, ενδιαφέρουσες σωματικές συζεύξεις, και ατμόσφαιρες αλλά αδυνατεί να προτείνει μια στιβαρή ανάγνωση του έργου που να αποκαλύπτει το οντολογικό βάθος του και που ταυτόχρονα να συνομιλεί με την εποχή μας. Ο χρόνος, η μνήμη, η λήθη, ανθρώπινη ύπαρξη, οι κοσμοϊστορικές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές, η φθορά, η ματαίωση μέσα στην τριβή της καθημερινής συναναστροφής, το σπίτι των Πραζόροφ -αυτός ο μικρόκοσμος που εμπεριέχει το ανθρώπινο όλον- αναφέρονται χωρίς ωστόσο να διαπερνούν το παραστασιακό εγχείρημα της Μαρίας Μαγκανάρη.
Είναι, ωστόσο, μια δημιουργία υψηλής καλλιτεχνικής ηθικής και αυτό, παρόλο που η σκηνική απόπειρα δεν εκπλήρωσε τους παραστασιακούς της στόχους, αποτελεί ένα σπάνιο καλλιτεχνικό προτέρημα που αναγνωρίζεται τόσο στη σκηνοθέτιδα όσο και στους συνεργάτες της. Και αυτός είναι ακόμα ένας λόγος που μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό εφαλτήριο αναστοχασμού για τις πιθανές παραστασιακές εκδοχές τέτοιου είδους ρεπερτορίου ιδίως όταν αυτό ανεβαίνει στην Πρώτη Σκηνή της χώρας. Διερώτηση που αποκτά επίκαιρο χαρακτήρα με την πρόσφατη ανάληψη των καθηκόντων της καλλιτεχνικής διεύθυνσης από την Αργυρώ Χιώτη.
Η δημιουργός μαζί με τη σύμβουλο δραματουργίας Σοφία Ευτυχιάδου -που εικάζω ότι συνυφαίνουν τον δραματουργικό ιστό του παραστασιακού αφηγήματος- εκτός από κάποιες αφαιρέσεις από το αρχικό κείμενο προς όφελος του σκηνικού χρόνου -θα προτείνουν ένα διπλό εύρημα που αφορά την Ιρίνα, η οποία, αφενός, ακούει στο φαντασιακό της τους νεκρούς γονείς της να της μιλούν. (Προς το τέλος του έργου μάλιστα της τηλεφωνεί η νεκρή μητέρα της που της μιλά ρωσικά). Και αφετέρου, μέσω μιας δραματουργικής ιδέας οι Φεντόντικ και Ροντέ άνδρες ανθυπολοχαγοί στο τσεχωφικό κείμενο μετατρέπονται σε ένα ζευγάρι από το εγγύς μέλλον της Σοβιετικής Ρωσίας (Τρύφωνας Ζάχαρης /Φεντόντικ) και (Θάλεια Συκιώτη /Ροντέ). Η Ιρίνα «συνομιλεί» μαζί τους συχνά μέσα στη διάρκεια της παράστασης.
Το διπλό αυτό εύρημα κάθε φορά που αναπτύσσεται, αισθάνομαι, ότι συνθλίβει τις ατμόσφαιρες της παράστασης που είναι ένα από τα βασικά προτερήματά της. Πολώνει τη σύνδεση θεατή-θεάματος. Αποσυνδέει τους παραστασιακούς αρμούς και τέλος αποσυντονίζει την ερμηνευτική συχνότητα της Νάνσυς Σιδέρη που ερμηνεύει την Ιρίνα.
Η Εύα Σαραγά ως δραματολόγος της παράστασης που επιμελείται και την ύλη του προγράμματος έχει μια άρτια και πλήρη συνεισφορά στο παραστασιακό εγχείρημα. Με εντυπωσίασε η επιλογή των θεωρητικών κειμένων, καθώς εντόπισε και μετέφρασε κείμενα σύγχρονα που βρίσκονται στην αιχμή των ακαδημαϊκών αναλύσεων του τσεχωφικού δράματος. Ξεχωρίζω αυτό του Lee Trepanier, σημαντικού ακαδημαϊκού του Assumption University στη Μασαχουσέτη και ακόμα ένα της Svetlana Evdokimova, καθηγήτριας στο Brown University.
Εξαιρετική η μετάφραση των Γιώργου Π. Δεπάστα και Αλέξανδρου Ίσαρη.
