Αν έχεις εργαστεί ποτέ σε γραφείο, γνωρίζεις ότι το πραγματικό δράμα δεν συμβαίνει πάντα εκεί που πέφτουν οι προβολείς. Μπορεί να συμβεί σε μια σύσκεψη, σ’ ένα τηλεφώνημα τελευταίας στιγμής, σε κάποια τρικλοποδιά συναδέλφου ή όταν κάποιος ανακοινώνει ότι πρέπει να βγει η δουλειά δίχως να σου εξηγεί ποιος θα την κάνει και πότε. Κάπως έτσι ξεκινά και το “TV LAND” της ΕΡΤ, μόνο που εδώ το γραφείο είναι μια εταιρία τηλεοπτικής παραγωγής και το δράμα έχει, ευτυχώς και κάποιες κωμικές αποχρώσεις. Λίγο πιο μακριά, στις Κουτσουπιές, ένα ορεινό χωριό αναζητά νέους κατοίκους για να μην εξαφανιστεί από τον χάρτη. Η λύση που σκέφτηκε ο πρόεδρός του ήταν να προσκαλέσει οικογένειες από την Αθήνα, προσφέροντας τους δωρεάν σπίτι. Γιατί, ως γνωστόν, αν υπάρχει ένα πράγμα που μπορεί να λύσει δεκαετίες εγκατάλειψης της ελληνικής επαρχίας είναι μια αγγελία για δωρεάν κατοικία.
Αυτές οι νέες κωμωδίες της ΕΡΤ έρχονται από διαφορετικές κατευθύνσεις, μα συναντιούνται σε ένα κοινό σημείο: την αγωνία της επιβίωσης. Η μια προσπαθεί να κρατήσει όρθια μια τηλεοπτική παραγωγή και μια εταιρία παραγωγής, η άλλη έναν ολόκληρο τόπο. Πίσω από τις παρεξηγήσεις, τις φιλοδοξίες και τις συγκρούσεις τους τις κωμικές, βρίσκονται ερωτήματα που δεν περιορίζονται ούτε στα τηλεοπτικά πλατό ούτε στις συζητήσεις στην πλατεία ενός χωριού.


Το TV LAND σε σενάριο Γιώργου Β. Φειδά και σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ρέλλου μας μεταφέρει στα παρασκήνια της R.E.M. productions, μιας εταιρίας που βρίσκεται αντιμέτωπη με ενα πολυ συγκεκριμένο πρόβλημα. Πρεπει να κρατήσει στον αέρα την καθημερινή του σαπουνόπερα Απαγορευμένη Εδέμ, γιατί από αυτή εξαρτώνται η επιβίωση της και οι μισθοί όλων τους, ιδιοκτητών και εργαζόμενων.
Η Μαριάνθη (Αμαλία Καβάλη) βρίσκεται στο τιμόνι της εταιρίας και στιγμές στιγμές στα πρόθυρα νευρικής κρίσης δίχως όμως καμία υστερία. Στον αντίποδα η Αλίκη (Φιλίππα Κουτούπα) πιάνει λάθος δουλειά μα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την τηλεόραση ως ένα χώρο που οι ιστορίες μπορούν ακόμη να έχουν νόημα και να λένε κάτι στους τηλεθεατές. Εδώ είναι και το ενδιαφέρον στοιχείο της σειράς. Το τηλεοπτικό παρασκήνιο που προσφέρεται για ίντριγκες, μυστικά, καβγάδες, πιέσεις και ατελείωτες παρεξηγήσεις. Το πραγματικό όμως στοίχημα είναι το TV LAND να καταφέρει να κοιτάξει πέρα από αυτά και να σατιρίσει τον ίδιο μηχανισμό της παραγωγής. Άλλο είναι να γελάς με μια ηθοποιό που δημιουργεί προβλήματα στο γύρισμα όπως η Νίνα Καρνέζη (Σάννυ Χατζηαργύρη) κι άλλο να αναγνωρίζεις πόσο συχνά η δημιουργική δουλειά γίνεται ένας αγώνας δρόμου ανάμεσα σε προθεσμίες, προϋπολογισμούς, τηλεθεάσεις και το τι θέλει το κανάλι.