Οι συντελεστές
Το σκηνικό της Φιλάνθης Μπουγάτσου είναι από τα πιο εύστοχα παραστασιακά στοιχεία. Δημιουργεί με αυτόν τον κύκλο πολλαπλών χρήσεων έναν κύκλιο χορό προσώπων, καταστάσεων, χρονικότητας, συναισθημάτων και επαναληπτικότητας που λειτουργεί και σε συμβολικό αλλά και σε πραγματικό επίπεδο σχέσης σκηνικών συμβάντων, ενσώματων σχέσεων και χώρου. Ενισχύει την αρχική σκηνική συνθήκη όπου οι ηθοποιοί σχηματίζουν μια μετόπη ζωντανών προσώπων καθήμενοι στις θέσεις των θεατών με έναν διπλό συμβολισμό: Αφενός ότι το οντολογικό υπόβαθρο του έργου αφορά όλη την ανθρωπότητα στην πραγματική ζωή και για αυτό η εξίσωση θεατών και ηθοποιών. Και αφετέρου παίζει με το αντίθετό του, δηλαδή το σαιξπηρικό «όλος ο κόσμος μια σκηνή» εξυψώνοντας τους θεατές σε συλλειτουργούς της θεατρικής πράξης. Από τα πιο ισχυρά στοιχεία του παραστασιακού εγχειρήματος.
Τα κοστούμια του Παύλου Θανόπουλου αισθάνομαι ότι είναι φλύαρα και χωρίς κοινή συνισταμένη, ούτε ενδιαφέρουσα διαζευκτική διαλεκτική, αλλά ούτε συνομιλούσα ποικιλομορφία. Θεωρώ ότι το γερμανικό πέδιλο με λευκή κάλτσα που επιβάλλει στον ρόλο του Κουλίγκιν, ναι μεν δημιουργεί ευθυμία άμα τη εμφανίσει, αλλά αδικεί τον καλό ηθοποιό σκιάζοντας και όχι ενισχύοντας την ερμηνεία του. Στο ίδιο το τσεχωφικό κείμενο η Μάσα λέει: «Τον θαύμαζα και τον φοβόμουν». Η ερωτική αδιαφορία προς τον άνδρα της δεν συνεπάγεται απαραίτητα την εξόφθαλμη φαιδρότητά του.
Εξαιρετική η μουσική του Χαράλαμπου Γωγιού συνεισφέρει αποφασιστικά μαζί με τους φωτισμούς της Μαρίας Γοζανίδου στο βασικό προτέρημα της παράστασης που είναι οι ατμόσφαιρες. Η Σεσίλ Μικρούτσικου προτείνει μια δυναμική, επιθετική κινησιολογία με μια έντονη σεξουαλικότητα. Κι ενώ τα ανθρώπινα συμπλέγματα που δημιουργεί έχουν σκηνική ισχύ αισθάνομαι ότι συντρίβουν τον υπαινικτικό, μύχιο ερωτισμό του τσεχωφικού κειμένου. Ιδίως η σκηνή Ιρίνα- Σολιόνι που είναι τόσο έντονη και βίαιη, που παρεπέμπει σε έναν εν δυνάμει βιασμό.
Οι ερμηνείες:
Οι ηθοποιοί της παράστασης αντιμετωπίζουν το παραστασιακό εγχείρημα με σοβαρότητα, αίσθημα κοινής ευθύνης και αγαστής ομαδικότητας. Οι υποκριτικές τους καταθέσεις είναι εναρμονισμένες στο σκηνοθετικό αισθητικό ζητούμενο. Όμως η ερμηνευτική εξόρυξη στο σύνολό της περιορίζεται σε αβαθή ευρήματα. Με τρεις ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές εξαιρέσεις:
Τους: Αντώνη Γκρίτση (Φέραποντ), Μαρία Σκουλά (Μάσα)
και την Αμαλία Καβάλη (Όλγα)
Αναλυτικά:
Η Ανφίσα της Ανδριάνας Χαλκίδη, παρά τις σθεναρές προσπάθειες της εγκλωβίζεται στην υποκριτική γραφικότητα που έχει διαποτίσει, τον ρόλο μέσα στα χρόνια.
Η Νατάσσα -ρόλος κομβικός, εκπροσωπεί τον αγοραίο εκπορθητή που αλώνει το σπίτι των Πραζόροφ. Χυδαία, αμετροεπής, ληστρική, βέβηλη, χωρίς κανένα αξιακό σύστημα ή συνειδησιακό ανάχωμα παρουσιάζεται ισχυρή, ανάλγητη, άτεγκτη και η τελική επικράτησή της είναι σαρωτική. Αισθάνομαι ότι η Μαρία Γεωργιάδου που επωμίστηκε τον ρόλο περιορίστηκε στο πρώτο επίπεδό του αδυνατώντας να αποτυπώσει τις δυναμικές του.
Ο Θανάσης Δήμου ενώ έχει κάθε πνευματικό, ερμηνευτικό και ψυχοσυναισθηματικό εκτόπισμα για να δημιουργήσει μια αξιομνημόνευτη ερμηνεία στον ρόλο του Κουλίγκιν δεν το πράττει. Μια στιγμή του μόνο μας αποκαλύπτει σε τι βαθύτητα ερμηνείας θα μπορούσε να φτάσει: όταν καθήμενος δίπλα στην Όλγα αναρωτιέται πώς θα ήταν η ζωή του αν είχε παντρευτεί εκείνη και όχι τη Μάσα.
Ο Τσέχωφ έχει δημιουργήσει ένα εξαιρετικό δίπολο: τον δυσάρεστο, αποσυνάγωγο, ακοινώνητο αλλά υπαρξιακά βασανισμένο Σολιόνι (Δημήτρης Δρόσος) και τον τρυφερό, ευγενή αλλά ανίδεο των ανθρώπινων συμφορών Τούζενμπαχ (Νικόλας Ντούρος). Οι δυο τους άρρηκτα δεμένοι, ένα άρρηκτο γιν και γιανγκ. Οι δύο ηθοποιοί δεν αξιοποιούν ούτε τις μεταξύ τους δυναμικές, αλλά ούτε τις δυναμικές των ρόλων τους.
Ο Τσεμπουτίκιν -χαρακτήρας με αυτοβιογραφικό υπόβαθρο, όπως άλλωστε όλοι οι επαρχιακοί γιατροί στο τσεχωφικό έργο- αναδεικνύεται στην ερμηνευτική προσέγγιση του Ανδρέα Νάτσιου. Δεν αποτελεί μια ερμηνεία αναφοράς, ωστόσο είναι εύστοχος, με εσωτερικές διακυμάνσεις που οι αποχρώσεις τους ξεκινούν από τον πιο πικρό κυνισμό, την πιο βαθιά ματαίωση ως τη βαθύτερη τρυφερότητα που απολαμβάνουμε κυρίως στον διάλογο :
ΜΑΣΑ: Αγαπούσατε τη μητέρα μου;
ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Πολύ.
ΜΑΣΑ: Εκείνη σας αγαπούσε;
ΤΣΕΜΠΟΤΤΙΚΙΝ: Αυτό δεν το θυμάμαι πια.
Η Νάνσυ Σιδέρη κάνει γενναίο και ειλικρινή ερμηνευτικό αγώνα με τον πολύπλοκο, ρευστό, ιδιοσυγκρασιακό, σχεδόν άπιαστο ρόλο της Ιρίνα. Μια υποκριτική προσπάθεια που παρά τις αδυναμίες, κερδίζει τον σεβασμό.
Ο Αινείας Τσαμάτης αισθάνομαι ότι παγιδεύεται από τον δυσεπίλυτο και εσωστρεφή Αντρέι αποδυναμώνοντάς τον με μια επίπεδη ερμηνεία στο σύνολό της.
Ο Γιωργής Τσαμπουράκης στον ρόλο του Βερσίνιν στέκεται αναποφάσιστος ανάμεσα στην εκδοχή του βασανισμένου Βερσίνιν και του κατ’ εξακολούθησην ναρκισσιστικού γόη. Αυτή του η ερμηνευτική αμφιθυμία του στερεί μια αβίαστη και καλή ερμηνευτική κατάθεση.