Στην τηλεόραση, όπως και σε τόσους άλλους επαγγελματικούς χώρους, η δημιουργικότητα είναι πολύτιμη ίσαμε την στιγμή που κάποιος ρωτά πόσο κοστίζει και πόσο αποδίδει. Τότε αρχίζουν οι δύσκολες οι συζητήσεις και ίσως το συμπέρασμα τού πόσο εύκολα η δουλειά που αγαπάς μετατρέπεται σε μια δουλειά που απλώς πρέπει να βγει. Υπάρχει ο κίνδυνος η σάτιρα να καταλήξει να αναπαράγει τα ίδια κλισέ που υποτίθεται κοροϊδεύει. Μα δεν θα συμβεί αυτό αν το TV LAND αξιοποιήσει τις αντιφάσεις των χαρακτήρων του και φωτίσει το τίμημα της δημιουργικής εργασίας. Να μας κάνει όπως την Αλίκη να ξαναπιστέψουμε στην αξία της τηλεόρασης. Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο άμα θα συνεχιστεί η Απαγορευμένη Εδέμ. Είναι αν, μέσα σ’ ένα σύστημα που ζητά διαρκώς περισσότερα, μένει χώρος για κάτι που να αξίζει πραγματικά να δημιουργηθεί.



Από τα τηλεοπτικά πλατό ας περάσουμε στο ορεινό χωριό που αντιμετωπίζει ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα, κινδυνεύει να ερημώσει. Η ιδέα της Ντίνας Κάσσου γίνεται η αφετηρία για τις Κουτσουπιές την καθημερινή κωμωδία σε σκηνοθεσία Βίκυς Μανώλη και σενάριο των Ανδρέα Δαίδαλου και Νικόλα Στραβοπόδη. Ο πρόεδρος του χωριού Βλάσσης Τερζόπουλος (Θανάσης Κουρλαμπάς) απευθύνει πρόσκληση σε οικογένειες από την Αθήνα να εγκατασταθούν μόνιμα στις Κουτσουπιές προσφέροντάς τους δωρεάν κατοικία. Η άφιξή τους αναστατώνει την τοπική κοινωνία. Καλούνται να συνυπάρξουν άνθρωποι με ποικίλες συνήθειες και προσδοκίες. Η καθημερινότητα αλλάζει και οι παρεξηγήσεις δεν αργούν να εμφανιστούν. Αν προσθέσουμε και τα μυστικά, τα προξενιά, τις νέες συμμαχίες και τις κόντρες έχουμε ένα χωριό που σεναριακά τουλάχιστον δεν κινδυνεύει να πλήξει. Πίσω όμως από την κωμική ιδέα υπάρχει το πραγματικό ερώτημα: τι χρειάζεται για να επιλέξει κάποιος να ζήσει στην ελληνική περιφέρεια; Δελεαστικό το δωρεάν σπίτι, ωστόσο δεν είναι αρκετό για να λύσει το πρόβλημα της ερήμωσης ενός τόπου. Για να μείνει μια οικογένεια χρειάζεται εργασία, σχολείο, πρόσβαση σε γιατρό, συγκοινωνίες και βασικές υπηρεσίες. Με δυο λόγια χρειάζεται να οργανωθεί η ζωή αυτής της οικογένειας κι όχι απλώς να βρει μια στέγη.