Η ερμηνευτική σπουδή του Αντώνη Γκρίτση στον σχεδόν βουβό ρόλο του Φέραποντ είναι σπουδαία. Μια εξαίσια σκηνική σπουδή για τη ματαίωση, τη μοναξιά, την αδήριτη ανάγκη για τον «άλλον», την στωικότητα μιας αλωμένης ζωής που τελειώνει χωρίς δικαίωση και ομορφιά. Θα απαλλάξει τον ρόλο από την σκονισμένη γραφικότητα και τον διεκπεραιωτικό του χαρακτήρα που τον συντροφεύουν χρόνια και θα του προσδώσει οντότητα. Συγκινητικός ο τρόπος που ακούει τους σκηνικούς του συμπαίχτες. Που επιχειρεί άκαρπες λεκτικές γέφυρες επικοινωνίας: «Α, μάλιστα. Όταν ήρθα έφεγγε ακόμα, αλλά δεν μ’ άφησαν να περάσω. Μου είπαν: Ο κύριος είναι απησχολημένος. Ε καλά, σκέφτηκα. Αφού είναι απησχολημένος, πάει να πει πως είναι απησχολη¬μένος. Έτσι κι αλλιώς δεν βιάζομαι». Οι λέξεις του σκορπίζονται ανεπίδοτες στο έδαφος. Όπου εμπλέκεται σκηνικά ο Αντώνης Γκρίτσης αναβαθμίζει τις υποκριτικές ποιότητες. Εξαιρετικός.
Η Μαρία Σκουλά θα απαλλάξει τη Μάσα από τον μανδύα της μοιραίας γοητείας και θα τη μετατρέψει σε ένα γήινο ανθρώπινο πλάσμα διψασμένο για αγάπη, σαρκικό πάθος και ομορφιά. Νευρική, ειλικρινής, απεγνωσμένη, ανθρώπινη. Αγγίζει με την παράδοξη αλλά ενδιαφέρουσα ερμηνεία της ευαίσθητες ψυχικές χορδές και επιτρέπει στους θεατές απενοχοποιημένες ταυτίσεις. Ο τρόπος που αρθρώνει τον χιλιοειπωμένο μονόλογο μας κάνει να νιώθουμε ότι οι λέξεις αυτές αρθρώνονται πρώτη φορά:
«Θέλω να σας ομολογήσω κάτι, αγαπημένες μου αδελφές. Μου καίει την ψυχή. Θα το εξομολογηθώ σε σας, και μετά τέλος, σε κανέναν άλλο. Θα σας το πω αμέσως. Είναι το μυστικό μου, αλλά εσείς πρέπει να το ξέρετε… Δεν μπορώ να το κρατήσω άλλο μέσα μου… Αγαπώ, αγαπώ… Αγαπώ αυτόν τον άνθρωπο… Τον είδατε πριν από λίγο… Γιατί να το αρνιέμαι; Με δυο λόγια, αγαπώ τον Βερσίνιν…».
Η Όλγα της Αμαλίας Καβάλη είναι έξοχη. Ένας μικρός υποκριτικός θρίαμβος. Δίνει υπόσταση, βιογραφία, προσωπικό στίγμα, τρυφερότητα σε έναν ρόλο που το μωσαϊκό των ερμηνειών του μέσα στα χρόνια συνήθως στέκεται άχρωμο και στη σκιά των δύο αδερφών της. Βλέμμα, σκηνική συμπεριφορά, εσωτερικές διακυμάνσεις, ανάπτυξη συναισθηματικού πλέγματος, εκφραστικότητα, αφαιρετικότητα, οικονομία ερμηνευτικών μέσων, καλλιτεχνική ποιότητα. Υπέροχη.
… Συνοψίζοντας
Μια παραστασιακή απόπειρα υψηλής καλλιτεχνικής ηθικής. Με άρτια σκηνοθετική τεχνική και εύστοχες ατμόσφαιρες. Κομίζει τρεις εξαιρετικές ερμηνευτικές καταθέσεις. Αδύναμη όμως να προτείνει μια ισχυρή νέα ανάγνωση στους οριακούς καιρούς μας. Αδυνατεί δε, να εκφράσει τα οντολογικά ζητούμενα του τσεχωφικού κειμένου και να δημιουργήσει μια διαλεκτική με το σήμερα. Μια καλή αφορμή αναστοχασμού ρεπερτοριακών χειρισμών ιδίως σε τέτοιου είδους έργα, κυρίως όταν πρόκειται για την πρώτη σκηνή της χώρας.
Τα αποσπάσματα της μετάφρασης είναι από το βιβλίο «Τρεις αδερφές» του Αντ. Τσέχωφ σε μετάφραση Γ. Δεπάστα & Αλ.Ίσαρη , εκδόσεις Ύψιλον. Αθήνα,2005.
Info παράστασης:
Τρεις αδελφές | Πλάγια Σκηνή Κτηρίου Τσίλλερ