Το ένα τρίτο του πληθυσμού της χώρας μας κατοικεί στην Αττική, μια ανισορροπία. Μικρές κοινότητες χάνουν τους κατοίκους τους γιατί υπάρχουν άνισες ευκαιρίες. Δεν θέλουν όλοι να ζουν στην Αττική μα για πολλούς η επιλογή να μείνουν στον τόπο τους γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Εδώ οι Κουτσουπιές έχουν την ευκαιρία να ξεφύγουν από την εύκολη αντίθεση ανάμεσα στους Αθηναίους και τους χωριανούς, τα έχουμε ξαναδεί αυτά πολλάκις. Το χιούμορ μπορεί να προκύψει από τις διαφορετικές αντιλήψεις, τις συνήθειες, το τι είναι ιδιωτικότητα. Οι άνθρωποι δεν είμαστε τόσο απλοί, ευτυχώς για εμάς και δυστυχώς για τα εύκολα σενάρια. Ο πρόεδρος μπορεί να ονειρεύεται την αναγέννηση της κοινότητας ανακαλύπτοντας στην πορεία ότι δεν αρκεί ένα σπίτι, μα ότι πρέπει να πείσει τους ανθρώπους ότι υπάρχει λόγος να μείνουν στις Κουτσουπιές. Αυτή η αντίφαση αποτελεί την πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της σειράς. Η αναζωογόνηση της περιφέρειας δεν είναι θέμα καλών προθέσεων κι επιδοτήσεων, χρειάζεται σταθερές υποδομές, ευκαιρίες και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η κωμωδία δεν υποχρεούται να δίνει λύσεις αλλά μπορεί να φωτίσει με χιούμορ το χάσμα ανάμεσα σε όσα μας υπόσχονται τα σχέδια και όσα συναντάμε στην πράξη στην πραγματική ζωή. Αν οι Κουτσουπιές καταφέρουν να δείξουν τι φοβάται, τι επιθυμεί και τι είναι διατεθειμένος να αλλάξει ο καθένας, τότε το χωριό μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο από ένα γραφικό σκηνικό. Μπορεί να γίνει μια αναγνωρίσιμη εικόνα της χώρας.


Το TV LAND και οι Κουτσουπιές δεν έχουν πολλά κοινά με την πρώτη ματιά. Στη μια σειρά οι άνθρωποι παλεύουν να κρατήσουν μια τηλεοπτική παραγωγή στον αέρα ενώ στην άλλη σειρά προσπαθούν να κρατήσουν έναν τόπο ζωντανό. Όμως, και στις δυο περιπτώσεις η επιβίωση είναι ο κοινός παρονομαστής που απαιτεί κάτι περισσότερο από την προσωπική προσπάθεια του καθενός. Μήτε η τηλεοπτική παραγωγή μήτε το χωριό δεν σώζονται μόνο με ενθουσιασμό όσο απαραίτητος κι αν είναι. Οι δυο αυτές κωμωδίες συναντούν τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Ζούμε σε μια χώρα όπου πολλοί εργαζόμενοι καλούνται να κάνουν τα περισσότερα με τα λιγότερα. Όπου ολόκληρες περιοχές παλεύουν να μην χάσουν τον πληθυσμό τους. Η λέξη επιβίωση αποκτά διαφορετικές σημασίες. Απ’ το να βγει το επεισόδιο 1284 στην ώρα του ή να παραμείνει ανοιχτό ένα σχολείο ή να μην χρειάζεται να διανύσεις χιλιόμετρα για να βρεις ένα γιατρό.
Η πραγματική δοκιμασία και για τις δυο αυτές σειρές είναι το αν θα καταφέρουν να δουν τους ανθρώπους πέρα από τους ρόλους που τους αναθέτει η πλοκή. Να μας μεταδώσουν τους ανθρώπους που προσπαθούν να διατηρήσουν κάτι δικό τους μέσα σε συνθήκες που καθημερινά αλλάζουν. Είτε μιλάμε για ένα τηλεοπτικό πλατό είτε για ένα χωριό, το δύσκολο για εμάς τους τηλεθεατές δεν είναι μόνο το να διατηρήσουμε τους τηλεοπτικούς μας δέκτες ανοιχτούς μα να ταυτιστούμε με τους χαρακτήρες και να νιώσουμε ότι μας αφορούν οι ιστορίες τους. Το δύσκολο δεν είναι να κρατήσεις απλώς την τηλεόραση ανοιχτή, είναι να υπάρχει λόγος να υπάρχει κάτι που αξίζει για να παραμένει ανοιχτή.


